Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις από το Μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις από το Μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Ιουν 2013

πρωΘύστερα



Ύστερα μισοξύπνησε, από έναν βαθύ, θολό ύπνο- ήταν ξαπλωμένος, ολόγυμνος, σ’ έναν κρύο οβάλ πάγκο- δυό τρεις μορφές υπήρχαν τριγύρω, στο μισοφωτισμένο χώρο- μία απ’ αυτές γύρισε και τον κοίταξε- δεν ήταν άνθρωπος

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο παράδοξο, πόσο απίστευτη είναι η ύπαρξη- του καθενός μας χωριστά, και όλων μας μαζί. Πόσο απίστευτη σύμπτωση να κατοικούμε σ’ αυτόν ειδικά τον πλανήτη, που δεν είναι ούτε πολύ ζεστός, ούτε πολύ κρύος, ούτε πολύ σκοτεινός, ούτε πολύ φωτεινός, ούτε πολύ βαρύς, ούτε πολύ ελαφρύς. Πόσο απίστευτη σύμπτωση είναι, να χρειαζόμαστε ύπνο, και να υπάρχει η νύχτα, να χρειαζόμαστε οξυγόνο, και ο αέρας να είναι γεμάτος από αυτό, να χρειαζόμαστε νερό, και να υπάρχουν οι βροχές, να χρειαζόμαστε φαγητό, και να υπάρχει η θάλασσα, το δάσος, τα φυτά και τα ζώα. Πόσο τιτανοτεράστια σύμπτωση, τόσες και τόσες ατομικότητες, να συντονίζονται σε μια, κοινή- λίγο ή πολύ- πραγματικότητα

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο παράδοξη σύμπτωση ήταν, απ’ όλη την ιστορία του Σύμπαντος, απ’ όλη την πορεία της Ανθρωπότητας, εκείνος, ο εαυτός του, ο συγκεκριμένος του εαυτός, να ζει αυτήν ακριβώς τη συγκεκριμένη στιγμή, σε αυτόν ακριβώς τον συγκεκριμένο τόπο, να μιλάει αυτήν ακριβώς τη γλώσσα, να σκέφτεται, μέσα στο σάρκινο μυαλό του, αυτά ακριβώς τα συγκεκριμένα αδέξια λόγια

- το μη- άνθρωπος τού χαμογέλασε- όσο μπορεί ένα μη- άνθρωπος να χαμογελάσει-

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο παράξενο είναι ένας άνθρωπος να καταφέρνει να ζει τόσα χρόνια, όταν περνάει την πρώτη εποχή της ζωής του τόσο ευάλωτος, ανίσχυρος κι ανήμπορος, όταν σε όλη του τη ζωή αρκεί μια μέτρια κρούση για να του λιώσει το κρανίο, όταν κάθε στιγμή αρκεί ένα ρεβυθάκι για να του κλείσει την ανάσα, όταν αρκεί ένα ρευματάκι για να του σταματήσει την καρδιά

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο θαυμάσιο είναι που ο άνθρωπος μπορεί να διασχίζει τον αέρα, όταν αρκεί ένα φύσημα για να συντριβεί, πόσο υπέροχο είναι που ο άνθρωπος μπορεί να διασχίζει τη θάλασσα, όταν αρκεί ένας κυματισμός για να πνιγεί, πόσο απίστευτο είναι που μπορεί να χτίζει σπίτια, όταν αρκεί μια δόνηση για να γκρεμιστούν, πόσο μεγαλειώδες είναι που μπορεί ο Άνθρωπος να κάνει όνειρα, όταν αρκεί ένας  κυματισμός της Τύχης, για να τα ματαιώσει 

- αυτά σκεφτόταν, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ξαπλωμένος πάνω στον φιλόξενο, λείο βράχο

- μέσα στη θαλασσινή σπηλιά

- τα τρία δελφίνια κολύμπησαν για λίγο ακόμα τριγύρω του

- κι ύστερα, σα να του έλεγαν αντίο, σφύριξαν παιχνιδιάρικα, όλα μαζί

- και χάθηκαν βουτώντας βαθιά, στα τυρκουάζ

- απέραντα νερά.

<μ<



2 Απρ 2013

Το ΣΧέΔΙο




Ο προ-μακαρίτης ο Σάκης ο Καραμπουρναλίδης ήταν ευτυχισμένος. Όλα ήταν όμορφα και χαλαρά εκείνο το Σαββατόβραδο, όπως παλιά- η Σούλα δίπλα του κατάξανθη. Το σιντί, που έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Μάκη, και το πρώτο του Παντελή, στη διαπασών. Τα γκάζια, στην παραλιακή, τσίτα. Τα πρώτα (πεντέξι) ουισκάκια, στο πρώτο μαγαΖί της βραδιάς, καραμπόμπα. Ο δρόμος μπροστά, για το δεύτερο, το μεταμεσονύκτιο μαγαΖί, ορθάνοιχτος, και τα σκυλιά εντελώς δεμένα. Όπως παλιά. Τελείως παλιά. Πριν τα Μνημόνια, πριν την Κρίση, πριν την Τρόικα, πριν την απόλυση του Σάκη, πριν την μετακόμιση στο σπίτι των σκατόγερων, πριν τη συρρίκνωση, πριν την ανασφάλεια, πριν την μιζέρια, πριν τη φτώχεια, πριν τη μαύρη εργασία από δω κι από κει, για ένα χαρτζηλίκι. 

Απόψε όμως όλα ήταν όπως παλιά. Είχε δανειστεί το αμάξι του μικρού, του «προκομμένου», είχε κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο του μαγαΖί στο Αεροδρόμιο, όπως παλιά, η Σούλα είχε ντυθεί και στολιστεί σαν Σαλονικιά, δηλαδή στον υπέρτατο δυνατό βαθμό, όπως παλιά, το χαρτζηλίκι που είχε μαζέψει επαρκούσε, όχι όπως παλιά, αλλά σίγουρα για να περάσουν μια βραδιά σαν Άρχοντες, όπως παλιά, η βενζίνη ήταν ακόμα άκαφτη, και το βράδυ προβλέπονταν καυτό. Όπως παλιά. Κι ας πήγαινε να γαμηθεί η γαμημένη η Τρόικα.

«Τί σού κάνω Μέρκελ μου», είπε με νόημα στο αυτί της Σούλας, που λύθηκε στα χαχανητά, κι εκείνος έχωσε πάλι το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της. Τον  δυσκόλευε λίγο το σφιχτό της κολλάν, κι εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που χρειαζόταν για να το υπερνικήσει, έχασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου τον έλεγχο του τιμονιού, γεγονός που προκάλεσε την παρέκκλιση του αμαξιού του κατά ένα κλάσμα της μοίρας, γεγονός ασήμαντο γενικώς για τη Συμπαντική Αρμονία και το Χωροχρονικό Συνεχές, σημαντικό όμως όταν είναι Σαββατόβραδο και τρέχεις με 130 στη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, κάνοντας κόντρες και ελιγμούς ανάμεσα στους υπόλοιπους ξενύχτηδες και έχεις πιει και πεντέξι Τζώνηδες. 

Η συνάντηση με τη ζαρντινιέρα ήταν κι αυτή τη φορά μοιραία. Άτιμες ζαρντινιέρες. Το ‘χει λες η πόλη;

…..

Η Αστυνόμος Νόπη Παπαδοπούλου έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος τελευταία. Σάββατο βράδυ, και το αστυνομικό δελτίο πλούσιο και κουραστικό, όχι όπως παλιά, με εγκλήματα πάθους και καυγάδες και διαταράξεις- τώρα πιο πολύ ήταν οι διαρρήξεις και οι κλοπές και οι αλλοδαποί. Πλούσιο και κουραστικό και πολύ πιο άχαρο από παλιά ήταν ήδη το Σαββατόβραδο. Βάλε και τον κουτσουρεμένο της μισθό, που την ανάγκαζε να δουλεύει – άκου λέει! – καθαρίστρια στη ζούλα, ολόκληρη Αστυνόμος, κι από απλά άχαρο γινόταν ανυπόφορο. Και τώρα, κερασάκι στη τούρτα, αυτό. 

Η Τροχαία είχε ήδη απομακρύνει το τσαλακωμένο σαράβαλο, αλλά ο λόγος που είχε αφήσει το ζεστό της γραφείο εκείνο το κρύο και υγρό Σαββατόβραδο, και που δεν είχε πάψει να βλαστημάει, από την ώρα που δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ζητά, ήταν ακόμα εκεί: Μια μεγάλη τσιμεντένια ζαρντινιέρα του Δήμου, από αυτές  που έχουν σχήμα υπερφυσικού μπουλονιού, κομματιασμένη από τη σύγκρουση, κι ανοιγμένη σαν γαρύφαλλο. 

Το γεγονός κανονικά δεν θα ήταν ούτε στο ελάχιστο αξιομνημόνευτο, τόσες ζαρντινιέρες χάνουν κάθε μέρα τη ζωή τους στο μάταιο αυτόν κόσμο. Συμβαίνει όμως οι περισσότερες από αυτές να μην έχουν σκελετό, όπως η συγκεκριμένη: Γιατί τα φώτα του περιπολικού που την περίμενε, στραμμένα προς το επίμαχο σημείο, φώτιζαν λευκά, ανθρώπινα οστά, διάσπαρτα στο μαύρο, πηχτό, σβωλιασμένο χώμα. 

….

Ο Ιατροδικαστής Μπιμπάντα Εντμόντ έβαλε τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών στο πορτ μπαγκάζ και ξεκίνησε, γανιασμένος. Πάντα αυτόν τύχαιναν οι βρωμοδουλειές. Εκτός από εκείνο το πτώμα στο βόθρο, που είχε λάχει στον ίδιο τον  κύριο Καθηγητή, η γκαντεμιά του ήταν παροιμοιώδης. Και να τον ξημερώματα Κυριακής να σκαλίζει ζαρντινιέρες για να μαζέψει ανθρώπινα οστά, και μάλιστα σε σακκούλα που είχε αναγκαστεί να φέρει από το σπίτι. Ούτε στην Αφρική, σκέφτηκε, δεν θα είχε αναγκαστεί να βάλει από τη τσέπη του για σακκούλες. Τέτοια κατάντια! Όλα ήταν σε θλιβερή έλλειψη τον τελευταίο καιρό, κι ας είχαν υπάρξει σε βλάσφημη περίσσεια για τα πολλά πολλά χρόνια που προηγήθηκαν. Η χριστιανική του συνείδηση επαναστατούσε με πολλά που έβλεπε στην κατ’ όνομα χριστιανική χώρα που τον φιλοξενούσε, αλλά τα κρατούσε όλα μέσα του- πώς να μιλήσεις όταν είσαι ξένος, σε ποιόν να τολμήσεις ν’ ανοίξεις την ψυχή σου; Οι Έλληνες είναι ένας λαός με ψυχοσύνθεση μικρού παιδιού: Καλόκαρδοι, αυθόρμητοι, παρορμητικοί, επιπόλαιοι, μπορούν χωρίς ντροπή να θάβουν το λαό τους και τη χώρα τους σε ατέλειωτες συζητήσεις και καυγάδες, αλλά από έναν ξένο, και ειδικά από έναν Μαύρο, όπως εκείνος, δεν θ’ ανέχονταν ποτέ το παραμικρό σχόλιο. Το είχε καταλάβει ευτυχώς νωρίς αυτό, κι έτσι είχε καταφέρει να χτίσει στη φιλόξενη κατά τα άλλα αυτή χώρα, μια καρριέρα, μια ζωή- στη σιωπή. 

Καθώς πήγαινε προς το Πανεπιστήμιο, το μυαλό του γύρισε στα οστά που είχε μόλις περισυνελέξει. Η πείρα του είχε βγάλει ήδη όλα σχεδόν τα συμπεράσματα που θα έγραφε στη Έκθεσή του: Άντρας. χωρίς αμφιβολία, νεαρός, χωρίς αμφιβολία, έφηβος, κατά πάσα πιθανότητα. Λιγότερο από τρία χρόνια ζαρντινιερισμένος. Πολλαπλά κατάγματα προ του θανάτου. Βίαιος θάνατος, με μεγάλη ενέργεια κρούσης, πιθανότατα κάποιο τροχαίο «ατύχημα». Ταίριαζε και με τον τόπο του εγκλήματος. «Εγκλήματος», ναι, και μάλιστα χωρίς εισαγωγικά- έτσι θα έπρεπε κανονικά να λέγονται όλοι αυτοί οι φρικτοί φόνοι στην άσφαλτο, που στη χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλιάς είχαν βαφτιστεί «ατυχήματα». 


συνεχίΖεται >>

18 Ιουλ 2012

η ΚάΨΑ του ΣΚύλΟΥ και οι ΕΤΗΣίΕΣ



Μια φορά κι έναν καιρό (λέμε τώρα), ο Σείριος, το Α του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, το πιό λαμπρό αστέρι μετά τον ήλιο, τσουρούφλιζε την έρμη τη χώρα μας, όταν ανέτειλε μαζί με τον Ήλιο, εκεί προς το τέλος του Ιούλη, στις λεγόμενες Κυνάδες Ημέρες. Στέρευαν λοιπόν οι πηγές, ξεραίνονταν τα πάντα, κι οι άνθρωποι υπέφεραν πολύ από την τρομερή ζέστη, την ανυδρία και τις ασθένειες. Πρόκειται για τα περίφημα Κυνικά Καύματα, τότε που μόνο οι σκύλοι ήταν τόσο χαζοί ώστε να κυκλοφορούν το μεσημέρι και να καψαλίζονται, και για τα οποία ο ποιητής Αρχίλοχος έγραφε...

"Βρέξτε τα σπλάγχνα με κρασί, το αστέρι ανατέλλει!
δύσκολη τώρα η εποχή, όλα διψούν και καίγονται,
και το τζιτζίκι τραγουδά και το αγκάθι ανθίζει

Κι είν' οι γυναίκες μιαρές κι οι άνδρες κατσιασμένοι
καθώς ο Σείριος απ' την κορφή ως και τα νύχια
τους τσουρουφλίζει !"

...και ο Άρατος ο Σολεύς έγραφε...

"...η άκρη του σαγονιού του [τού Μεγάλου Κυνός] είναι ιδιαίτερα λαμπρή- πρόκειται για έν' αστέρι που οι άνθρωποι το λένε Σείριο. Όταν αυτό το άστρο ανατέλλει μαζί με τον Ήλιο, τα φυτά δεν μπορούν ν' αντισταθούν στις φλογερές ακτίνες του, τα φύλλα τους ξεραίνονται, σκληραίνουν οι ίνες τους, ή σκάει ο φλοιός τους..."

Σε απελπιστική κατάσταση λοιπόν, τσουρουφλισμένοι και διψασμένοι, οι άνθρωποι, και συγκεκριμένα οι κάτοικοι της Κέας των Κυκλάδων, ζήτησαν τη βοήθεια του Απόλλωνα, που μέσω του μαντείου των Δελφών τους σύστησε να καλέσουν για βοήθεια τον ημίθεο και ήρωα Αρισταίο, από τη Θεσσαλία.

Ο Αρισταίος, γιος του Απόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης, αναθρεμμένος από τους Κενταύρους, τις Μούσες και τις Νύμφες, άφησε την ένδοξη Φθία και τους Μυρμιδόνες κι εγκαταστάθηκε στην Κέα (Τζια), όπου έχτισε βωμό στο Ικμαίο Δία (Δία των Βροχών), και πρόσφερε θυσίες τόσο στον πατέρα των Θεών, όσο και στον καυτό Αστέρα Σείριο.

Τότε ο Δίας τους (μας) λυπήθηκε, κι έστειλε τους δροσερούς Ανέμους Ετησίες (μελτέμια), να πνέουν για διάστημα σαράντα ημερών, την καυτή περίοδο τπυ Ιουλίου Αυγούστου, όταν στον ουρανό ανατέλλει, μαζί με τον Ήλιο, ο Σείριος...



ΣΣ οι μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων είναι δικές μου Σ;ο)

20 Ιουν 2012

Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜέΝΟΣ


Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜέΝΟΣ

Πολλές φορές αισθανόμουν ότι κάποιος έπαιζε μαζί μου. Όχι κάποιος θνητός, αλλά μια Δύναμη, μια δαιμονική, αόρατη παρουσία- όχι ένας Θεός με την έννοια του Υπέρτατου Όντος- ούτε καν ένας Διάβολος με την έννοια του Απόλυτου Κακού. Έχεις δει κωλόπαιδα να βασανίζουν ζώα; Το θεωρούν παιχνίδι, τουφεκίζουν με τ' αεροβόλο τα πουλάκια που κελαηδούν στα κλαδιά, ακρωτηριάζουν τ’ ανυπεράσπιστα βατράχια, πετάνε πέτρες στις αμέριμνες γάτες, και το απολαμβάνουν όσο κανένα άλλο «παιχνίδι». Κάπως έτσι και ο Δαίμονάς μου, ένιωθα ν’ απολαμβάνει την κάθε πέτρα που μού πετούσε, την ώρα που τολμούσα λίγο να ξεχαστώ και να χαρώ, να μού κόβει τα πόδια, μόλις τολμούσα να βαδίσω, και να χαχανίζει καψαλίζοντάς μου τ' αδύναμα φτεράκια που κάποτε κάποτε τολμούσα, ο έρμος, να φυτρώσω.

Δεν είναι απαραιτήτως «κακός» ο Δαίμονάς μου. Ούτε υπερφυσικός είναι- είναι απλά ένα άγνωστο κι απροσπέλαστο για μας Ον, ανώτερο από εμάς, με την έννοια που κι εμείς είμαστε «ανώτεροι» από τα ψάρια κι από τις γάτες. Μπορεί κάποιες στιγμές να βαριέται, και να με βασανίζει από ανία, και μετά να το μετανιώνει, και να λυπάται, και να με βοηθάει για λίγο, μέχρι ν’ αλλάξει πάλι διάθεση. Μπορεί όμως και νά ‘ναι από τη φύση του σαδιστής και χαιρέκακος, και νά ‘χει βάλει σκοπό της αιώνιας (με τα ανθρώπινα μέτρα) ζωής του να παιδεύει την ασήμαντή μου Ύπαρξη. Μπορεί ακόμα να μην είναι ένας, αλλά πολλοί, με διαφορετικό χαρακτήρα και συμπεριφορά ο καθένας. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Ήξερα κάποτε ένα παιδί που ηδονίζονταν να σκοτώνει, μεταξύ άλλων, μυρμήγκια. Μπορούσε να στέκεται ώρες στο σημείο απ’ όπου περνούσαν οι ορδές τους, και να τα τσαλαπατάει, κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες, ώρες ολόκληρες, αδυσώπητα, ακούραστα, ατελείωτα, εξολοθρεύοντας κάθε φορά ολόκληρες μυρμηγκοφωλιές. Όταν βαριόταν αυτό το «παιχνίδι», έπαιρνε τα πλαστικά αυτοκινητάκια του, τζιπάκια και τανξάκια και στρατιωτικά φορτηγά, έβαζε μέσα λίγα ψίχουλα, κι όταν το μέρος γέμιζε μυρμήγκια, τα περιέλουζε όλα μαζί με οινόπνευμα κι έβαζε φωτιά.

Τέτοιος κι ο Δαίμονάς μου. Λίγα ψιχουλάκια μού ρίχνει για δόλωμα, και μόλις τσιμπήσω, μπουρλότο η Ζωή μου.

Έτσι αισθανόμουν πολλές φορές, στις ξαφνικές συμφορές και στα – φαινομενικά- αναίτια, απανωτά παιδέματα. Όσο παράλογο, όσο αστείο κι αν σας φαίνεται, ένιωθα αυτό το απαίσιο ον να με παρατηρεί, και να χαμογελά χαιρέκακα, να ηδονίζεται με τα παθήματά μου, να χτυπιέται στα γέλια με την απελπισία μου.

Αυτά ως τώρα. Γιατί τώρα τελευταία μού κατέβηκε μια νέα, ακόμα πιο αποτρόπαια, ακόμα πιο αβάσταχτη ιδέα. Μια φρικτή σκέψη πέρασε από το μυαλό μου, και δε λέει να ξεκολλήσει, και είναι ακόμα χειρότερη από τα όσα ήδη σάς εξιστόρησα:

Κι αν, λέμε, αν, ο Δαίμονας αυτός, το μισητό μου εκείνο άπιαστο και απροσπέλαστο Ον,

αν ήταν, λέει, ένα κομμάτι του ίδιου μου του Εαυτού;


<μ<

Art: "Le sacre du Printemps" by Paul Mellender

22 Φεβ 2012

Το ΧΕΡΟΥΒΕίΜ



Στη γωνία του μονοπατιού, στο δασάκι, τον περίμενε ένα Χερουβείμ.

- Αφίππευσε, του είπε, με απαλή, αγγελική, αλλά κάπως μεταλλική φωνή- κι ήταν, χωρίς καμμιά αμφιβολία, διαταγή.
- Τί είσαι; Ρώτησε εκείνος έκπληκτος. Καρναβάλι;
- Ο έχων οφθαλμούς ειδέτω, και ο έχων νου, νοείτω, απάντησε το Χερουβείμ. Άγγελος Κυρίου ειμί, κατελθών εξ Ουρανού, και ήλθον μετά Πύρινης Ρομφαίας εξελέγξειν σε, αμαρτωλέ, δια τας πολλάς σου αμαρτίας.
Κρατούσε πράγματι ένα μεταλλικό πράγμα σαν σπαθί, που έβγαζε φλόγες, και το έστρεψε πάνω στον έκπληκτο ποδηλάτη.
- Άκου να σού πω φιλαράκο, αν είσαι μασκαράς είσαι πολύ πετυχημένος, κι αν δεν είσαι δεν ξέρω από ποιο τρελλοκομείο το έσκασες, αλλά πάρε την γκουμούτσα σου από μπροστά μου γιατί θα στην χώσω στα πούπουλα και θα γίνεις κοτόπουλο μπάρμπεκιου.
- Αμαρτωλέ, ουκ εισί ο Παπαδόπουλος Γεώργιος του Ιωάννου και της Μαρίας, Ορθόδοξος έτι Χριστιανός, βαπτισθείς προ αμνημονεύτων εις Ιερόν ναόν Αγίου Ονουφρίου Κάτω Σκυλιτσίου, υπό του Μακαριστού Πατρός Ακακίου, Θεός σχωρέστον;
- Α, τώρα μάλιστα. Ώστε ξέρεις και τ’ όνομά μου. Ρε Χρήστο εσύ είσαι; Κόψε την πλάκα, σε κατάλαβα. Ομολογώ πως με ξεγέλασες για λίγο, μπαμπέση άντρα.
- Σιωπή, Αμαρτωλέ! Αρνείσαι ότι αμέλησες τον εκκλησιασμόν σου και την εξομολόγησίν σου, ότι παρέβης τας Εντολάς του Κυρίου Ημών Σαβαώθ, ότι έλαβες το όνομα Του εν τω στόματί σου επί ματαίω, ότι καθύβρισας Αυτόν εν μέθη διατελών, ότι αμφισβήτησες την Ύπαρξίν Του, και, έσχατον μεν, ουκ έλασσον δε, ότι διήγαγες έκφυλον σεξουαλικόν βίον, εκτός του Μυστηρίου του Γάμου;
- Κοίτα να δεις ρε Χρηστάκο, αυτόν τον Σάββα που ανέφερες δεν τον ξέρω, αλλά αν τον έβρισα ποτέ καλά θα τού ‘κανα, δε μού ακούγεται και πολύ σόι. Κι η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν και τόσο φρόνιμο παιδί σεξουαλικώς - αλλά στο κάτω κάτω, όλα έγιναν μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, consenting adults, you know, και μη φανταστείς και τίποτα το τρομερό πια. Εκτός κι αν σού σφύριξε η τρελλάρα η τέως μου τις φαντασιώσεις της για απιστίες που ΔΕΝ της έκανα, σκύλιασε να μ’ εκδικηθεί που δεν την παντρεύτηκα, η σάικο. Πω πω Θε μου τί γλύτωσα. Τεσπά, δεν ξέρω τι λέει αυτός ο - πώς τον είπες- Σάββας-ωθ, αλλά, μα το Γιόγκ-Σοθώθ, η γιαγιά μου η Έλενα έλεγε «παιδάκι μου, όπως τη βρίσκει ο καθένας» και δεν του πέφτει κανένας λόγος του Κυρίου αυτού, όποιος κι αν είναι.
- Ουκ ειμί "Χρηστάκος" τις, ανόητε- Χερουβείμ του Κυρίου Ημών Σαβαώθ ειμί, και συ Αμαρτωλός ει και Ασεβής διπλή μερίς, και θα τιμωρηθείς Νύν και Αεί εις τας πικράς φλόγας της Κολάσεως. Πώς ελάλησας όμως; «Η γιαγιά μου η Έλενα»; Ουκ ελέγετο Περιστέρα Καρασουμελίδου η γιαγιά σου;
- Όχι βρε Καραγκιόζη, δεν ελάλησα ακόμα, Έλενα Ακρίτα ελέγετο, κι έγραφε στον Ταχυδρόμο, το περιοδικό, you know;
Το Χερουβείμ έμεινε για λίγο άφωνο και ακίνητο.
- Έλα, Παράδεισος εκεί; είπε τελικά. Ακούει το Κέντρο; Πάλι με στείλατε σε λάθος άτομο βρε άχρηστοι, απλή συνωνυμία ήταν. Απεμπλέκομαι άμεσα. Όβερ.

Γύρισε και κοίταξε τον άλλο με πύρινο βλέμμα.
- Θα τα ξαναπούμε εμείς οι δύο, εξυπνάκια.

Είπε, κι εξαφανίστηκε,
εν Χορδαίς και Νεφέλαις.


μ

*κοινοοιήστε ελεύθερα στο fb αλλά παρακαλώ μην αναδημοσιεύσετε χωρίς αναφορά της πηγής και χωρίς ενημέρωσή μου.

14 Ιαν 2012

το λειΨό φεγγάΡι


To ΛειΨό φεΓΓάρι

Ένα παγωμένο βράδυ, ενός θλιμμένου χειμώνα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ένας τεράστιος, κατάλευκος, περιπλανώμενος Δράκος εμφανίστηκε στον ουρανό, πίσω από την Πανσέληνο. Την πλησίασε ύπουλα και αθόρυβα, της τράβηξε χωρίς καμμία ντροπή μια γερή δαγκωνιά, και την άφησε εκεί, πληγωμένη, να αιμορραγεί λευκό, μαργαριταρένιο φεγγαρίσιο αίμα.

Κανένας δεν πρόσεξε το δράμα που εκτυλίσσονταν ψηλά στον ουρανό. Γιατί ήταν, είπαμε, ένας θλιμμένος χειμώνας, και οι άνθρωποι είχαν πάψει να κοιτάζουν ψηλά. Ούτε οι ελάχιστοι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν εκείνην την προχωρημένη ώρα. Ούτε οι καντινιέρηδες που έψηναν μπροστά στις κατάφωτες καντίνες τους για να ταΐσουν τους ξενύχτηδες. Ούτε καν το αιώνιο ερωτευμένο ζευγαράκι, που φιλιέται μυριάδες χρόνια τώρα, στην Παραλία, μπροστά στο Λευκό Πύργο. Μόνο κάτι περαστικά συννεφάκια το πρόσεξαν, μα τα συννεφάκια δεν είναι μαρτυριάρικα, ούτε κι ανακατεύονται στις ξένες δουλειές, παρόλο που βλέπουν σχεδόν τα πάντα- κι έτσι δεν μίλησαν ούτε κι αυτά.

Την Σελήνη όμως την πήρε το παράπονο, έτσι που ένιωσε μόνη, πληγωμένη, κι ανυπεράσπιστη. Καταράστηκε λοιπόν τον Κόσμο να μην ξαναξημερώσει, να μείνει για πάντα όπως ήταν εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ, κρύος, σκοτεινός, και θλιμμένος. Όπως ο Χρόνος.

Η κατάρα της φυσικά έπιασε, γιατί οι κατάρες της Σελήνης πάντα πιάνουν, κι αλίμονο σε κείνον που θα τις υποστεί. Όλα πάγωσαν, κι ο Κόσμος ερήμωσε.

Όμως ο περιπλανώμενος Δράκος, βλέποντας πως δεν υπήρχε πια κανείς να υπερασπιστεί τη Σελήνη, πήρε θάρρος, και ξαναγύρισε. Μια νέα γερή δαγκωνιά, κι εκείνη απέμεινε ακόμα πιο λίγη, ακόμα πιό λειψή. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, ώσπου από τον όμορφο λαμπερό της δίσκο δεν είχε απομείνει παρά μια μικρή, κιτρινωπή φέτα, σαν κομμένο νύχι. Κι ύστερα, ένα βράδυ, τίποτα πια. Απόλυτο σκοτάδι. Τότε ο Δράκος, χορτάτος και χαρούμενος, όσο χορτάτος κι όσο χαρούμενος μπορεί να είναι ένας Δράκος, φτερούγισε μακριά, για άλλους Κόσμους.

Κι έτσι, μαζί με τη Σελήνη, έσβησε κι η κατάρα της: ξημέρωσε ξανά, κι όλα στον Κόσμο άρχισαν σιγά σιγά να κυλάνε όπως πριν. Ακόμα κι η Σελήνη, δειλά δειλά, άρχισε να ξαναμεγαλώνει τις νύχτες στον Ουρανό. Η Νέα αυτή Σελήνη όμως, δεν θυμόταν τίποτ' απ' όλ' αυτά. Ούτε κι οι νέοι άνθρωποι.

Αλλά οι άνθρωποι, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν θυμούνται τίποτα.

Γι αυτό κι υπάρχουν ακόμα Δράκοι.

μ
14-1-2012

24 Οκτ 2011

Ξ η Μ έ Ρ ω Μ α Στ Η Σ α Λ οΝί Κ η





"Δεν είμαστε πάντα αυτό που φαινόμαστε, 
και σπάνια είμαστε αυτό που ονειρευόμαστε-
διάβασα όμως, ή τ' άκουσα σ'ένα τραγούδι,
πως οι μονόκεροι, τότε που ο χρόνος ήταν παιδί,
μπορούσαν να ξεχωρίσουν τη διαφορά
ανάμεσα στην ψεύτικη λάμψη και την αληθινή,
ανάμεσα στο γέλιο της καρδιάς,
και στων χειλιών την σύσπαση"

Peter S. Beagle, "The Last Unicorn"
φωτογραφία δική μου

3 Οκτ 2011

T O Y Φ Ε Κ ί Ζ Ο Ν Τ Α Σ Κ ά Ρ Γ Ι Ε Σ



Μα τί θέλουν επιτέλους όλες αυτές οι κάργιες γύρω τριγύρω; Περιφέρουν την μαυρίλα τους στα πάρκα μας, στις πλατείες μας, στους δρόμους μας, στις αυλές μας, ακόμα και μέσα στα σπίτια μας- τσιμπολογούν τα ψίχουλά μας, ανακατεύουν τα σκουπίδια μας, υφαρπάζουν το υστέρημά μας, σκυλεύουν τους νεκρούς μας- κι όλο και πολλαπλασιάζονται, κι όλο και πληθαίνουν, κι όλο και πλημμυρίζουν τον τόπο- κατάμαυρα σμάρια τα δειλινά, όλο και πιο πυκνά, σκοτεινιάζουν τον Ουρανό, καθώς, κρώζοντας φρικτά, επιστρέφουν στις άθλιες φωλιές τους. 


Και καλά τόσον καιρό που είχαμε, και καλά τόσον καιρό που αντέχαμε, και καλά τόσον καιρό που μπορούσαμε, τις ανεχόμασταν. Tώρα, όμως; Τώρα, που σήμανε το Τέλος; Βρε ξούτ! Βρε ούστ, βρε άιντε από δω, μαύρα πουλιά της δυστυχίας!

ΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΚΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάά΄΄αάάάάάά΄΄αά΄΄α΄΄αά΄΄α΄΄αά

Κρώζετε χλευάζοντάς με, γιατί ξέρετε πως είμαι άοπλος. Νά 'χα ένα ντουφέκι, και σάς έλεγα γώ… Να μάθετε να μού λέτε εμένα:... 


...«θ’ αυξανόμαστε και θα πληθαίνουμε,
θα δυναμώνουμε, και θα παχαίνουμε,
όσο τριγύρω μας θ’ αυξάνουν 
τα ψοφίμια»


μ

10 Σεπ 2011

To ΝεροπίΣτολο

To ΝεροπίΣτολο

«Θεσσαλονίκη 2012», λέει. Εκατό χρόνια ελευθερίας και 2300 και βάλε από τότε που ιδρύθηκε, αυτή καλά έκανε, και που ιδρύθκι και που ξιλευτιρώθκι, εγώ τί φταίω, που με βασανίζει κάθε μέρα. «Κριτική Επιτροπή», και «Βραβεία», και «Καλαίσθητη έκδοση», και παπαριές, λέει. Αφού την είδα σού λέω ρε, με τα μάτια μου. Τη Μπάρμπι, ναι. Ολοζώντανη και σημαιοστολισμένη. Σ’ ένα γάμο στη Βέργια, άλλη Αρχαία κι αυτή, Σάββατο βραδάκι, γλυκού Σεπτέμβρη. Και είδα και κάτι τεράστιες πυγολαμπίδες ναααά, στην κορυφογραμμή, πάνω στην Καστανιά- όχι, δεν τα φωτογράφισα όλ’ αυτά, έχω πάψει να φωτογραφίζω, μόνο με τα μάτια μου πια- και τ’ αποθηκεύω στον εγκεφαλικό μου εγκέφαλο, και δε μού ξεφεύγει ούτε μία πόζα- θα στά 'δειχνα, μα δεν έχει ο έρμος ούτε USB ούτε HDMI, είναι παλιό το μοντέλο, βλέπεις. Μερικών εκατομμυρίων ετών. Ώστε δε με πιστεύεις, ε. Σιγά μη στεναχωρηθώ, βρε ντάβανε, που νομίζεις πως τα νερά στα Κατάπολα είναι καθαρά επειδή «έχ-αχινοί», και πως τα χόρτα παχαίνουν, επειδή «όλες οι αγελάδες είναι παχιές», και που πιστεύεις πως οι Μάγιας, που δεν ήξεραν την τύφλα τους, ήξεραν το παραμικρό για το 2012. Εντάξει, ήξεραν καναδυό πράγματα για τ' Άστρα, αλλά καμμία σχέση. Αφού εμένα έτσι κι αλλιώς, από Άστρα,  μισή Σελήνη μου φτάνει, στο είπα και τότε, στη Νάξο- εγώ, Εκείνη, και ο Δρόμος. Ολόκληρη όμως είναι πιο καλά, εδώ που τα λέμε- κυρίως γιατί τα τριζόνια Της τραγουδάνε με διπλάσιο πάθος. Πού νά 'ξεραν τα έρμα πως σε λίγο έρχεται το Κρύο. Αλλά εμένα και μισή μου φτάνει, στο ξαναλέω, για να φτάσω ως τον Άη Νικόλα, αν δεν με γκαβώσεις εσύ με τους προβολείς σου, όρνιο, και βγάλε και κανένα φλας, βλήτο, τόσο δύσκολο σού είναι να καταλάβεις πως υπάρχουν κι άλλοι σε τούτον τον μάταιο Κόσμο, και πως για να επιβιώσουν έχουν ανάγκη να γνωρίζουν πότε θα στρίψεις, και πού, ηλίθιε. Κι αν σε βρίζω, δεν είναι που δεν σε λυπάμαι, είναι που μπερδεύεις την καλωσύνη και την ευγένεια με τη βλακεία, καραγκιόζη. Και την ημερομηνία με την Νεότητα. Ναι, γερνάς. Γιατί όταν μετράς εγκαίνια μαγαζιών που έχουν ήδη κλείσει, και γενέθλια κεράκια ανθρώπων που έχουν ήδη σβήσει, τότε γερνάς. Πάντως τα σκυλιά σου δεν τα φοβάμαι πιά, αγόρασα νεροπίστολο, και πού να δεις την ξαφνιασμένη μούρη τους, όταν τολμήσουν να μού επιτεθούν. 


Σ’ αφήνω τώρα. γιατί περνάω από τη στάνη, και υλάζουν οι κύνες, όχι δεν θηλάζουν, ποιές «εκείνες», μπουζουκοκέφαλε.

Τα σκυλιά, λέω. Ουρλιάζουν.


(πλίτς!)

19 Αυγ 2011

ΔέΚα ΤελευΤαία ΛεπΤά



ΔέΚα ΤελευΤαία ΛεπΤά

19 Αυγούστου. Λέει (έλεγε) το χαρτάκι. Ώρα 13.21. Υποκατάστημα Συντάγματος. Υπόλοιπο λογαριασμού: 97,1 ευρώ. 

Τί να πρωτοπληρώσεις με 97,1 ευρώ; Το νοίκι του μαγαζιού, που έπρεπε στις 15; Τους προμηθευτές, που έχουν (είχαν) αγριέψει τελευταία; Το νοίκι του σπιτιού, που έπρεπε την 1η του μηνός, και καλά που μού (τού) έχουν (είχαν) κόψει κόψει το κινητό, γιατί θα με (τον) είχε ταράξει στα τηλέφωνα, η καρακάξα η ιδιοκτήτρια; Τη ΔΕΗ; Τα κοινόχρηστα, που βλέπω (έβλεπε) το διαχειριστή από μακριά και τρέχω (έτρεχε) να κρυφτώ (κρυφτεί);

Μπαίνω (μπήκε) λοιπόν στην Τράπεζα και ζητάω (ζήτησε) όλα μου (του) τα λεφτά. Μέχρι τελευταίας δεκάρας. Σε μισόευρα.

Περνάω (πέρασε) απέναντι και πιάνω (έπιασε) την Ερμού. Αλήθεια, πώς κατάντησε έτσι η Ερμού… πού είναι (ήταν) εκείνος ο πεντακάθαρος, λαμπερός δρόμος της Αθήνας των Ολυμπιακών, με τα κατάφωτα μαγαζιά, και τους χαμογελαστούς, καλοντυμένους, περήφανους, αισιόδοξους ανθρώπους… Τώρα όλοι είναι (ήταν) κατσούφηδες, περπατάνε (περπατούσαν) σκυφτοί, βιαστικοί, αγέλαστοι… Τώρα είναι (ήταν) κάθε μέτρο και ζητιάνος. Νέοι, γέροι, παιδιά, άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, ξανθοί, μελαμψοί, με αναπηρίες, με CD, με μπιχλιμπίδια, με γαρύφαλα, με χαρτομάντηλα, με λαχεία, με σκυλάκια, με βιολιά, με ακορντεόν, με τίποτα… κι όλοι με το χέρι απλωμένο: Ό,τι πρέπει (έπρεπε) για τα μισόευρά μου (του)!

Άρχιζω (άρχισε) λοιπόν να μοιράζω (μοιράζει) στ’ απλωμένα χέρια τα μισόευρά μου (του), ξεκινώντας από την Πλατεία, και κατηφορίζοντας την Ερμού, μέχρι να φτάσω (φτάσει) στο Μοναστηράκι, μέσα σ’ ένα δεκάλεπτο, τα μοιράζω (μοίρασε) όλα. Όλα;

Όλα, εκτός από το δεκάλεπτο. Το κοιτάζω (κοίταξε) καλά καλά, το φιλώ (φίλησε), το βάζω (έβαλε) κάτω από τη γλώσσα μου (του), και πηδάω (πήδηξε) από τη γέφυρα του τραίνου.

Που δεν προλαβαίνει (πρόλαβε), φυσικά, να φρενάρει.


…..

Μόλις φρενάρισε το τραίνο, πολλοί άνθρωποι έτρεξαν προς το μέρος του αυτόχειρα. Οι πρώτοι ήδη που προσέγγισαν το διαμελισμένο πτώμα, άρχισαν να χτυπιούνται μεταξύ τους. Η μάχη ήταν βουβή κι αλύπητη, οι αγκωνιές, οι κλωτσιές κι οι μπουνιές έπεφταν σύννεφο, μαζί με κάποιες κλεφτές δαγκωνιές.

Σύντομα ένας γεροδεμένος ψηλός κουρελής κατάφερε να επιβληθεί, και να βγάλει εκτός συναγωνισμού τους υπόλοιπους, που απέμειναν να τον κοιτούν με φθόνο, εκείνον και τη στραπατσαρισμένη λεία του, από απόσταση ασφαλείας, τρίβοντας ο καθένας τους κάποιο πονεμένο μέλος. Τότε εκείνος, έχοντας το νου του μην τυχόν και του επιτεθεί κανείς εκ νέου, άνοιξε με προσοχή το καταματωμένο πρώην στόμα, του στραπατσαρισμένου πρώην ανθρώπου, έψαξε λίγο, βρήκε αυτό που έψαχνε, ένα κίτρινο δεκάλεπτο, το έβαλε στη τσέπη του, κι απομακρύνθηκε γρυλλίζοντας.

Κανείς δεν τόλμησε να διεκδικήσει το τρόπαιό του.


μ


12 Αυγ 2011

ΣΙΒΥΛΛΙΚόΝ





Σε μιαν απροσδιόριστη Έποχή, σε κάποιο Νησί σου, θα δεχτείς να με φιλοξενήσεις- θά’ναι Δροσερά στον Κήπο σου, το ιταμό Κορμί σου, γεμάτο απρόσμενες Ηδονές- μα είναι Γραμμένο σε πανάρχαια, Ματωμένα Βιβλία, πως τα μεγάλα Θαύματα του Ίμερου κρατάνε Νύχτες τρεις- την τέταρτη Μέρα θα με προδώσεις, και θα με διώξεις σα Σκυλί- την τέταρτη Νύχτα θα με παρακαλάς να Επιστρέψω- όπως Είμαι- και θ’αρνηθώ, κι εσύ θα Φρίξεις- κι όταν δεχτώ, δε θά ‘σαι πια Εσύ- μα μην ακούς, ό,τι Ραγίσει ξανακολλάει, μην Τους ακούς- κι είμαστε μείς η Κόλλα, ή ένα Παιδί, μπορεί- δε σού τα λέω όλ' αυτά για να σε τρομάξω- για να μ’Αγαπήσεις σού τα λέω- μπας και Ξημερώσεις Φώς.


μ


photo by sophonisba@deviantart

7 Αυγ 2011

Η ωραίΑ μΑς Πόλη




Ρε φίλε, "η όμορφή μας πόλη" και "η μαγική μας πόλη" και "η ερωτική μας πόλη"- ποιά πόλη και ποιών "σας"; Η ίδια είναι  η δική μου και η δική σου πόλη; Η πόλη σου, ρε, βρωμάει μούχλα, ανθρώπινα κάτουρα και σκυλίσια κόπρανα- η πόλη σου βρωμάει αγωνία, δυστυχία, απελπισία- η πόλη σου ζέχνει αδιαφορία και υποκρισία και  σκληρότητα.              "Όσοι το χάλκεον χέρι 
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσι-
θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία."
Κι αν δε με πιστεύεις, έλα να σού δείξω τα κοπάδια των εξαθλιωμένων αδέσποτων σκύλων που τσακώνονται κάθε βράδυ γωνία Κυκλώπων και Κενταύρων- άθλια στενάκια και τα δύο. Έλα να σού δείξω τα κοπάδια των άθλιων δεσποζόμενων ανθρώπων,  που τσακώνονται κάθε μέρα σε κάθε διασταύρωση των Λαμαρινένιων Ποταμών αυτής της πόλης. Έλα να σού δείξω τα κλειστά μαγαζιά και τις εγκατελειμμένες βιοτεχνίες, τα ρημαγμένα εργοστάσια- τις φτωχογειτονιές με τα τσιμεντένια δέντρα και τις οχταόροφες μπετονένιες φρίκες, τα καμμένα βουνά γύρω γύρω, τη βρώμικη θάλασσα

"κι αν έπεσεν ο πτερωθείς
κι επνίγη θαλασσωμένος,
αφ' υψηλά όμως έπεσε
κι απέθανεν ελεύθερος"

Έλα να σού δείξω τους ανάξιους αιρετούς Άρχοντες και τους καθ' όλα αντάξιούς τους ψηφοφόρους τους. Τους διεφθαρμένους Φύλακες και τους δειλούς και μοιραίους Φυλασσόμενους, με  "βαρύ" το "χάλκεον χέρι του φόβου" να τους πλακώνει. Αυτή είναι ρε η πόλη σου. Η πόλη σου, και πόλη μου, ναι, η πόλη μας- δυστυχώς, πολύ δυστυχώς, τί ντροπή, αυτό το "μας". Αλλά ξέχασα, εσύ θεωρείς ντροπή τα τσαντήρια των Αγανακτισμένων στην Πλατεία- χαλούσαν βλέπεις την λεπτεπίλεπτη αισθητική σου, και τί θα έλεγαν και οι τουρίστες, για σκέψου, τί φρίκη. 


Για την ωραία μας πόλη. 

"...νόμιζε
φρικτόν τον τάφον."


μ

4 Αυγ 2011

ΝέμεΣις





…ύστερα, πίσω από το Αρχαίο τους Κάστρο, βγήκε τελικά ένα αποτρόπαιο κάτι, σαν Φεγγάρι- τόσο μεγάλο, τόσο κόκκινο, τόσο λερό, σαν χαλασμένο αίμα, που όλοι πίστεψαν πως ήρθε πια στα σίγουρα το Τέλος, και άρχισαν να πέφτουν στα γόνατα, και να μετανιώνουν για τις ασήμαντες πράξεις τους, και για τις αξιογέλαστες παραλείψεις τους, και να κλαίνεκαι να παρακαλάνε για Έλεος- όταν όμως πέρασαν οι ώρες, και δε φάνηκε κανένας Άγγελος Τιμωρός, και δεν έλαμψε καμμία Πύρινη Ρομφαία, και δεν ξέσπασε κανένα Θεϊκό Μένος, κι από την Ανατολή άρχισε δειλά δειλά να σπάει το Σκοτάδι, και να χαράζει η Νέα Μέρα, τότε αλάφιασαν τελείως, κι άρχισαν, Δίκαιοι και Άδικοι, να βυθίζουν οι ίδιοι τα μαχαίρια τους στο στήθος τους, και στο στήθος των παιδιών τους, κι έπεφταν σαν ποντίκια όλοι μαζί από τις ψηλές επάλξεις, κι από τους άγριους γκρεμούς, κι έβαζαν στο λαιμό τους θηλιές, και μόνοι τους κρεμιόταν- ώσπου δεν έμεινε πιά σχεδόν κανένας τους Ζωντανός, μόνο κάτι μωρά, που σπαρταρούσαν στο κλάμα 

τόσο πολλή ανάγκη είχαν, οι άνθρωποι εκείνοι, λίγη Δικαιοσύνη
μια κάποια Τιμωρία

μ

4 Ιουν 2011

έΝΑ ΧέΡΙ ΣΤό ΟΔόΣΤΡΩΜΑ



Σήμερα θα σάς πώ μιαν αληθινή ιστορία, που μάς την διηγούνταν με δέος ο Καθηγητής μου στη Γαλλία, ένας διεθνούς φήμης αρχοντάνθρωπος, με τεράστιο κύρος και πείρα στην Επανορθωτική Χειρουργική. Επαναλαμβάνω, η ιστορία είναι 100% αληθινή. Εσείς όμως δείτε την σαν αλληγορία, σε σχέση με όλα όσα μάς συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό...

Μετά από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα, δύο φίλες κατάφεραν να βγουν από το τουμπαρισμένο και στραπατσαρισμένο τους αυτοκίνητο, κι έντρομες αναλογίζονταν τί ήταν αυτό τους συνέβη, προσπαθώντας να συνέλθουν. Κάποια στιγμή λέει η μία "ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα". "Ναι, είχαμε μεγάλη τύχη", απαντάει η άλλη. Όμως κάτι περίεργο τράβηξε την προσοχή της. "Για δες! Τί είναι αυτό!!!!! Ένα ανθρώπινο χέρι στο οδόστρωμα!!!!!! Τί παράξενο! Τίνος να είναι άραγε;"

Το χέρι ήταν φυσικά της μιας από τις δυό τους, ακρωτηριασμένο από τον ώμο. Πνιγμένη μέσα στην αδρεναλίνη του ατυχήματος, η κοπέλα δεν το κατάλαβε πως ακρωτηριάστηκε. Ούτε και πονούσε.



"To Κακό επικρατεί μόνο όταν οι Καλοί μένουν σιωπηλοί" 

μ

ΥΓ: Θ'απουσιάσω από το Διαδίκτυο για δέκα μέρες... καλή μας e-αντάμωση και καλό μας κουράγιο...

25 Μαΐ 2011

ΛίΓο ΜΕτά




Θυμάσαι, Μαρινάκι, πώς κρατιόμασταν χεράκι χεράκι; Θυμάσαι, Χνουδάκι, πώς έλαμπε το φεγγάρι πάνω από την Αγία Σοφία; Θυμάσαι, Φιλάκι, πώς κοιμόμασταν αγκαλιά, ένα, οι δύο εμείς; Θυμάσαι πώς σε χάιδευα απαλά, παντού, στο ρυθμό τη μουσικής;

Το ξέρω, υπάρχουν ακόμα Παιδιά, και Παιδιά ίσον Μέλλον, θα μου πεις- μα στο Σχολείο της Ζωής διδάσκονται την Απελπισία στην Έκθεση, την Εντροπία στη Φυσική, την Εξουδετέρωση στη Χημεία, τις Ανισώσεις στα Μαθηματικά. την Τραγωδία στ’ Αρχαία, το Εγώ στην Ψυχολογία, την Προδοσία στην Ιστορία- ναι είναι Παιδιά, όπως εμείς, και σαν Παιδιά Ερωτεύονται-  μα οι Έρωτές τους συνθλίβονται, στο λέω, πριν ανθίσουν

Πώς έγιναν τα Παιδιά μας Αγρίμια; Πώς έγιναν τα Όνειρά μας Εφιάλτες; Πώς έγιναν οι Ελπίδες μας Φόβοι; Πώς έγιναν τα Σχέδιά μας Σχεδίες διαφυγής; Πώς έγινε η Φωνή μας Κραυγή Σιωπής; Πότε περάσαμε το Σημείο της Μη-Επιστροφής; 


μ


2 Μαΐ 2011

ΣτουΣ ΚήΠΟυΣ Του ΠαΣά


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα Κάστρο δίπλα στη Θάλασσα, ζούσε ένας ερωτευμένος Πασάς. Κι έφτιαξε, για χάρη της Αγαπημένης του, μόλις έξω από τα τείχη, στους λόφους που αγνάντευαν το Λιμάνι, κάτι παραμυθένιους Κήπους. Κι έβαλε, λέει, στο κέντρο τους, ένα παράξενο πέτρινο συντριβάνι, σαν ξερονήσι μέσα στο πράσινο, σαν γλυπτό βράχο του πελάγου, με γύρω γύρω πέτρινα παρτέρια, γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια.

Μετά έγιναν πράγματα και κλάματα και συμφορές και θαύματα- άνθρωποι χάθηκαν, άνθρωποι έφυγαν, άλλοι ήρθαν, πέρασαν μπόρες και χαμοί και δύσκολοι καιροί- ο Πασάς πήρε πόδι, γι’ άλλες θάλασσες, μαύρες- οι Κήποι του ρήμαξαν, το συντριβάνι του ξεράθηκε, τα λουλούδια στα παρτέρια μαράθηκαν, την άνοιξη μόνο φύτρωναν κάτι αγριόχορτα- ακόμα και η Θάλασσα στον ορίζοντα σιγά σιγά έπαψε να θαλλασίζει, άδειασε από βαρκούλες και παιδιά, και γέμισε σκουπίδια, και βρωμερή πορτοκαλιά γλύτσα… Κανείς δε θυμάται πιά ούτε τον πασά, ούτε την αγαπημένη του- μόνο κάτι Παράξενοι κυκλοφορούν τις Νύχτες, ψάχνοντας στα ερείπια Δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, και Μυστικά που δεν υπάρχουν. Μα την Άνοιξη, στα παγκάκια γύρω από το ρημαγμένο συντριβάνι, τα ζευγαράκια εξακολουθούν να φιλιούνται, κι ας χέζουν τριγύρω οι δεσποζόμενοι σκύλοι το χορτάρι, υπό τα περήφανα βλέμματα των ανθρώπινων γονιών τους.

Μα πες μου, ομορφιά μου, τί ν'απέγινε η αγαπημένη του Πασά; Κι εσύ, ποια άραγε νά 'σαι; Μην είσαι σύ Εκείνη;


Κι αν είσαι εσύ, πώς να σ’ αναγνωρίσω... Κι αν είσαι εσύ, πώς να σ’ αγαπήσω, που ψωνίζεις στο ίδιο φτηνομάρκετ με μένα, γατοτροφές που δεν τις τρώνε ούτε τ’ αδέσποτα; Σου πιάνω κουβέντα, για γάτες και για γατοτροφές, α, ώστε την κόκκινη την τρώνε, σού χαμογελώ, μού χαμογελάς, σού συστήνομαι, μύ συστήνεσαι, μα δε θα ζητήσω το τηλέφωνό σου, κι ας διαισθάνομαι την αμοιβαία έλξη, ομορφιά μου-, στο λέω, αποκλείεται να πάμε κάπου μαζί, είμαστε καταδικασμένοι από την αρχή- γιατί, για σκέψου, λέει, να γινόσουν η Αγαπημένη μου, και να γινόμουν ο Πασάς σου, και να ονειρευόμασταν, λέει, να χτίσουμε μαζί τους Κήπους μας, γεμάτους γατιά και παιδιά, πού θα βρίσκαμε Χώρο, σε τούτον το στενό Τόπο, σκέψου, λέει, να γινόσουν η Αγαπημένη μου, και να μού ζητούσες ένα Συντριβάνι, πού θα 'βρισκα Νερό, σ' αυτά τα ξερά τα Χρόνια, σκέψου να μάς ρωτούσαν πού γνωριστήκαμε, τί θα τους λέγαμε;

«Στο Lidl της Ολυμπιάδος;» …



28 Απρ 2011

ΗΜΕΡΟΛόΓΙΟ ΧΡΕΩΚΟΠίΑΣ Ι



12 Νοεμβρίου (περίπου)

Έχω καιρό να γράψω. Αλλά σήμερα υπάρχει λόγος: Σήμερα σκότωσα τα γατιά μου. «Ευθανασία» το έλεγαν παλιά, αλλά όχι, απλή δολοφονία είναι- εγώ τα δολοφόνησα, χωρίς «εύ-», μόνο με πόνο, πολύ πόνο. Έτσι κι αλλιώς όμως ήταν ήδη σε άθλια κατάσταση, πειναλέα και ψωριάρικα, σκιές του παλιού εαυτού τους. Και τί άλλο να έκανα; Οι γατοτροφές είναι πιά μια μακρινή ανάμνηση, τα περισσότερα παιδιά πεινούν, άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα, και δεν άντεχα έτσι κι αλλιώς να τα βλέπω έτσι κοκκαλιάρικα, σκέτη ταλαίπωρη γουνίτσα, κόκκαλα, και δυό τεράστια μάτια, να σε κοιτάζουν και να περιμένουν αυτό που δεν μπορείς πια να τους δώσεις: Ζωή...

 Ελπίζω τουλάχιστον, χωρίς τα δύστυχα τα μαδημένα μου τα γατιά, να βελτιωθεί κάπως το αλλεργικό μου άσθμα, μια που χωρίς φάρμακα έχει γίνει ανυπόφορο. Ήταν όλα εισαγόμενα βλέπεις… Έχω ακόμα ένα τελευταίο σπρέι, με ελάχιστες δόσεις, που το φυλάω με νύχια και με δόντια για τις πολύ σοβαρές κρίσεις.

Ακόμα μια φορά μού έκλεψαν τις κότες από τον ακάλυπτο. Τί να πεις; Και τί να κάνεις; Να κάτσεις καραούλι όλη μέρα κι όλη νύχτα να τις φυλάς; Να τις πάρεις στο κρεβάτι να κοιμούνται μαζί σου; Με τόση πείνα τριγύρω το παράξενο είναι που δεν τις έκλεψαν πιο νωρίς, ένα μήνα τώρα φάγαμε τουλάχιστον μερικά αυγουλάκια, κι εγώ και η γιαγιά. Το πρόβλημα είναι τώρα, ακόμα κι αν βρω κάπου με κάποιον τρόπο καναδυό αυγά, πώς θα επωαστούν, χωρίς κότες. Να τα κλωσσήσω εγώ λίγο δύσκολο. Μάλλον θα πρέπει να κλέψω κι εγώ  με τη σειρά μου καμμία κότα από κάπου, για μαγιά, γιατί έτσι κι αλλιώς λεφτά δεν υπάρχουν, εκτός αν πουλήσω τη γιαγιά για πειράματα στη Γερμανία, αλλά κι αυτό δύσκολο, διάβασα σε μιαν εφημερίδα τοίχου προχτές πως έχουν φρακάρει από Έλληνες και δεν χρειάζονται άλλους, πόσο μάλλον μια ταλαίπωρη γιαγιά. Που δεν τη βγάζει έτσι κι αλλιώς για πολύ, η κακομοίρα… γιατί και πετσί και κόκκαλο έχει μείνει, και ο καιρός άρχισε πάλι να ψυχραίνει, και χωρίς τα φάρμακά της βαράει κάτι πιέσεις τριψήφιες και κάτι ζάχαρα αστρονομικά. Τουλάχιστον δεν κινδυνεύει πια από τη χοληστερίνη, χαχαχά, γελάσαμε πάλι.

Έχω φυλάξει με νύχια και με δόντια καμμιά δεκαριά λίτρα βενζίνη, κι έχουν γλυτώσει ως τώρα γιατί κανείς δεν υποψιάζεται πως αυτός ο σωρός από λαμαρίνες και σκουπίδια, που κάποτε ήταν ενα αυτοκίνητο, με λίγο σπρώξιμο είναι (πιθανόν) δυνατόν να πάρει μπρος και να κινηθεί. Δέκα λίτρα το πολύ είναι, φτάνουν για καμμιά κατοσταριά χιλιόμετρα, ίσως και για λίγο παραπάνω. Για ώρα ανάγκης. Αλλά και πού να πας;

Φεύγω τώρα για το βουνό με το ποδήλατο, ναι ποδήλατο καλά διάβασες, το έχω ακόμα, ναι μαζί του κοιμάμαι, γι αυτό δεν μού το έχουν κλέψει ως τώρα- πάω να γεμίσω τα μπουκάλια με νερό από το ρέμα, να μαζέψω κανένα κλαράκι για φωτιά, και ν' αναζητήσω το φαγητό της ημέρας. Α ρε έρμα γατάκια μου. Αν τρώγατε χόρτα, κάστανα και κράνα, θα επιζούσατε ακόμα για κάνα-δυό μήνες…



5 Απρ 2011

Η ΣτερNή ΔιαΘήκη




 3 Κι όταν δεν είχαν τίποτα πιά να ξεπουλήσουν, προκειμένου να πλουτίσουν, Πατρίδα, Αξιοπρέπεια, Ανθρωπιά 


2 όταν, προκειμένου να υπάρξουν, δεν είχαν  τίποτα πιο ακριβό να τ’ αποκτήσουν, τίποτα ακόμα πιο προκλητικό να πουν, να ενσαρκωθούν,  ν' αναπαραστήσουν

1 τότε, εκείνοι οι Στερνοί,  Στεγνοί, Στυγνοί άνθρωποι,  αποφάσισαν πως η Ανθρωπιά, η Τέχνη, η Ομορφιά, πάει πια, πέθανε, κι άρχισαν να συλλυπούνται αλλήλους, λίγο πριν αυτοκαταστραφούν- παρανάλωμα του πυρός, σε φαραωνικούς τύμβους από τοξικά χαρτονομίσματα 


0  παίρνοντας και τους Αθώους μαζί τους._"

Η Στερνή Διαθήκη, κεφ. Ω', εδάφιο ω', 3-0
(γνωστού-αγνώστου αναγνώστου)

28 Φεβ 2011

Το ΧΡοΝΙΚό ΤηΣ ΟικοΝοΜικήΣ άλωΣηΣ της ΑυλΟκΡατορίας (Των ΜαυρoΔούκα- Φραγατουτζή)



Κι έτσι έγινε, και στους Καιρούς εκείνους τους Έσχατους, οι έσχατοι των Ρωμιών ("έσχατοι" όχι χρονικά, αλλά ποιοτικά, ως ιδιοτελείς, επιπόλαιοι, χειραγωγήσιμοι, ανερμάτιστοι και αμνήμονες), είχαν χωριστεί στους Ενωτικούς ή Μνημονιακούς, με Ευαγγέλιο το Μνημόνιο, και στους Ανθενωτικούς ή Αντιμνημονιακούς. Υπήρχε και μια Τρίτη φράξια, που είχε γραμμένα τα της Κρίσεως στα ιερά Ουτοπικά της Κατάστιχα, και εν μέσω της επικείμενης Άλωσης, αγωνιζόταν για τα δικαιώματα κάποιων Γότθων μισθοφόρων, που έκαναν απεργία πείνας, ζητώντας μονιμοποίηση. Η συντριπτική πλειοψηφία του Λαού πάντως, ταυτιζόταν με τις δύο Μεγάλες Παρατάξεις:

Οι Αντιμνημονιακοί ή απλά Ανθενωτικοί ήταν πολλών ειδών: καιροσκόποι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί, λαϊκιστές πατριδοκάπηλοι, λαύροι αντίπαλοι του Πάπα και της Δύσης, αδιαπραγμάτευτοι υπέρμαχοι της Σοσιαλιστικής Ορθοδοξίας, ανένδοτοι αγωνιστές του Δεν Πληρώνω- αποκήρυσσαν την Ένωση και το Ευρώ της με κάθε τίμημα. «Την γαρ Λατίνων ούτε την βοήθειαν ούτε την νομισματικήν ένωσιν χρήζομεν», έλεγαν, βδελυσσόμενοι όσους υποστήριζαν πως η Δύση ήταν η μόνη ελπίδα σωτηρίας. 


Οι Ενωτικοί, από την άλλη, που βρίσκονταν και στην Εξουσία, έδιναν Γη και Ύδωρ στη Δύση, υπερασπιζόμενοι απελπισμένα την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, προσπαθώντας ταυτόχρονα με νύχια και με δόντια να κρατήσουν τα κεκτημένα τους σε Πολιτική Δύναμη, σε κοινωνικό στάτους, σε εγχώρια και Οφσόουρ Φέουδα. Αλίμονο όμως, είς μάτην! Τί κι έσπευδαν απεγνωσμένα να ξεπουλήσουν ό,τι ασημικό είχε απομείνει από τη Δημόσια Περιουσία, τί κι αν ο ίδιος ο Αυλοκράτωρ, ο Γεώργιος ο Γ’ ο Ανδρεα-λόγος, έτρεχε πανικόβλητος στις Ρώμες και στα Βερολίνα ζητιανεύοντας, τι κι αν ξεροστάλιαζε σε Συνάξεις, Συμπόσια και Δείπνα, καβάλα στα εντυπωσιακά του άτια, τα στολισμένα με χρυσάφι και πορφύρα, εκλιπαρώντας τη βοήθεια των Ευρωπαίων, τι κι αν υπερασπίστηκε με κάθε τρόπο την Ένωση, που είχε συνυπογράψει επανειλημμένα στις Συνόδους του Μααστρίχτ και του Δουβλίνου και της Φερράρας – Φλωρεντίας και της Ρώμης. Τι κι αν συναίνεσε, στους Έσχατους Καιρούς, σ’ ένα ταπεινωτικό για τη Σοσιαλιστική Ορθοδοξία Μνημόσυνο. Ελάχιστοι Ευρωπαίοι τον άκουγαν με συμπάθεια, κι ακόμα πιο ελάχιστοι είχαν τη διάθεση να βοηθήσουν.


Έτσι έγινε, κι όταν η Οθωμανική Οικονομική λαίλαπα είχε πια φτάσει μόλις έξω από τα ταλαιπωρημένα Τείχη της Βασιλεύουσας, με τα τεράστια Κανόνια της να βροντούν, αποκλείοντας κάθε οδό διαφυγής, σφίγγοντας σαν μέγγενη την αμαρτωλή μα πολύτιμη Εθνική Οικονομία, ο Αυλοκράτωρ Γεωργάκης ανέκραξε ηρωικά προς το όργανο της Διεθνούς Κερδοσκοπίας, το Σουλτάνο των Οικονομανών:

"Τό δέ το Ευρώ σοι δούναι, ουτ' εμόν εστί ούτε άλλου τών κατοικούντων εν αυτό... Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν, καί ού φεισόμεθα του μισθού και της σύνταξης και της περίθαλψης ημών....''

 Τότε, στην πιο κρίσιμη στιγμή της Κρίσης, πολλοί από τους υπερασπιστές πέταξαν τα όπλα, φωνάζοντας «Καλύτερα σαρίκι Χρεωκοπίας, παρά δούλοι του Πάπα της ΕΚΤ». Κάποιοι πονηροί αυλοκόλακες, όπως ένας άθλιος τζουτζές, ονόματι Κουρής, λέγεται μάλιστα πως προχώρησαν ακόμα παραπέρα, ανοίγοντας στους επελαύνοντες Εχθρούς την Κερκόπορτα. Έτσι έγινε, και παρά την ηρωική άμυνα κάποιων ελάχιστων ευσυνείδητων κορόιδων, που είχαν απομείνει να θυσιάζονται για την Πατρίδα, μπήκαν στην Χρεωκοπημένη Πολιτεία οι εχθροί, σφάζοντας και λεηλατώντας ό,τι είχε απομείνει.


Δεν είχαν απομείνει βέβαια και πολλά… Φτώχεια και δυστυχία είχε απομείνει, μετά από τετραετίες και τετραετίες εμφυλίων σπαραγμών και διαμαχών, Διαφθοράς, Διαπλοκής, Οικογενειοκρατίας, Λεηλασίας του Δημοσίου ταμείου. Οι περισσότεροι από τους Άρχοντες και τους Πλούσιους είχαν ήδη εγκαταλείψει τον «βυθιζόμενο Τιτανικό», όπως αποκαλούσαν το Κράτος, την είχαν λοιπόν κοπανήσει έγκαιρα, πολύ πριν την τελική Πτώση, στέλνοντας  τις μπίζνες και το χρυσάφι τους στην Πέραν των Άλπεων Γαλατία, στο Λουξεμβούργο και στα Νησιά Βανουατού. Κάτι κακομοίρηδες μόνο απέμεναν για να σφαγιασθούν, όσοι δεν είχαν τον τρόπο ή το κουράγιο ή την ξεδιαντροπιά να το σκάσουν.



Τραγική φιγούρα της Πτώσης, ο Μέγας Δούξ της Αυλοκρατορίας του Δικομματισμού, ο Αντωνάς Σαμαράς, ένας κουτοπόνηρος και ιδιοτελής Ανθενωτικός, που ενώ τα είχε κάνει πλακάκια (όπως νόμιζε) με τον Σουλτάνο ΧρεωκοπάμεΘ τον Πτωχευτή, ήταν τελικά από τους πρώτους που σφαγιάσθηκαν, μαζί με την Αυλή του, την Νέα Νέα Δημοκρατία. Δεύτερη τραγική φιγούρα, ο υπερήλικας Πατριάρχης των Ανθενωτικών Αντιμνημονιακών, ο Γενναμίκιος Θεοδωράκιος ή Σπίθας, που διορίστηκε μεν νέος και παντοδύναμος Πατριάρχης  λίγο μετά την Πτώση, από τον ίδιο τον Σουλτάνο ΧρεωκοπάμεΘ, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε, πικραμένος κι απελπισμένος, κι αποσύρθηκε σε μοναστήρι, για το υπόλοιπο της πολυτάραχης ζωής του...



(c) Μιλτιάδης θαλασσινός 2011
επιτρέπεται η αναδημοσίευση μετά από ενημέρωσή μου και με αναφορά της πηγής (www.mavrosgatos.blogspot.com)