Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι συνεντεύξεις του Μαύρου Γάτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι συνεντεύξεις του Μαύρου Γάτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Σεπ 2010

ΥΠάΡΧΕΙ ΖΩή ΜΕΤά ΤΟ FACEBOOK?????


Επειδή χτες (στο facebook) δεν καταντήξαμε σε συμπέβρασμα σχετικά με το καίρινο ερώτημα "Υπάρχει ζωή μετά το facebook;;;;", εγκάλεσα από το Υπερπέραν του http τον Σεβασμιόγατο και Δικτυότατο, Επίσχολιο Facebook & Μητροποσυνδεσμίτη Youtube, k.k. Ηλεkτρόνιο, για να μάς ξεκαθαβρίσει Τοιχολογικώς το θέμα, πέρα από κάθε αμφιβολίδα.

Ο Γάτερ Ηλεκτρόνιος είναι, μην το ξεχνάμε, εκτός των άλλων Τίλτων του, Προσγάτης των απανταχού-αχού Blogger και Πνευμαντικός μου Γατέρας.

Μαύρος Γάτος (Μ.Γ.): Γάτερ, σας ευαριστώ που e-ρθατε σήμερα εδώ, να μάς φωρτίσετε πάνω σε ένα τόσο σημαντρικό ιζήτημα.

+Γ.Ηλεkτρόνιος+ : Καθήκι μου, τεκνό μου.

Μ.Γ.: Γάτερ, ΥπΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟ FACEBOOK, όπως υπόσκεφται η e-κλησσία;

+Γ.Ηλεkτρόνιος+ : Όχι, παιδί μου. Λέμε και καμμιά μαλακία περί Μέλλουσας Ζωής πού και πού, για να περνάει e-ώρα... e-Μαύρη αλήθεια είναι πως αν μπεις μια φορά στο FB, δεν ξαναβγαίνεις. Ποτέ.

Μ.Γ.: Ό,τι like, ό,τι comment, κι ό,τι αρπάξει ο Τοίχος μας λοιπόν....

+Γ.Ηλεkτρόνιος+ : Ααααααακριβός, τεκνό μου. Κόψε κάντη.

Μ.Γ.: Μάς υπερχρεώσατε, Γάτερ.

+Γ.Ηλεkτρόνιος+ : Το ξέρνω, τεκνό.


ΥΓ: όσοι δεν είστε φίλοι μου στο fb.... προσέλθετε! Εκεί βρίσκομαι πια περισσότερο απ' ό,τι εδώ.... Θα με βρείτε σαν Mavros Gatos - με σήμα τα κεραμίδια!

12 Αυγ 2010

Οι ΝύΧτεΣ τΟυ ΔυτιΚού ΝείΛου



Λίγο μετά την έναρξη της επιδημίας άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα ανεξήγητα φαινόμενα: Μπανανιές και χουρμαδιές ξεφύτρωναν από το πουθενά σε πάρκα και πλατείες. Τα καχεκτικά δέντρα των λερών πεζοδρομίων φούντωναν απότομα και μεταλάσσονταν σε τεράστιες φοινικιές. Στην ημιέρημη πόλη, που λίγες μέρες πριν μύριζε ψοφίμι κι απελπισία, ευώδιαζαν τώρα απ' όλες τις μεριές γιασεμιά, αρωματικοί ναργιλέδες κι εξωτικά μπαχαρικά. Τα λιγοστά έτσι κι αλλιώς αυτοκίνητα εξαφανίστηκαν, και καμήλες άρχισαν να παρελαύνουν στους διακεκαυμένους δρόμους, όπου η άσφαλτος είχε μυστηριωδώς μετατραπεί σε παχιά, βελούδινη άμμο.

Οι εναπομείναντες κάτοικοι, όσοι δεν είχαν μπορέσει να φύγουν δηλαδή, παραξενεύτηκαν στην αρχή, γρήγορα όμως συνήθισαν τη νέα πραγματικότητα: παραδομένοι από καιρό στη Μοίρα, δεν έλπιζαν πιά τίποτα, έτσι κι αλλιώς. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των εφημερευόντων δημοσιογράφων λοιπόν, όχι μόνο δεν πανικοβλήθηκαν, αλλά αδιαφόρησαν πλήρως για τη Νόσο -πού να τα βάζεις τώρα με εξωτικούς θανατηφόρους Ιούς, το είχαν ξαναδεί πολλές φορές το έργο, πόσο μάλλον που τα συμπτώματα του συγκεκριμένου δεν έμοιαζαν –τελικά- καθόλου άσχημα.


Κι έτσι συνήθισαν να μην κυκλοφορούν καθόλου τις ημέρες του Πυρετού, και να ξετρυπώνουν από τα σπίτια τους τα δειλινά, φορώντας άνετες και δροσερές κελεμπίες, για να περπατήσουν στα φοινικοδάση των στενών και των λεωφόρων, να ψωνίσουν ευωδιαστά φρούτα από τα σουκ με τα πολύχρωμα λαμπιόνια, που είχαν αντικαταστήσει τα χλιδάτα εμπορικά κέντρα και τους θορυβώδεις εμπορικούς δρόμους, να μασουλήσουν υπόγλυκα ξυλοκέρατα και χουρμάδες, να πιούν ένα δυνατό αράκ με την παρέα τους, να καπνίσουν το ναργιλέ τους, ακούγοντας τα νέυ και τα γιουκαλίλι που έπαιζαν σε κάθε γωνιά, να τραγουδήσουν όλοι μαζί αργόσυρτα, ηδυπαθή τραγούδια.


Όλα αυτά τα θαυμαστά κράτησαν μέχρι που επέστρεψαν ομαδικά τα καραβάνια με τους εκδρομείς του Δεκαπενταύγουστου, όταν όλα ξανάγιναν ξαφνικά– ως δια μαγείας - όπως πριν. Ως την Έκθεση, ο Ιός του Δυτικού Νείλου δεν ήταν πια παρά μια αχνή, μακρινή ανάμνηση.

Μέχρι που κάποιοι έλεγαν πως δεν υπήρξε ποτέ

10 Μαΐ 2010

Οι ΣυΝΕΝΤΕύΞεις Του ΜαύΡΟυ ΓάΤου: Ο Κ. ο Άστεγος (ή "BEAUTY IS UP THE ASS OF THE BEHOLDER")



Ο Κ. είναι τριάντα χρονών. Έχει δυό γαλανά μάτια, ένα καστανό μουσάκι, ένα καπελάκι, μια κουβερτούλα, μια πλαστική σακκούλα, κι ένα τραύμα στη μύτη. Εδώ και δύο μήνες κοιμάται στο ύπαιθρο, στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Ο Κ. ήρθε από ένα χωριό της Μακεδονίας. Είχε εκεί ένα σπίτι, όπου ζούσε με τη μητέρα του, αλλά του το πήρε η Τράπεζα, όταν έπεσε έξω η βιοτεχνία ρούχων που είχε από τον πατέρα του. Όταν πέθανε και η μητέρα του, αποφάσισε να φύγει από το χωριό, αφού δεν υπήρχε τρόπος να βγάλει το ψωμί του. Έχει κάποιους φίλους εκεί, και μιαν αδερφή, που δε γνωρίζουν τώρα ότι κοιμάται στο δρόμο, ξέρουν απλά ότι είναι στη Θεσσαλονίκη και ψάχνει για δουλειά- δεν άντεχε να βλέπουν όλοι την άθλια κατάστασή του, δεν ήθελε να γίνεται βάρος, δεν άντεχε να ζει από ελεημοσύνη, ούτε φυσικά μπορούσε να ζήσει σαν άστεγος εκεί. Προτίμησε να έρθει  ν' αναζητήσει μια δουλειά εδώ, όπου είναι τουλάχιστον ξένος μεταξύ ξένων. Εδώ ντρέπεται κάπως λιγότερο...

Ο Κ. ψάχνει, δυό μήνες τώρα, για δουλειά, εδώ, στη μεγάλη πόλη. Ξέρει να ράβει επαγγελματικά, όντας πρώην βιοτέχνης, μα οι περισσότερες βιοτεχνίες έχουν κλείσει, κι όσες ακόμα επιβιώνουν, απολύουν προσωπικό, δεν προσλαμβάνουν. Ελπίζει να βρει δουλειά σαν οικοδόμος, είναι γερός, λέει, αντέχει. [Δεν αντέχει όμως η οικοδομή, βρε Κ., πάει κι αυτή κατά διαόλου…]

Ο Κ. συνεχίζει να ψάχνει για δουλειά. Και δε βρίσκει. Στο μεταξύ, ζει στο δρόμο. Και ντρέπεται. Αλλά ελπίζει.

Ακόμα.


AN ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ., 
ΑΣ Μ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙ!
Σημείωση: Η συνέντευξη έγινε εν γνώσει του Κ. ότι θα δημοσιευτεί στο διαδίκτυο.

25 Μαρ 2010

Ο ΑνθρώΠινος ΠόΝος: η ΝτροΠή και η ΒιασύΝη

.



Είναι μια φτωχοντυμένη, ψιλόλιγνη, χλωμή, λιανή γυναικούλα, πολύ πάνω από τα εβδομήντα. Κοντεύει να καταρρεύσει, στηρίζεται -με φανερή δυσκολία- σε μια λάμπα του παραλιακού πεζοδρομίου της Λεωφόρου Νίκης. Όλοι περνούν δίπλα της κάνοντας πως δεν τη βλέπουν. Βιάζονται. Δε νοιάζονται. Είναι μεσημέρι, αργά παρά δέκα. Ο ανοιξιάτικος ήλιος καίει. Βιάζομαι κι εγώ.

Την προσπερνώ με το ποδήλατό μου, μερικά μέτρα, μα επιστρέφω αμέσως, να τη ρωτήσω, στον πληθυντικό αποστάσεως, αν είναι καλά, αν χρειάζεται κάτι. Δεν είναι καλά. Το παιδί της νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Παπανικολάου, είναι ανάπηρο, και άπορο, πρέπει να προλάβει να πάει στη Μητρόπολη να ζητήσει βοήθεια, και στις τέσσερις το αργότερο να είναι πίσω. Κατέβηκε όλο το δρόμο από τη Νεάπολη με τα πόδια. Δεν προλαβαίνει να σταματήσει για να ξεκουραστεί. Είναι - ακόμα μια – πονηρή ζητιάνα που λέει παραμύθια για να προκαλέσει την γενναιόδωρη συμπόνια; Πού να ξέρω, το πιό πιθανό. Βιάζομαι.

Την προσπερνώ ξανά, πάω πιο μακριά αυτή τη φορά, μα επιστρέφω και πάλι, για να της δώσω "κάτι". Πέντε ευρώ. Ακόμα κι αν υποκρίνεται, τόσο το χειρότερο. Πέντε κακόμοιρα ευρώ. Τόσα μπορώ. Και τι είναι πέντε ευρώ; Κοροϊδία. Τι πέντε, τι δέκα. Επιστρέφω το γκρι χαρτονόμισμα στο ισχνό πορτοφόλι και παίρνω ένα κόκκινο. Δέκα λοιπόν, μήπως ακόμα παραπάνω;  Κι αν είναι απατεώνισσα; Βιάζομαι, βιάζομαι.

Μα πού χάθηκε; Εξαφανίστηκε; Την κατάπιε η θάλασσα, το πλήθος; Να τη, εκεί πιο πέρα είναι, προχώρησε πολύ λίγα μέτρα στο μεταξύ. Μοιάζει ακόμα πιο ετοιμόρροπη από πριν, ακουμπισμένη τώρα στις σιδεριές της παραλίας, γυρτή. Μη, ντρέπομαι, μού λέει αναστατωμένη,  καθώς στρέφεται και βλέπει τα χρήματα, τα βάζω στο χέρι της με τρόπο, κρυφά, να μη τα δουν οι  βιαστικοί περαστικοί.  Άλλοι θα πρεπε να τρέπονται, καλή μου, ακριβή μου, όχι εσύ. Εγώ που βιάζομαι, πχ.

Αλλάζω θέμα για περισπασμό. Να την περάσω απέναντι, να κάτσει λίγο, ν’ ανασάνει; Να της φέρω μια πορτοκαλάδα από τις φωνακλάδικες καφετέριες, με τους εκατοντάδες καλοστεκούμενους αργόσχολους; Δεν προλαβαίνει. Πρέπει να συνεχίσει το δρόμο της. Με κάθε τρόπο. Το παιδί της είναι στο νοσοκομείο. Ανάπηρο. Άπορο. Απένταρο. Κι εκείνη βιάζεται, να γυρίσει κοντά του. Κι εγώ βιάζομαι, να πάω στη δουλειά μου. Κι εσύ βιάζεσαι. Κι ο άλλος. Όλοι μας. Βιαζόμαστε. Ή δε βιαζόμαστε. Αλλά και δε νοιαζόμαστε. Καθένας μας για τους λόγους του. Βιάζομαι. Φεύγω. Αργά παρά πέντε…

Καλό κουράγιο, κυρούλα
κυρούλα του Πόνου



"o Πόνος του Κόσμου
αγκάθι εντός μου
και πού να βρει

χώρο η Χαρά"
.

23 Ιαν 2009

ΤηΝ ώΡΑ ΠΟΥ ΠΕΤΟύΣΕ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟίΗΣΕ ΞΑΦΝΙΚά ΠωΣ ΔεΝ ΕίΧΕ ΦΤΕΡά

.

Στο θέατρο, λέει, αν δεις πιστόλι στην πρώτη πράξη, στη δεύτερη πράξη θα δεις φόνο.
Έτσι και στη ζωή: αν δεις έρωτα, χαρά, ευτυχία στην πρώτη πράξη,
στη δεύτερη πράξη θα δεις πόνο.

Όμως "από τον καιρό του Κάιν είναι γνωστό πως η τιμωρία δεν είναι αποτελεσματική σαν αποτρεπτικός παράγοντας" (1).
Τουτ΄ εστίν, θα πετάξεις, δε γίνεται αλλιώς. Χωρίς φτερά. Όχι για πάρα πολύ. Μετά; Ή τσακίζεσαι απλώς, ή σαλτάρεις κατά, ή αγιάζεις μετά. Σε κάθε περίπτωση, μη γελιέσαι, πέφτεις. Βγάλε συμπέρασμα, και κανόνισε την πορεία σου.


Έλα, ησύχασε. Μη βασανίζεσαι. Δεν αποφασίζεις εσύ για όλ' αυτά. Δε φταις.

Άλλωστε, μην το ξεχνάς, "από την ώρα που γεννιόμαστε αρχίζουμε να πεθαίνουμε" (2). Γεννήθηκες, υποθέτω. Άρα; Σωστάαααα.... Θα πεθάνεις. Αλλά πρώτα, θα πετάξεις. Ναι, χωρίς φτερά.

Είναι κι αυτό μια παρηγοριά.


23/1/2009



(1) Κριστόφ Κισλόφσκι, "Ο Δεκάλογος"
(2) Λουίτζι Πιραντέλλο, "Ερρίκος ο τέταρτος"

16 Δεκ 2008

Οι ΣΥΝΕΝΤΕύΞΕΙΣ ΤΟυ ΜΑύΡΟΥ ΓάΤΟΥ: ΣΥΝέΝΤΕΥΞΗ Μ'έΝΑΝ ΚάΦΕΛΛΟ

.

Δείτε πολύ περισσότερα στο Blog των Ηρωικών Ελληναράδων Κάφελλων



Οδός Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκη, κοντά στο Βαρδάρη, δίπλα στη διεύθυνση Υγείας. Παρκάρει ανάποδα σε μονόδρομο, ακριβώς πάνω στη γωνία, κλείνοντας τα τρία τέταρτα της διάβασης, και τη ράμπα του ΥΠΕΡΥΨΩΜΕΝΟΥ (λόγω των έργων του Μετρό) πεζοδρομίου.

Κόκκινο αυτοκίνητο, κόκκινη εργατική φόρμα. Στο στόμα ένα στραβό τσιγάρο. Κατεβαίνει κοιτάζοντας κάπως ανήσυχα γύρω γύρω, τους γέρους με τα μπαστούνια που αγωνίζονται ν' ανέβουν το πεζοδρόμιο, μια που τους έκλεισε τη ράμπα, τις μαμάδες με τα καροτσάκια που τον βρίζουν από μέσα τους. Φαίνεται ότι νιώθει άβολα. Κοιτάει γύρω γύρω να βρει καμμιά θέση. Αλλά πού. Με βλέπει που φωτογραφίζω το αυτοκίνητό του. Μού μιλά, ευγενικά.

Μένει όχι μακριά, αλλά δεν μπορεί να έρθει με άλλο τρόπο γιατί στο αυτοκίνητο έχει βαριά υλικά, που δεν μεταφέρονται αλλιώς. Δουλεύει αυτές τις μέρες στην καφετέρια ακριβώς από πίσω. Τα πάρκινγκ κοστίζουν τρία ευρώ την ώρα, επί δέκα ώρες που δουλεύει, πάει το μεροκάματο. ΠΟύ να το βάλει; Αφού "κάθε οικογένεια έχει από δυό τρία αυτοκίνητα, ο καθένας το δικό του. Είναι και τα έργα του μετρό..." Τού εξηγώ ότι και να τελειώσουν τα έργα, οι θέσεις πάρκινγκ δεν πρόκειται να αυξηθούν. Τον βοηθάω να μετακινήσει λίγο το αυτοκίνητο, σπρώχνω λίγο και τον κάδο, τουλάχιστον να ελευθερώσει τη ράμπα. Τί να πεις... Όλοι δίκιο έχουμε, έτσι δεν είναι; Δίκιο και ο Κάφελλος...


Όχι. Όταν όλοι έχουν "δίκιο", το πιό πολύ δίκιο το έχει ο πιό αδύναμος.
.

{ Το φωτογραφικό υλικό (που φυσικά υπάρχει) δεν θα δημοσιευτεί, για ευνόητους λόγους }

7 Απρ 2008

ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΓΑΤΟΥ: ΕΦΗ ΓΑΪΤΑΝΙΔΟΥ, ΜΙΑ ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΤΕΤΡΑΠΛΗΓΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΗΣ




Συνάντησα την Έφη ένα μεσημέρι στην Αριστοτέλους, πάνω σ' ένα αναπηρικό καροτσάκι. Αν και πεζόδρομος, η Αριστοτέλους είναι πάντα γεμάτη παρκαρισμένα αυτοκίνητα, φορτηγά που φορτοεκφορτώνουν όλες τις ώρες, μηχανάκια, τραπεζοκαθίσματα. Ο ηλικιωμένος πατέρας της Έφης που έσπρωχνε το καρότσι προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα στα σπασμένα πλακάκια, στα οχήματα και τον κόσμο κάνοντας ένα διαρκές και κουραστικό σλάλομ. Τους ρώτησα αν μπορούν να μού διαθέσουν μερικά λεπτά, και δέχτηκαν ευχαρίστως.

Η Έφη γεννήθηκε με σπαστική τετραπληγία λόγω περιγεννητικής ασφυξίας. Πρόκειται για μια πάρα πολύ επικίνδυνη αλλά δυστυχώς σχετικά συχνή κατάσταση, κατά την οποία το έμβρυο δέχεται έντονο στρες κατά τον τοκετό, και o εγκέφαλός του μένει για κάποια λεπτά χωρίς αιματική κυκλοφορία. Από τη διάρκεια και από τον βαθμό αυτής της υποξίας (έλλειψης οξυγόνου) εξαρτάται το πόσο βαριές θα είναι οι μόνιμες βλάβες που θα προκληθούν στον εγκέφαλο, βλάβες που μπορεί να αφορούν τόσο τις διανοητικές λειτουργίες του νεογνού όσο και την κινητική του αρτιότητα, ανάλογα με τα κέντρα του εγκεφάλου που θα υποστούν μόνιμες βλάβες.

Η Έφη λοιπόν, στα τριανταδύο της χρόνια σήμερα, ενώ δεν έχει καμμία διανοητική υστέρηση, μεγάλωσε χωρίς να μπορεί να ελέγξει τους μύες των άκρων της, εκτός από το αριστερό της χέρι, που έμαθε να το ελέγχει σ' έναν ικανοποιητικό βαθμό. Δυσκολεύεται επίσης και στην ομιλία. Κι όμως, είναι μια νέα γυναίκα με μεγάλη αισιοδοξία και διάθεση για ζωή. Πήγε κανονικά στο σχολείο, κάνει συχνές φυσικοθεραπείες, έχει φίλους και κοινωνικές σχέσεις, πηγαίνει τρεις φορές την εβδομάδα στο Εθνικό Κολυμβητήριο για γυμναστική στο νερό, και γενικά ζει μια όσο το δυνατόν πιό φυσιολογική ζωή. Η Έφη μπορεί να χαμογελά.

Όλα αυτά όμως θα ήταν αδύνατα χωρίς την πλήρη αφοσίωση των γονιών της. Ο αφανής ήρωας πίσω από την ιστορία της Έφης - και της κάθε Έφης- είναι ο πατέρας της, ο ασπρομάλλης ηλικιωμένος που είδα εκείνο το μεσημέρι ν' αγωνίζεται να περάσει το καροτσάκι της Έφης ανάμεσα σε άπειρα ακίνητα και κινούμενα εμπόδια. Για πόσο ακόμα θα μπορεί ο κύριος Γαϊτανίδης να σπρώχνει το καροτσάκι της Έφης; Και πού θα το πηγαίνει, σε ποιές ανύπαρκτες υποδομές; Τί απέγινε το Κέντρο Αποκατάστασης που εδώ και δεκαετίες σαπίζει, ένα τεράστιο γιαπί, στην Αγίου Δημητρίου; Τί θ' απογίνει η Έφη - και η κάθε Έφη- όταν θα χαθούν οι γονείς της; Σε ποιό "ίδρυμα" θα πεθαίνει ζωντανή, παρατημένη σ' ένα άθλιο κρεβάτι, με άθλια νοσηλεία, πλαισιωμένη από ανειδίκευτο και ανεπαρκές σε αριθμό προσωπικό, από αδιάφορους διεκπεραιωτές αργού θανάτου, χωρίς μέσα, χωρίς όρεξη; Πόσοι άνθρωποι σαν την Έφη μαραζώνουν σε τέτοια "ιδρύματα" της συμφοράς, ή κλεισμένοι στο σπίτι, γιατί δεν έχουν την - σχετική - τύχη να έχουν γονείς ή άλλους συγγενείς με την ψυχή των γονιών της Έφης, και με την οικονομική δυνατότητα ν' αφοσιωθούν ψυχή τε και σώματι στους αγαπημένους τους;

Ευχαριστώ πάρα πολύ την Έφη και τον πατέρα της για την αλήθεια τους. Εύχομαι στον κύριο Γαϊτανίδη να είναι γερός και δυνατός για πολλά ακόμα χρόνια, για να μπορεί να προσφέρει στην Έφη όλα εκείνα τα πολύτιμα, που στις πραγματικά πολιτισμένες κοινωνίες τα προσφέρει, αυτονόητα, το κοινωνικό σύνολο. Εύχομαι και στους δύο μπορούν για πάντα να χαμογελούν...

Διαβάστε επίσης:
ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΓΑΤΟΥ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΣΤΗΣ, ΜΙΑ ΤΥΦΛΗ ΨΥΧΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΗΣ ΛΑΜΑΡΙΝΑΣ


26 Φεβ 2008

ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΓΑΤΟΥ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΣΤΗΣ, ΜΙΑ ΤΥΦΛΗ ΨΥΧΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΗΣ ΛΑΜΑΡΙΝΑΣ


Τον συνάντησα ένα σαββατιάτικο πρωϊνό, να προσπαθεί να διασχίσει τη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, στη Θεσσαλονίκη, σ' αυτήν την απάνθρωπη πόλη. Πρόσεξα ότι το πρόσωπό του ήταν καταγρατζουνισμένο, και τόλμησα να κάνω αυτό που ήθελα καιρό, να μιλήσω με κάποιον άνθρωπο με ειδικές δυσκολίες στις μετακινήσεις. Ώσπου να τον πλησιάσω τον είχε πάρει ήδη αγκαζέ μια κυρία, που προφανώς τον γνώριζε. Περάσαμε απέναντι όλοι μαζί. Μού μίλησε πρόθυμα, και μού επέτρεψε να βγάλω το όνομά του και τις φωτογραφίες του στο Διαδίκτυο.

Ο Μανώλης γεννήθηκε στη Λέρο. Είναι 57 χρονών, αλλά χάρηκε σαν παιδάκι όταν του είπα ότι μοιάζει 52-53. Τριών χρονών έπαθε μια βαριά μηνιγγίτιδα, που είχε σαν συνέπεια μέσα σε μερικά χρόνια να χάσει σταδιακά το φως του. Παρ' όλ' αυτά όχι μόνο πήγε "κανονικά" στο σχολείο, αλλά έφτασε και ως το πανεπιστήμιο: πήρε τα πτυχία της Νομικής και της Θεολογίας, χρησιμοποιώντας μαγνητόφωνο στις παραδόσεις, κάποια βιβλία σε Braille, και την τεράστιά του δύναμη ψυχής. Εργάστηκε για χρόνια στον ΟΑΕΔ, και τώρα είναι συνταξιούχος. Ζει με την σύντροφό του, επίσης τυφλή, κοντά στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης.

Τις γρατζουνιές στο πρόσωπο τις απέκτησε προσπαθώντας να κινηθεί στη Ζούγκλα της πόλης, όπως ακριβώς το είχα υποψιαστεί. "Πάνω αυτοκίνητα [στο πεζοδρόμιο], κάτω αυτοκίνητα, προσπαθούσα να βρω διέξοδο και έπεσα πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου και γρατζουνίστηκα". Τον ρωτάω αν τον έχει χτυπήσει παλιότερα κάποιο όχημα. Φυσικά και ναι, ευτυχώς όμως όχι σοβαρά.

Τον ρωτάω αν θα κυκλοφορούσε περισσότερο στην πόλη, αν οι συνθήκες ήταν καλύτερες. "Χίλιες φορές περισσότερο", μού απαντάει, με περήφανο παράπονο. Αυτονόητο φυσικά, αλλά ήθελα να δω την αντίδρασή του.

Τον άφησα μπροστά στη Σχολή Τυφλών, με την υπόσχεση να ξαναβρεθούμε και να πούμε περισσότερα. Μέσα στον αυλόγυρο της Σχολής, μια ηλικιωμένη τυφλή με το μπαστουνάκι της. Αν ο Μανώλης που είναι νέος (πόσο χάρηκε που τον αποκάλεσα έτσι) δυσκολεύεται τόσο να κυκλοφορήσει, σκέψου η γιαγιάκα...

Οι άνθρωποι αυτοί έχουν τόση περηφάνια και τόση δύναμη ψυχής, που κάθε επαφή μαζί τους σού ανεβάζει το ηθικό, αντί να σού το ρίχνει, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Δεν έχουν ανάγκη ούτε την συμπόνοια ούτε τον οίκτο μας. Έχουν ανάγκη τον σεβασμό μας, μόνο αυτόν. Την επόμενη φορά που θα σκεφτείς να παρκάρεις έτσι, ε, ξανασκέψου το λίγο... Θυμήσου τον Μανώλη. Αυτό που για σένα είναι μια μικρή παράκαμψη, για κείνον είναι ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, κι ένας θανάσιμος κίνδυνος.


ΥΓ: Και τώρα που πήρα το βάπτισμα του πυρός στην ερασιτεχνική δημοσιογραφία, ποιός με σταματά! Ακολουθούν διάφοροι άνθρωποι που δεν θα τους δείτε ποτέ στις εφημερίδες...

ΥΓ 2: Το άρθρο αυτό προορίζεται για το συλλογικό μπλογκ "Είμαστε Κάφροι - Οι Κάφελλοι [Κάφροι Ελληναράδες Οδηγοί]". Ρίξτε μια ματιά. Αξίζει.

Δεν περνάς, Κυρά Μαρία...

...δεν περνάς, δεν περνάς...
είσαι δεν είσαι τυφλός,
στη μέση του δρόμου θα πας...