Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι φωτογραφίες μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι φωτογραφίες μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Σεπ 2015

γαΛήνη



«Αν έχεις γευτεί ποτέ σου δάκρυα, θα ξέρεις, πως είναι φτιαγμένα από Θάλασσα
κι αν έχεις γευτεί ποτέ σου Θάλασσα- θα ξέρεις, ε; πως είναι φτιαγμένη 
από δάκρυα.»

Ανοίγονταν κάθε πρωί, και κάθε βράδυ, στο Πέλαγος, με το πρώτο φως της Αυγής, με το τελευταίο φως του δειλινού- βαθιά, πέρα απ’ όλες τις σημαδούρες, κι απ’ όλα τα ανθρώπινα σημάδια. Ανοίγονταν βαθιά, με κάθε καιρό- με καλοσύνη, με αέρα, με κύμα, με βροχή. Οι κουτσομπόλες της γειτονιάς, που είχαν ήδη πιάσει δουλειά,  τον παρατηρούσαν από τα παράθυρά τους κι από τα μπαλκόνια τους, και νόμιζαν πως είναι απλά τρελλός- δεν ήξεραν πως πήγαινε εκεί, στα βαθιά- βαθιά, για να βάζει τα κλάματα, με τη φωνή, με γοερούς λυγμούς, κοιτώντας προς τα βαθιά, για να μην τον βλέπουν, και να μην τον ακούν. Και πως όταν είχε πια ξεσπάσει, κι είχαν κοπάσει οι λυγμοί, έλεγε μια ΄παιδική προσευχή:

«Θάλασσα, πάρε μου τη λύπη
από το πρώτο καρδιοχτύπι
ως το στερνό
Θάλασσα, πάρε μου τη φρίκη
για το εφήμερο, το λίγο
το σκοτεινό.»

Ώσπου, ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι ούτε άστρα, στη μέση του Πέλαγου, χτες βράδυ, ας πούμε, αγάπησε τον εαυτό του- με τις ψηλές του προσδοκίες, τον ατυχή του εκλεκτισμό, τις ουτοπικές του εμμονές- την άρρωστη λατρεία του για την Αλήθεια, το άκαμπτο μίσος του για την υποκρισία- με τα επαναλαμβανόμενά του λάθη, τα επαναλαμβανόμενά του «λάθη», με τις δολοφονημένες του σχέσεις αίματος, τις προδομένες του φιλίες, τους ατυχείς του έρωτες.

Τίποτα. Γαλήνη.

30 Μαΐ 2015

ύσΤερα, έΔυσε σΤο σούνΙο



Είναι μια δεντροσειρά στο Μάντσεστερ, που τη χαϊδεύει απαλά- πολύ απαλά, το απόγευμα, μετά τη βροχή- μα καίει υπερβολικά πολύ, το μεσημέρι- στην Αϊτή- κι αν στην Κοπεγχάγη κάνουν μήνες να Τον δουν- καίνε ακόμα οι Αζέροι τις αρχαίες τους φωτιές, και Τον τιμούν- λιώνει τη Μόσχα τον Ιούλιο, κι οι Ρώσοι πίνουν καυτό τσάι- κι όλοι μαζί, στριμώχνονται στην Οία, κάθε δειλινό- για να Του πουν γκουντμπάι- 

θυμάσαι, τότε που ξενυχτήσαμε ερωτευμένοι στην Αντίπαρο, ως την Ανατολή; Ύστερα έδυσε στο Σούνιο, και όλα είχαν

ξεχαστεί

18 Μαΐ 2014

ο τελευταίΟς μάΗς

"Θα χαθεί κι αυτή η Άνοιξη- στό 'χα πει

θα τελειώσει, και θα είναι η τελευταία
και θα έρθει η Σιωπή, καμμία προσμονή-
όλα μοιραία."


13 Μαΐ 2014

loVelorn



Μαύρος ο ουρανός επάνω από το Γιούστον
κι εγώ που σ' αγαπούσα απελπισμένα
ταΐζω μαύρα περιστέρια, και περιμένω τη Βροχή
να με ξεπλύνει από σένα

<μ<

τΟ φεγγάΡι σΤο μάνΤσεσΤερ





Το φεγγάρι στο Μάντσεστερ μοιάζει με όλα τα φεγγάρια του κόσμου- δηλαδή με όλα τα φεγγάρια αυτού εδώ του κόσμου, αυτής εδώ της μοναχικής Γης- 

κάποιοι λένε πως όλα τούτα τα φεγγάρια είναι ένα και το ίδιο φεγγάρι, ένα μόνο, και πάντα το ίδιο- μα έχουν άδικο, αγάπη μου- τόσα είναι τα φεγγάρια, όσοι και οι ερωτευμένοι- κι όλα τούτα τα φεγγάρια


είναι ίδια



[κάποιοι λένε πως υπάρχουν κι άλλα φεγγάρια, 
αλλιώτικα- σε άλλους, λέει, κόσμους- 
μ’ακόμα κι αν υπάρχουν άλλοι κόσμοι, 
δε μπορεί νά 'χουν αλλιώτικα φεγγάρια, αγάπη μου, 
αν δεν υπάρχει εκεί κανένας να τα δει.]

- ναι, όλα τα φεγγάρια είναι ίδια, αγάπη μου- όλα, εκτός από εκείνο 




που κοιτάξαμε μαζί





<μ<






23 Απρ 2014

Είχα ξεχάσει πόσο σ' Αγαπώ



- Πάρε με μέσα σου, απέραντή μου Ζάλη
- Γυμνώσου, κι έλα μου, Αγαπημένε, πάλι
- Μα είσαι παγωμένη, Αγαπημένη μου 
σαν λυπημένη 
- Όλο το Χειμώνα ήμουν μόνη,
ξεχασμένη
- Είχα ξεχάσει πόσο σ' Αγαπώ,
κοντά σου μόνο ανθίζω
- Όλο το Καλοκαίρι 
θα στο θυμίζω



21/4/2014
Ρακοπόταμος Μαυροβουνίου
πρώτη βουτιά για φέτος!

14 Απρ 2014

τΟ φαγΗτό μου πειΝάει


- Μαμά, το φαγητό μου πεινάει;
- Πεινούσε, κάποτε...
- Και χόρτασε;
- Κανείς ποτέ δε χορταίνει
- Τότε γιατί τρώμε;
- Για να μη μας φάνε

(- μαμά, το φαγητό μου πονάει;
- σκάσε και δάγκωνε)

3 Απρ 2014

μάΡτη πΡοδότη



Μάρτη προδότη
γνωριζόμαστε, πια, πολύ καλά
για να κρυβόμαστε,
ε;

4 Δεκ 2013

ο μπάΣταρΔος έρωΤας



Έρωτας και Θάνατος. Κάποιοι λένε πως γύρω από αυτούς τους δύο Πόλους περιστρέφεται η ανθρώπινη ζωή. Η κάθε ανθρώπινη ζωή. 

Ο Έρωτας όμως εκτός από πόλος είναι και μούλος, μπάσταρδος: Έχει κάτι από Αθανασία και κάτι από Χαμό.

Τρεις φορές ερωτεύτηκα ολοκληρωτικά στη ζωή μου: η πρώτη ήταν η Μάγια η Μέλισσα, τί ελπίδες να έχω, ο κακόμοιρος ο Βίλλυ. Η δεύτερη ήταν κάτι μεταξύ της Μαρίας Πολυδούρη και της Βασίλισσας του Πάγου, της έκανα τη χάρη, αυτοκτόνησα. Η τρίτη ήταν απλά θεοπάλαβη, γι αυτό και μ’ ερωτεύτηκε κι εκείνη, μα οι παλαβομάρες μας ήταν τελικά υπερβολικά διαφορετικές, και δεν άντεξαν μαζί. Κάποιες που σκάνε από ζήλια, γιατί δεν κατάφερα να τις ερωτευτώ, λένε πως την τρίτη δεν την ξεπέρασα ακόμα. Μάλλον την μπερδεύουν με τη μοναξιά μου. Τί παρανόηση.

Άκου όμως, Αυτοκρατορίες χάνονται στο βυθό, Βασίλεια σκεπάζονται από άμμο. Και κανείς δε θυμάται τίποτα. Και κανένας δεν άκουσε, δεν είδε. Και κανείς ποτέ δε μαθαίνει. Μην κλαψουρίζεις για παλιές αγάπες. Και μπάσταρδους Έρωτες.

Μπάσταρδος, εκτός από τον Έρωτα, είναι και ο Ύπνος, και σιγά μην είναι αδελφός του Θάνατου. Ο Θάνατος, όσο φρικτός κι αν είναι για τους ζωντανούς, έχει την αξιοπρέπεια του Απόλυτου, του Αιώνιου, του Αμετάκλητου. Ενώ ο Ύπνος… Μια πεπερασμένη βιολογική ανάγκη πεπερασμένων βίων. Και μη μού πεις σε παρακαλώ για τα Όνειρα. Αυτά που εννοείς «Όνειρα», κι εκστασιάζεσαι, είναι τα του Ξύπνιου, όχι τα του Ύπνου. Τί παρεξήγηση.

Κι ο καφές έχει παράξενη γεύση όταν ξεχάσεις να βάλεις καφέ. Κι η ζωή έχει παράξενη γεύση όταν ξεχάσεις να βάλεις ζωή. Όμως ένα ακρωτηριασμένο φυτό δεν μας προξενεί καθόλου φρίκη, ενώ ένα ακρωτηριασμένο φαγώσιμο ζώο πολύ λιγότερη από ένα ακρωτηριασμένο μη φαγώσιμο ή, τί φοβερό, από έναν ακρωτηριασμένο άνθρωπο. Τί αδικία.

Εν ολίγοις, απόψε που κρύωνα, και νύσταζα, κι έξω έκανε παγωνιά, βαριόμουν θανάσιμα να κατέβω να ανεβάσω το ποδήλατό μου πέντε ορόφους σκάλες, κι έτσι, τί πιο λογικό (!!!), ντύθηκα ζεστά, το πήρα, κι ανέβηκα ως το Φιλίππειο, στο Σέιχ Σου, 330 μέτρα υψόμετρο. 

Ύστερα, όρμηξαν οι Σκιές, που λέγαμε, 
και με τύλιξαν.

<μ<

10 Οκτ 2013

μέρεΣ τοΥ '13



Γόβες στα σκουπίδια
στους βρώμικους, άσχημους, θορυβώδεις δρόμους
φλύαροι άναρθροι αβάσταχτοι
άνθρωποι

<μ< 

31 Αυγ 2013

μαύρα σύΝΝεφα στην ανατολή



κι έρχεται κάποτε η στιγμή 
να ζήσεις τους φόβους σου 

θα παραλύσεις; θ' αγωνιστείς; θα νικηθείς; 
θα ξαναγελάσεις; 

 <μ<

24 Αυγ 2013

αποχαιρεΤισμός σΤην ανΤίπαρο



Αυτό το νησάκι τ'αγαπάω
γιατί έζησα αγαπημένα

αυτό το νησάκι τ'αγαπάω
γιατί αγάπησα εσένα

.......
(χάνοντας ένα νησί
διεκδικείς τη θάλασσα)

ΥΓ Θεέ μου, πόσο ~Καλοκαίρι~ ξοδεύεις
για να μη βλέπουμε το ~Χειμώνα~!

<μ<
Αντίπαρος, 20 Αυγούστου 2013

16 Ιουλ 2013

επιστροΦή στον ντραγΚουντέλη



πίσω από κάθε κορφή, μια ακόμα κορφή
κι εγώ να λιώνω, να ιδρώνω, να διψάω, να πονώ
κι όμως, να τρέμω μη βρω την κορυφαία κορφή
και δε μου μένει πια παρά «κάτω»
και «πίσω»

<μ<

2 Απρ 2013

Το ΣΧέΔΙο




Ο προ-μακαρίτης ο Σάκης ο Καραμπουρναλίδης ήταν ευτυχισμένος. Όλα ήταν όμορφα και χαλαρά εκείνο το Σαββατόβραδο, όπως παλιά- η Σούλα δίπλα του κατάξανθη. Το σιντί, που έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Μάκη, και το πρώτο του Παντελή, στη διαπασών. Τα γκάζια, στην παραλιακή, τσίτα. Τα πρώτα (πεντέξι) ουισκάκια, στο πρώτο μαγαΖί της βραδιάς, καραμπόμπα. Ο δρόμος μπροστά, για το δεύτερο, το μεταμεσονύκτιο μαγαΖί, ορθάνοιχτος, και τα σκυλιά εντελώς δεμένα. Όπως παλιά. Τελείως παλιά. Πριν τα Μνημόνια, πριν την Κρίση, πριν την Τρόικα, πριν την απόλυση του Σάκη, πριν την μετακόμιση στο σπίτι των σκατόγερων, πριν τη συρρίκνωση, πριν την ανασφάλεια, πριν την μιζέρια, πριν τη φτώχεια, πριν τη μαύρη εργασία από δω κι από κει, για ένα χαρτζηλίκι. 

Απόψε όμως όλα ήταν όπως παλιά. Είχε δανειστεί το αμάξι του μικρού, του «προκομμένου», είχε κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο του μαγαΖί στο Αεροδρόμιο, όπως παλιά, η Σούλα είχε ντυθεί και στολιστεί σαν Σαλονικιά, δηλαδή στον υπέρτατο δυνατό βαθμό, όπως παλιά, το χαρτζηλίκι που είχε μαζέψει επαρκούσε, όχι όπως παλιά, αλλά σίγουρα για να περάσουν μια βραδιά σαν Άρχοντες, όπως παλιά, η βενζίνη ήταν ακόμα άκαφτη, και το βράδυ προβλέπονταν καυτό. Όπως παλιά. Κι ας πήγαινε να γαμηθεί η γαμημένη η Τρόικα.

«Τί σού κάνω Μέρκελ μου», είπε με νόημα στο αυτί της Σούλας, που λύθηκε στα χαχανητά, κι εκείνος έχωσε πάλι το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της. Τον  δυσκόλευε λίγο το σφιχτό της κολλάν, κι εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που χρειαζόταν για να το υπερνικήσει, έχασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου τον έλεγχο του τιμονιού, γεγονός που προκάλεσε την παρέκκλιση του αμαξιού του κατά ένα κλάσμα της μοίρας, γεγονός ασήμαντο γενικώς για τη Συμπαντική Αρμονία και το Χωροχρονικό Συνεχές, σημαντικό όμως όταν είναι Σαββατόβραδο και τρέχεις με 130 στη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, κάνοντας κόντρες και ελιγμούς ανάμεσα στους υπόλοιπους ξενύχτηδες και έχεις πιει και πεντέξι Τζώνηδες. 

Η συνάντηση με τη ζαρντινιέρα ήταν κι αυτή τη φορά μοιραία. Άτιμες ζαρντινιέρες. Το ‘χει λες η πόλη;

…..

Η Αστυνόμος Νόπη Παπαδοπούλου έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος τελευταία. Σάββατο βράδυ, και το αστυνομικό δελτίο πλούσιο και κουραστικό, όχι όπως παλιά, με εγκλήματα πάθους και καυγάδες και διαταράξεις- τώρα πιο πολύ ήταν οι διαρρήξεις και οι κλοπές και οι αλλοδαποί. Πλούσιο και κουραστικό και πολύ πιο άχαρο από παλιά ήταν ήδη το Σαββατόβραδο. Βάλε και τον κουτσουρεμένο της μισθό, που την ανάγκαζε να δουλεύει – άκου λέει! – καθαρίστρια στη ζούλα, ολόκληρη Αστυνόμος, κι από απλά άχαρο γινόταν ανυπόφορο. Και τώρα, κερασάκι στη τούρτα, αυτό. 

Η Τροχαία είχε ήδη απομακρύνει το τσαλακωμένο σαράβαλο, αλλά ο λόγος που είχε αφήσει το ζεστό της γραφείο εκείνο το κρύο και υγρό Σαββατόβραδο, και που δεν είχε πάψει να βλαστημάει, από την ώρα που δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ζητά, ήταν ακόμα εκεί: Μια μεγάλη τσιμεντένια ζαρντινιέρα του Δήμου, από αυτές  που έχουν σχήμα υπερφυσικού μπουλονιού, κομματιασμένη από τη σύγκρουση, κι ανοιγμένη σαν γαρύφαλλο. 

Το γεγονός κανονικά δεν θα ήταν ούτε στο ελάχιστο αξιομνημόνευτο, τόσες ζαρντινιέρες χάνουν κάθε μέρα τη ζωή τους στο μάταιο αυτόν κόσμο. Συμβαίνει όμως οι περισσότερες από αυτές να μην έχουν σκελετό, όπως η συγκεκριμένη: Γιατί τα φώτα του περιπολικού που την περίμενε, στραμμένα προς το επίμαχο σημείο, φώτιζαν λευκά, ανθρώπινα οστά, διάσπαρτα στο μαύρο, πηχτό, σβωλιασμένο χώμα. 

….

Ο Ιατροδικαστής Μπιμπάντα Εντμόντ έβαλε τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών στο πορτ μπαγκάζ και ξεκίνησε, γανιασμένος. Πάντα αυτόν τύχαιναν οι βρωμοδουλειές. Εκτός από εκείνο το πτώμα στο βόθρο, που είχε λάχει στον ίδιο τον  κύριο Καθηγητή, η γκαντεμιά του ήταν παροιμοιώδης. Και να τον ξημερώματα Κυριακής να σκαλίζει ζαρντινιέρες για να μαζέψει ανθρώπινα οστά, και μάλιστα σε σακκούλα που είχε αναγκαστεί να φέρει από το σπίτι. Ούτε στην Αφρική, σκέφτηκε, δεν θα είχε αναγκαστεί να βάλει από τη τσέπη του για σακκούλες. Τέτοια κατάντια! Όλα ήταν σε θλιβερή έλλειψη τον τελευταίο καιρό, κι ας είχαν υπάρξει σε βλάσφημη περίσσεια για τα πολλά πολλά χρόνια που προηγήθηκαν. Η χριστιανική του συνείδηση επαναστατούσε με πολλά που έβλεπε στην κατ’ όνομα χριστιανική χώρα που τον φιλοξενούσε, αλλά τα κρατούσε όλα μέσα του- πώς να μιλήσεις όταν είσαι ξένος, σε ποιόν να τολμήσεις ν’ ανοίξεις την ψυχή σου; Οι Έλληνες είναι ένας λαός με ψυχοσύνθεση μικρού παιδιού: Καλόκαρδοι, αυθόρμητοι, παρορμητικοί, επιπόλαιοι, μπορούν χωρίς ντροπή να θάβουν το λαό τους και τη χώρα τους σε ατέλειωτες συζητήσεις και καυγάδες, αλλά από έναν ξένο, και ειδικά από έναν Μαύρο, όπως εκείνος, δεν θ’ ανέχονταν ποτέ το παραμικρό σχόλιο. Το είχε καταλάβει ευτυχώς νωρίς αυτό, κι έτσι είχε καταφέρει να χτίσει στη φιλόξενη κατά τα άλλα αυτή χώρα, μια καρριέρα, μια ζωή- στη σιωπή. 

Καθώς πήγαινε προς το Πανεπιστήμιο, το μυαλό του γύρισε στα οστά που είχε μόλις περισυνελέξει. Η πείρα του είχε βγάλει ήδη όλα σχεδόν τα συμπεράσματα που θα έγραφε στη Έκθεσή του: Άντρας. χωρίς αμφιβολία, νεαρός, χωρίς αμφιβολία, έφηβος, κατά πάσα πιθανότητα. Λιγότερο από τρία χρόνια ζαρντινιερισμένος. Πολλαπλά κατάγματα προ του θανάτου. Βίαιος θάνατος, με μεγάλη ενέργεια κρούσης, πιθανότατα κάποιο τροχαίο «ατύχημα». Ταίριαζε και με τον τόπο του εγκλήματος. «Εγκλήματος», ναι, και μάλιστα χωρίς εισαγωγικά- έτσι θα έπρεπε κανονικά να λέγονται όλοι αυτοί οι φρικτοί φόνοι στην άσφαλτο, που στη χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλιάς είχαν βαφτιστεί «ατυχήματα». 

…

συνεχίΖεται >>

11 Μαρ 2013

ποσειΔώνιο κολυμβητήΡιο





Ο σκυλάκος με το λουράκι απαυτώνει τη σκυλίτσα με το γιλεκάκι, κι είναι αστείο, αλλά κάτι έχει αλλάξει, στο ακόμα πιο αστείο- το παληκαράκι κρατάει από το χέρι την κοπελίτσα, κι είναι πάντα όμορφο, μα κάτι έχει αλλάξει, στο ακόμα πιο όμορφο- ο ήλιος λιώνει στη δύση σε χίλια χρώματα, κι είναι πάντα εντυπωσιακό, αλλά κάτι έχει αλλάξει- στο μεγαλειώδες


Μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ήταν ένας Χειμώνας, κρύος, βαρύς, γκρίζος, θλιμμένος- κι ήρθε και τον βρήκε μια Άνοιξη γλυκιά, ανθισμένη, χρωματιστή- και γέννησαν ένα ζεστό- Καλοκαίρι- μια φορά κι έναν καιρό- ήταν ένας Χειμώνας αβάσταχτος- κι ήρθε και τον βρήκε μια Άνοιξη- λαφριά-


κι έκαναν δυό παιδιά- το Καλοκαίρι-λες;


και το Φθινόπωρο

<μ< — στην τοποθεσία Thessaloníki.

22 Φεβ 2013

νύΧτα καταιΓίδας





κι όταν το ποτάμι του χρόνου γυρίσει πίσω
κι όταν η βροχή του πόνου γυρίσει
στον ουρανό
κι όταν η ομίχλη του μόνου ξαναμπεί
στον Ωκεανό
κι όταν η θέρμη του Ήλιου ξανακλειδώσει
στο χημικό της Δεσμό


τότε κι εγώ θα πάψω
να σ’ Αγαπώ

31 Ιαν 2013

Al Kawthar - ("και δεν θα ξαναΔιψάσεις")




Στον Παράδεισο είναι - λέει- ένα ποτάμι
που όταν πιείς μία φορά ποτέ ξανά
δεν θα διψάσεις

και τί Παράδεισος θά είν' αυτός, Αγάπη μου
που όσο πίνω απ' γλυκά σου χείλη 
τόσο διψάω πιό πολύ;

<μ< — στην πόλη Casablanca, Morocco.

Η ανθρώΠινη τραγικΩμΩδία




Όλα τα θέλεις
πριν είναι αργά
Πολλά μπορείς 
πριν είναι αργά

Όλα τα ξέρεις
όταν είναι πια
αργά

<μ< — στην πόλη Casablanca, Morocco.




Απ' όλα τ' αρώματα της Ανατολής
προτιμώ το δικό σου
Απ' όλα τα χρώματα της Δύσης
προτιμώ το χαμόγελό 
σου

<μ< — στην πόλη Rabat, El Kelaa des Srarhna.

30 Ιαν 2013

ΧΡΗΣΜόΣ τού ήΛΙΟΥ




"
Εκείνος που θα έρθει από την Ανατολή
θα φύγει από τη Δύση
και όποιος δεν τ' αντέχει, και δεν το μπορεί, 
αχ, πώς να ζήσει;
"

<μ<