Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακατάλληλα για σεμνότυφους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακατάλληλα για σεμνότυφους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Ιουλ 2018

ιδιόΡρυθμον

η λάμψη του Αιδοίου σου, την ώρα που σε Λείχω
μού φέρνει μια συγκίνηση- θυμάμαι που την έπεφτα, στην πρώτη μου Αγάπη
κι έτρωγα Τοίχο.

6 Μαΐ 2018

ο μπουρΔελόγατος



Είμαι ό,τι φαίνομαι: ένας Μαύρος Γάτος. Και φέρω όλα τα στερεότυπα που έχεις μέσα στο μυαλό σου για τους γάτους- ναι, είμαι εγωιστής, συμφεροντολόγος, ζημιαρόγατος, κι ερωτιάρης, κι αλανιάρης, και αλήτης, αλλά και αγαπησιάρης, και τρυφερός, εκεί που γουστάρω. Ναι, ΚΑΙ γρουσούζης. Μαύρος, λέμε. 

Μα όλ' αυτά είναι γνωστά. Εμείς οι Γάτοι δε μιλάμε πολύ, λέμε μόνο ό,τι πρέπει πραγματικά να ειπωθεί. Αν ήρθα εδώ απόψε, δεν είναι για να παινευτώ. Ήρθα για να σού πω μιαν αληθινή ιστορία.

Όλα άρχισαν όταν όλα τέλειωσαν. Ακούγεται σαν παραδοξολογία, “όλα άρχισαν όταν όλα τέλειωσαν”- ένας δικός σας, ένας χοντρός κατάλευκος Εγγλέζος άνθρωπος, έγινε διάσημος λέγοντας μπούρδες που ίσχυαν και ανάποδα, πχ, “όλα τέλειωσαν όταν όλα άρχισαν”, μπορεί και να στέκει κι αυτό, είδες; Πάμε όμως πάλι στο Σχέδιο Α.

Όλα άρχισαν όταν όλα τέλειωσαν, λοιπόν. Εκείνο που τέλειωσε, βασικά, ήταν η ζωή μου στο μπουρδέλο. Η μία και μοναδική μου ζωή, και  μην ακούς τις μαλακίες για εφτά κι εννιά και εκατόν δέκα είκοσι. Και ναι, η ζωή μου σ' ένα κανονικό μπουρδέλο, εσύ άν θες πες το “στούντιο”, για νά 'σαι και σεμνός σαν χίπστερ, και πολιτικά ορθός, σαν πέος πελάτη πριν την εκτόνωση. 

Ήμουν λοιπόν ο επίσημος γάτος του μπουρδέλου. Και μην ακούς, λέμε,  τί λένε για τις πουτάνες, ότι είναι “πουτάνες”- τα καλύτερα κορίτσια είναι. Τουλάχιστον όσον αφορούσε εμένα: Και τα χαδάκια μου τα είχα. Και τα γκουρμεδιάρικα τα φαγάκια μου τα είχα. Και τις γκόμενες τις είχα, ουρά στην αυλή. Τί δεν είχα; Ψυχή. Αυτό. Κι ούτε που μ' ένοιαζε, δηλαδή.

Ώσπου μια μέρα, την ώρα που με είχε στη χοντρή της αγκαλιά και με χάιδευε η Εφημέριος, δηλαδή η Μαμά Υπηρεσίας, η τσατσά ντε (“Μαμά” τη φωνάζουν τα κορίτσια, άντε ρώτα τες γιατί), είδα ένα Όραμα.

Ένας Άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον Ουρανό, κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, στη μέση εκεί της αίθουσας αναμονής. Η αίθουσα αναμονής ενός μπουρδέλου είναι ακριβώς όπως εκείνη ενός οδοντιάτρου, δερμάτινοι καναπέδες τραπεζάκια τηλεόραση STAR FM, μόνο στο πιο, ε, μπουρδελέ- πιο σκοτεινή, με πολλά κόκκινα φώτα. Ένα άλλο σημείο στο οποίο διαφέρουν, είναι ότι στο οδοντιατρείο οι υποψήφιοι πελάτες δεν μπαινοβγαίνουν, τσεκάροντας τα βυζιά του οδοντίατρου.

Κατέβηκε λοιπόν ο Άγγελος, από μια τρύπα στο ταβάνι, στάθηκε μπροστά μου, λάμποντας από Αγγελική Αγνότητα, και με έδειξε.

 “ΑΜΑΡΤΩΛΕ”, είπε τελικά, αργά και με νόημα, με τη βροντώδη του φωνή. 

Έχω συνηθίσει, στη γατοζωή μου, ν' ακούω τους ανθρώπους. Εκείνοι νομίζουν ότι δεν τους καταλαβαίνω, και μού λένε ασύστολα τα πάντα, τα μυστικά τους, τις ξεφτίλες τους, τα παράπονά τους. Άγγελο όμως, δεν είχα ξανακούσει,  εκτός αν μετράει εκείνη η Ουκρανή, που μάς είχε έρθει πρόπερσι, και που όλοι οι πελάτες την φώναζαν “¨Αγγελέ μου”. Ούτε και πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσα εγώ, ένας γάτος, να θεωρηθώ “αμαρτωλός”, ό,τι κι αν σήμαινε αυτή η λέξη, που δεν την καταλάβαινα, αν και την είχα ακούσει πολλές φορές- και δεν την καταλάβαινα, όχι γιατί ξεπερνούσε τις νοητικές μου δυνάμεις, αλλά γιατί, εμείς οι γάτοι, δεν έχουμε την έννοια “αμαρτία” στο ρεπερτόριό μας. Ό,τι κάνουμε, κι ό,τι δεν κάνουμε, το θεωρούμε φυσικό, ακόμα κι αν είναι “λάθος”.

Όμως ο Άγγελος συνέχισε να με δείχνει με το σηκωμένο του δάχτυλο, που έφεγγε απειλητικά, σαν Πύρινη Ρομφαία, ό,τι κι αν είναι πάλι αυτό (μού την είχε περιγράψει ένας παπάς, την ώρα που περίμενε  υπομονετικά τη Σουζάννα την Μολδαβή, να ξεπετάξει άλλους τρεις πελάτες- γιατί, ως γνωστόν, “κι αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας”).

 “ΑΜΑΡΤΩΛΕ”, ξαναείπε ο Άγγελος.

Η Τσατσά, στο μεταξύ, είχε πάψει να με χαϊδεύει. Είχε απομείνει ακίνητη σαν λεωφορείο σε μποοτιλιάρισμα, και με το στόμα ανοιχτό, και με το χέρι στον αέρα, λίγο πιο πάνω από το σημείο όπου θα με χάιδευε στη συνέχεια, αν δεν είχε εμφανιστεί ο Άγγελος. 

“ΓΕΩΡΓΙΕ”, συνέχισε ο Άγγελος, με την βροντώδη, σπηλαιώδη, σέξυ φωνή του,  “ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΝΟΥΘΕΤΗΣΩ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΣΩΣΩ. ΠΩΣ ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ, ΩΣ “ΣΟΥΖΥ”, ΟΤΑΝ ΕΡΘΕΙ Η ΦΟΒΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΟΜΕΡΗ ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ; ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙ Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΣΟΥ ΨΥΧΗ;”

Πάνω που πήγαινα να νιαουρίσω παραπονιάρικα, πως δε με λένε “Γεώργιο”, ούτε και έχω “αθάνατη ψυχή”, ένιωσα γύρω μου την Τσατσά να φουντώνει, και να κορώνει, και να είναι έτοιμη να εκραγεί. 

“Μωρέ τί μάς λές;” ούρλιαξε τελικά η Τσατσά. “Μιλάς εσύ, που δεν έχεις καν φύλο; Κοίτα πρώτα τη μούρη σου στον καθρέφτη, παλιοτραβέλι του κερατά, κι έλα μετά να μού τα χώσεις, εμένα”.

Διαισθανόμενος το θειάφι στην ατμόσφαιρα, κι ανακουφισμένος που, αφού όντως δεν είχα αθάνατη ψυχή, τελικά μάλλον δεν με αφορούσε το τζέρτζελο, πήδηξα διακριτικά από την αγκαλιά της Τσατσάς, και κατευθύνθηκα, όσο γινόταν πιο αθόρυβα, έρποντας σχεδόν, προς την πλησιέστερη έξοδο.

“ΑΥΘΑΔΗ ΚΑΙ ΑΣΕΒΗ”, άκουσα τον Άγγελο να βροντοφωνάζει, καθώς διέφευγα. “ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΟΤΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΥΕΙΣ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ; ΔΕ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ; ΔΕΝ ΕΝΔΡΕΠΕΣΑΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΗΘΙΚΗΝ ΠΕΡΙΒΟΛΗΝ ΣΟΥ; ΔΕΝ ΑΙΣΧΥΝΕΣΑΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΓΩΓΗΝ ΣΟΥ, ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΙΤΗΣΙΝ ΣΟΥ, ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΑΥΤΟΝ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ; ΜΕΤΑΝΟΗΣΕ ΠΑΡΑΥΤΑ, ΑΜΑΡΤΩΛΕ, Ή ΘΑ ΚΑΕΙΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΦΛΟΓΑΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ, ΚΑΙ ΘΑ ΣΙΓΟΨΗΝΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΓΕΕΝΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ, ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, ΑΜΗΝ!”

“Μπα; Και τί θα μού κάνεις δηλαδή, μωρή ξεφτίλω; Θα ρίξεις φωτιά και θα με κάψεις;” ωρύονταν έξαλλη η Τσατσά, καθώς έβγαινα επιτέλους έξω στην αυλή, και στη Σωτηρία.

Και κάπως έτσι, έμεινα άστεγος.

μ 2018
για την Angelina Rain <3

8 Ιουλ 2015

μέΡες του ιούΛη



Μέρες καυτές που θέλω νά 'μαι-
αγάπη μου, μόνο μαζί σου
να λιώνω, και να καίγομαι, γυμνός 
επάνω στο καυτό 
κορμί σου

28 Δεκ 2013

ξέρΕις



Ξέρεις, είχα πάψει καιρό ν' αναπνέω- άλλοι λένε δισεκατομμύρια χρόνια, άλλοι μια στιγμή- μα ναι, είχα πάψει πολύ καιρό ν' αναπνέω- πριν σ' Αγαπήσω 

Ξέρεις, θα πάψω και μετά, γι αυτό
βιάσου

<μ<




photos: Endless_Time / Sanctuary
by gerhardt.deviantart.com

24 Νοε 2013

να βλέΠω να γεΛάς





να βλέπω να γελάς

και τίποτ' άλλο

να βλέπω να γελάς-

τί πιο μεγάλο;

<

13 Ιουλ 2013

ωΔή σε μια πόΡνη





Απόψε θα κοιμηθώ χαμογελαστός, και θα ξυπνήσω γαλήνιος. 

Τι κι αν δε σε λένε στην πραγματικότητα «Κάρλα»,τι κι αν έπρεπε να σού δώσω ένα πορτοκαλί, για να κολλήσω για λίγο το κορμί μου πάνω στο δικό σου: Ήμουν τίμιος, κι ήσουν τίμια. Μού είπες «τόσο», σού είπα «εντάξει». Χωρίς να λογαριάζεις ούτε πώς είμαι, ούτε ποιός είμαι, ούτε τι θα κερδίσεις από μένα στο μέλλον. Χωρίς ψεύτικες αναστολές, χωρίς περιττές χρονοτριβές, χωρίς αχρείαστες ντροπές, χωρίς ανούσιες τύψεις.


Απόψε θα κοιμηθώ χαμογελαστός, και θα ξυπνήσω γαλήνιος: Γιατί έχω τη μυρωδιά από το κορμί σου κάτω από τα νύχια μου.

<μ<

23 Απρ 2012

ΊμεΡος και ΛιβιΔώ 3.01π.μ.


αφιερωμένο

Απόψε ο Ίμερός μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε κι ίδρωνε και μού κοπανούσε την καρδιά, δυνατά, από μέσα- "τακ τακ, τακ τακ", πλημμύριζε τον καυλό μου ορμητικά ματωμένα κύματα,  αφιόνιζε το μυαλό μου με λάγνα, ίμερα ψέμματα. 


Ξέφυγε ξαφνικά από το ιδρωμένο, αναστατωμένο μου κορμί, και πέταξε σε σένα- αρπάχτηκε από τα μακρυά σου μυρωμένα μαλλιά, γλύστρησε σαν σαλιγκαράκι στ'αυτάκια σου, πιπίλισε ένα έναν τους λοβούς, χάιδεψε απαλά τα μάγουλά σου, φίλησε, ρούφηξε και δάγκωσε τα χείλη σου. Μπήκε στο στόμα σου, εξερεύνησε την οδοντοστοιχία σου, αναμετρήθηκε με τη γλώσσα σου και τά'χασε- έτρεξε να κρυφτεί στο λακάκι του λαιμού σου, πριν καταλήξει να πιπιλά και να ρουφά τις σκληρές ρόδινές σου ρώγες. Στριφογύρισε ύστερα γύρω από τον αφαλό σου, πριν κατηφορίσει προς το επίκεντρο του σεισμού. Φίλησε και δάγκωσε απαλά το εσωτερικό των μηρών σου, έγλειψε και ρούφηξε τα μεγάλα σου χείλη, ύστερα τα μικρά, μετά την κλειτορίδα σου- στάθηκε ώρα εκεί, πριν τρυπώσει στην υγρή και ζεστή σου Λιβιδώ. 


Μέσα και έξω. Ξανά και ξανά. Στην αρχή αργά και απαλά. Μετά δυνατά, πιό δυνατά. Και πιο γρήγορα.  Μετά πάλι αργά και απαλά. Κι ακόμα πιό δυνατά, κι ακόμα πιό γρήγορα. Ως το ηχηρό κι αστραδενό το Τέλος. Και μετά πάλι απ' την αρχή, και πάλι, και ξανά, και ξανά. 

Κι ύστερα, μεθυσμένος από την ηδονή, εξαϋλωμένος από τη μέθειξη, παρανάλωμα της ίδιας του της ορμής,

σε πήρε στην αγκαλιά του

κι αποκοιμήθηκε


<μ<
photo by Imogen Cunningham

9 Φεβ 2012

(τραγούδι)

Μπορεί στο δρόμο της ζωής μόνος να περπατώ
Μπορεί να σε περίμενα ατέλειωτο καιρό
Μπορεί να σβήσω πριν σε βρω, μπορεί να μην υπάρχεις

Μα όλα τα πολύτιμα σού τά ’χω φυλαγμένα
Όλα μου τα πολύτιμα,
μονάχα για εσένα

μ

30 Νοε 2011

να μπορούΣα



Να μπορούσα να δαμάσω τον Άνεμο
να τον εμπόδιζα να σού χαϊδεύει τα μαλλιά
και να σού ψιθυρίζει «σ’αγαπώ»

Να μπορούσα να δαμάσω τον Ήλιο
να τον εμπόδιζα να σού χαϊδεύει το κορμί
κι εγώ να μη μπορώ

Να μπορούσα να δαμάσω τη Θάλασσα
να την εμπόδιζα να μπαίνει μες στα μάτια σου
κι αιτία να μην είμαι
εγώ

μ

28 Οκτ 2011

ύΣ Τ εΡα όΛ α έΓι Ν αν Όν Ε ι ρ Ο


ύΣ Τ εΡα όΛ α έΓι Ν αν Όν Ε ι ρ Ο

Είμαστε μαζί, μπροστά στο σπίτι του παππού, στο χωριό. Είναι σκοτάδι, και βρέχει, πολύ, κι η εξώπορτα χάσκει ορθάνοιχτη στο πλάι. Κοιτάζω μέσα από ένα παράθυρο με ανοιχτά παντζούρια που παραδέρνουν, βλέπω το κλιμακοστάσιο που ανεβαίνει επάνω, μα- τί περίεργο- κι εκεί βρέχει, διακρίνω τις χοντρές στάλες να σκάζουν στις σκάλες. Γιατί να βρέχει μέσα στο σπίτι; Να μπούμε; Θα έχει ρεύμα; Θα είναι επικίνδυνο; Μπαίνουμε όμως, τί άλλο να κάνουμε, και να που βρεθήκαμε στον επάνω όροφο, και- ω του θαύματος, έχει και ρεύμα, έχει φως. Πριν προλάβουμε όμως να χαλαρώσουμε λίγο ακούγεται θόρυβος, κι εμφανίζεται ένας παπάς με μάλλινα σώβρακα και με δίκαννο, ήρεμα Πάτερ, εγώ είμαι, πώς το ξέχασα πως μένετε κι εσείς εδώ, δλδ δεν το ήξερα καν, αλλά ξαφνικά φαίνεται τόσο λογικό, σάς έχει παραχωρήσει ένα δωμάτιο στο ισόγειο ο Μπαμπάς, έπρεπε να ειδοποιήσω, οκ, κατεβάστε τώρα το δίκαννο. Εντάξει, πάει κι αυτό, μα τί να κάνει το Φιλάκι, κάπου θα κρύφτηκε, θα τά 'χει παίξει, και με το δίκιο της, μα νά ‘σου νέα φασαρία στις σκάλες. Ένα πολύχρωμο πλήθος με τα γιορτινά του ανεβαίνει τη φαρδιά σκάλα, σαν καλεσμένοι από βαφτίσια είναι, που πάνε για το τραπέζι, μετά την τελετή. Στοοοοοοοοπ!!!! Πού πάτε; Ποιος σάς έδωσε την άδεια να κάνετε το γλέντι στο δικό μου το σπίτι; Ναι, είμαι ο γιός του ιδιοκτήτη. Στοοοοοοπ!!!! Δεν περνάτε! Δεν με νοιάζει που το έχετε κανονίσει. Ας ρωτούσατε. Κοίτα ρε φίλε μου κάτι άνθρωποι. Τους εμπιστεύεσαι τα κλειδιά κι εκείνοι μπαίνουν κι αλωνίζουν όποτε και όπως γουστάρουν. Στόοοοοοπ είπα!!! Επιτέλους, έφυγαν.

Πού να είναι το Φιλάκι; Θα έφριξε η καημένη, με όλα αυτά. Είχαμε που είχαμε καιρό να βρεθούμε, ποιος θα περίμενε πως θα συναντούσαμε και τόση περιπέτεια. Μα όχι, να τη, στο αποκεί δωμάτιο, ήρεμη φαίνεται, γδύνεται κιόλας, φοράει εκείνες τις μαύρες κάλτσες ως το μηρό, που κάνουν τόσο έντονη αντίθεση με το λευκό της δέρμα, και με τρελλαίνουν. Ορμάω και την αγκαλιάζω ολόκληρη, και την φιλάω παντού, έτσι στο όρθιο. Της χουφτώνω τα μπούτια. Είμαστε ξαπλωμένοι και κάνουμε έρωτα. «Αχ, αυτό το μουνάκι», λέω. «Τί;», μού λέει απαλά, με τη γλυκιά, αισθησιακή παιχνιδιάρικη φωνή της. «Πόσο μού έλειψε!», απαντάω. «Αχ, αυτά τα μπουτάκια»- είν’ απαλά, ζεστά, σφριγηλά, όπως τότε. Έτσι όπως είμαστε ενωμένοι σε συνουσία, σε υπέρτατη Ένωση, σε Μέθεξη στο Θείο, ξαπλώνω μαλακά προς τα πίσω, και… ξυπνάω.

Με ταχυπαλμία, πάνω στο όνειρο, πάνω στο άδειο μου κρεβάτι, στο άδειο μου δωμάτιο, στο άδειο μου σπίτι, που σε λίγο δεν θα υπάρχει πια, ούτε κι αυτό.

Αργώ πολύ να συνέλθω...

μ




photo by Jan Saudek @ saudek.com


4 Σεπ 2011

ΕΞΟΜΟΛόΓΗΣΗ



Στο Κάστρο της Νάξου, στην πλατεία της Καθολικής Μητρόπολης, αριστερά από την εκκλησία, είναι μια σκοτεινή κόχη- δεν φαίνεται από το δρόμο, μα έτσι κι αλλιώς οι νυχτερινοί περαστικοί είναι ελάχιστοι- τη θυμάσαι, αγάπη μου; θυμάσαι τα χέρια σου να μού ξεκουμπώνουν το πουκάμισο, τα χέρια μου να σού χαϊδεύουν τα μαλλιά, να σού χουφτώνουν αχόρταγα τα στήθια, το στόμα μου και το στόμα σου να παλεύουν, σαν άγρια θαλασσινά ζωάκια; θυμάσαι;
- μη φοβάσαι, δε σού ζητώ να με νοσταλγήσεις, ούτε φυσικά ν’απολογηθείς- δεν σού ζητώ ούτε συγνώμη- αλλά, αγάπη μου, σκέφτομαι, πως μόνο εσύ στον κόσμο θα μπορούσες - ίσως- να μού λύσεις την απορία: αφού κάναμε συνέχεια Έρωτα, πότε προλάβαμε και είδαμε και το Νησί;

3 Ιαν 2011

ΜΕτά Το μΕΤά



…ύστερα δεν περίμενε πια κανείς τίποτα, ούτε εκείνοι που είχαν χρωματίσει τις γιορτές με χαρά, ούτε εκείνοι που δεν είχαν πια χρώματα, ούτε εκείνοι που δεν είχαν πια γιορτές να χρωματίσουν. Κι όταν όλα τα φώτα είχαν πιά σβήσει, κι όλες οι μουσικές είχαν πιά σιωπήσει, κι όλοι οι άνθρωποι είχαν πιά σκορπίσει, οι μέρες απέμειναν γυμνές και ταγκές- τα βράδια φυσούσε παγωμένος Βαρδάρης και τα πουλιά ξεπάγιαζαν στα δέντρα, κι όλοι κλείνονταν από νωρίς στα σπίτια τους, κι εκείνοι που είχαν πολεμήσει το κακό φτύνοντας αίμα, κι εκείνοι που είχαν πολεμήσει το κακό σκύβοντας το κεφάλι, κι εκείνοι που είχαν πολεμήσει το κακό χειροκροτώντας το, κι εκείνοι που το είχαν πολεμήσει φορώντας το. Στους έρημους δρόμους περιφέρονταν μόνο πεσμένα φύλλα παλιών φθινοπώρων, και σαδιστές, περιπαίκτες άνεμοι- κάπου κάπου όμως, μέσα στην απουσία, άκουγες μια Σειρήνα να ουρλιάζει. Όλοι φρούμαζαν, κάποιοι δένονταν ξανά  στα κατάρτια, άλλοι βούλωναν και πάλι τ’αυτιά, άλλοι απλά κοιτάζονταν με νόημα στα μάτια, κι άλλοι θρηνούσαν κι έλεγαν "τι ωφελεί, τί ωφελεί, τί ωφελεί- έτσι κι αλλιώς, όσοι Σύντροφοι γλυτώσουν από τον Κύκλωπα, θ’αφανιστούν στην Τρικυμία".

Δώσ' μου το χέρι σου μόνο
να μην κρυώνω

μ 
3/1/2011

16 Νοε 2010

RorSacH XXX



Ένας γάτος. Ένας γάτος γελαστός. Ένας γάτος γελαστός με μουστάκια. Ένας γάτος γελαστός με μουστάκια καταπίνει μιαν ακρίδα. Μια τραγουδίστρια της όπερας. Μια τραγουδίστρια της όπερας μ’ ένα ανάποδο σκαμπώ για καπέλο. Μια τραγουδίστρια της όπερας μ’ ένα ανάποδο σκαμπώ για καπέλο και τα χέρια απλωμένα. Μια τραγουδίστρια της όπερας μ’ ένα ανάποδο σκαμπώ για καπέλο τα χέρια απλωμένα τα μπούτια ανοιχτά και δυό μεγάλα μυτερά βυζιά. Μια τραγουδίστρια της όπερας μ’ ένα ανάποδο σκαμπώ για καπέλο τα χέρια απλωμένα τα μπούτια ανοιχτά και δυό μεγάλα μυτερά βυζιά τραγουδάει. Δυό ντετέκτιβς. Δυό ντετέκτιβς με καπέλο που βγήκαν από ασπρόμαυρη ταινία κι αγριοκοιτάζονται, ανάμεσά τους μια μέλισσα. Ένα πέος. Ένα φτερωτό πέος. Ένα φτερωτό πέος που χορεύει. Ένα φτερωτό πέος που χορεύει κι έχει τσουτσούνι. Ένα φτερωτό πέος που χορεύει κι έχει τσουτσούνι κι εκσπερματώνει αριστερά και δεξιά. Δυό αρκουδόχερα. Δυό τεράστια κι άγαρμπα αρκουδόχερα με μυτερά νύχια. Ακινητοποιούν την τραγουδίστρια. Η τραγουδίστρια δεν τραγουδάει πια, αλλά ουρλιάζει. Το πέος πλησιάζει εκσπερματώνοντας. Οι ντετέκτιβς αγριοκοιτάζονται. Το πέος εκσπερματώνει πάνω στην τραγουδίστρια. Πού πήγε ο γελαστός γάτος; Το πέος εκσπερματώνει παντού. Παίρνει και τους ντετέκτιβς η μπάλα. Οι ντετέκτιβς πυροβολούν  ο ένας τον άλλο στα μούτρα.  Τα μυαλά τους σκορπούν. Το πέος εκσπερματώνει  πάνω στην τραγουδίστρια και παντού.

Η μέλισσα πετάει.

9 Νοε 2010

ΣαΝ όΝΕΙΡΟ



Πιο πράσινο απ'το πράσινο το χρώμα των ματιών σου
πιο κόκκινο απ'το κόκκινο το χείλι που διψώ
πιο γελαστό απ’τη χαρά το ερωχαμόγελό σου
πιο όμορφο απ’ την ομορφιά ό,τι μαζί σου ζω


μ

20 Οκτ 2010

ΝΤΡΟΠή ΚΑι ΘΛίΨη Στα ΚόΚΚΙΝΑ ΦΑΝάΡΙΑ




Την ίδια ώρα που στη Γαλλία οι κουτόφραγκοι απεργούν για κάτι ψωροβελανίδια, 



η Ελλάδα κλείνει τα μάτια μπροστά στην παντοειδή Εκπόρνευσή της,

σαν τη γριά Πόρνη που δε λέει με τίποτα να τα παρατήσει, ξορκίζοντας την Ασχήμια και την Αρρώστια, αφού απέτυχε να τις κρύψει κάτω από το χαλί, 
εθελοτυφλώντας ως την τελική Πτώση, αρνούμενη πεισματικά να νιώσει τη Ντροπή, ανήμπορη να παραδεχτεί τη Θλίψη, ώστε να μπορέσει να την ξεπεράσει και να κάνει μια νέα αρχή, 


τυρβάζει περί του Νησιού, εκτονώνεται μέσω του Λάκη, κι όταν δεν αντέχει άλλο πιά, ξεσπά στην Επανάσταση 4Α, τον "Ανένδοτο Αντι-αντικαπνιστικό Αγώνα". 

Αβάσταχτη Ντροπή και Θλίψη.

Μόνη ταιριαστή υπόκρουση, "Τα Κόκκινα Φανάρια".

9 Σεπ 2010

έΡωταΣ όΧι ΘάναΤος




Όχι δεν θέλω να με σκοτώσεις, Αγάπη μου

Θέλω ν’ αγκαλιαζόμαστε και να φιλιόμαστε στα παγκάκια σαν εφηβάκια πολεμώντας με τα κουμπιά να χαϊδευόμαστε παντού να κρύβομαι στο λαιμό σου όταν περνάει κόσμος να κρύβεσαι στο στήθος μου

Θέλω να στροβιλιζόμαστε αργά σ’ αυτοκόλλητα μπλουζ το γόνατό μου ανάμεσα στα πόδια σου τα κορμιά μας άλυτα μπλεγμένα τα στόματά μας πεινασμένα κι αχόρταγα τα χέρια μας αποθρασυμένα τα μυαλά μας παραζαλισμένα

Θέλω να κάνουμε ολικό Έρωτα ξανά και ξανά να εξερευνήσω και ν’ αφυπνίσω κάθε γωνιά σου κι εσύ κάθε δική μου να φτάνουμε μαζί σε ανεξήγητους παροξυσμούς κοινής ηδονής να ταξιδέψουμε στα μέρη που ποτέ δεν πήγε μόνος του κανείς

Θέλω να περπατάμε αγκαλιά χέρι με χέρι και να να περιστρέφεται γύρω μας η γη χωρίς εμείς να μετακινούμαστε σπιθαμή

Θέλω να φοβάμαι μόνο για τη ζωή σου όχι για τη ζωή μου

Θέλω να πονώ όταν είσαι μακριά μου όχι μαζί μου

Θέλεις;

3 Σεπ 2010

ΣήΚω, ΑγαπηΜένη μου



πανέμορφή μου, έλα

γιατί ο Χειμώνας, κοίτα, πέρασε

τα Σύννεφα σκορπίσαν...



από το Άσμα Ασμάτων

4 Αυγ 2010

ΜικΡό ΕρωτιΚό


Μοίρα γλυκιά μου
παρηγοριά μου
αχ, όνειρό μου
πραγματικό

πάνω και κάτω
 ρόδινα χείλη 
αχ μ' έχεις στείλει
στον ουρανό


.

29 Ιουλ 2010

ΔάκΡυα στον ακάΛυπτο




Τον παρακολουθούσε κρυφά, καιρό τώρα. Ζούσε χρόνια μόνος του, από τότε που χώρισε με την κοπέλα του. Τον έβλεπε το πρωί που άνοιγε το πατζούρι, το βράδυ που το έκλεινε, τον κρυφοκοιτούσε το καλοκαίρι που τριγυρνούσε μισόγυμνος ή ολόγυμνος, πίσω από τις κουρτίνες που ανέμιζαν, τον ένιωθε τα ζεστά μεσημέρια να λαγοκοιμάται πίσω από το μισοκατεβασμένο στόρι. Τον έβλεπε να γίνεται όλο και πιο σοβαρός, όλο και πιο μελαγχολικός, μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο.

Μόνος. Μόνη της κι αυτή. Μια άγνωστη γειτόνισσα του ακάλυπτου.

Ένα ζεστό μεσημέρι του Ιούλη άκουσε πνιχτά κλάματα στον ακάλυπτο, και βγήκε αθόρυβα στο μπαλκόνι. Ήταν εκείνος. Πίσω από τη μισόκλειστη κουρτίνα τον είδε ξαπλωμένο να κλαίει, πνίγοντας τα δάκρυά και τους λυγμούς του στο μαξιλάρι.

Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ντύθηκε βιαστικά, κατέβηκε κάτω στο δρόμο, έκανε το γύρο του τετραγώνου, και χτύπησε το θυροτηλέφωνο που – υπέθετε- πως ήταν το δικό του. Η καρδιά της χτυπούσε έντονα, πόσο καιρό είχε να τη νιώσει να χτυπάει έτσι.. Ξαφνιάστηκε όταν της άνοιξαν χωρίς κουβέντα. Το ασανσέρ της παλιάς οικοδομής μύριζε έντονα μούχλα.

Της άνοιξε την πόρτα ντυμένος όπως όπως. Τα μεγάλα πράσινά του μάτια ήταν κατακόκκινα από το κλάμα. Ήταν ακόμα πιο όμορφος, από κοντά.

- "Θα θέλατε κάτι", τη ρώτησε χαμηλόφωνα.

Εκείνη δίστασε. Μετά δείλιασε.

- "Μάλλον έκανα λάθος", του απάντησε. "Με συγχωρείτε".

Και κατέβηκε τρέχοντας, από τις σκάλες.



15 Ιουλ 2010

Η ΦιλντισέΝια



Να σκάει το κύμα  απαλά
στην αμμουδιά της Μάγισσας- να λάμπει
το φεγγάρι του Αυγούστου στρογγυλό, κι εγώ
να κάνω έρωτα στη Φιλντισένια


(I)


υπήρξε στον Κόσμο ποτέ ευτυχία
πιο παραμυθένια;




photo by Mindclover.