Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Ιαν 2015

το βρώΜικο αίΜα



πλύνε το. ψέκασέ το. ρίχτου κολώνια, αγιασμό, ακουαφόρτε, ντι ντι τί. 

ξεμάτιασέ το. απείλησέ το. μίσησέ το. καλόπιασέ το. παρακάλεσέ το να φύγει. κλάψε. φώναξε. οδύρου. δεν ωφελεί.

θέλει μαχαίρι. θέλει πόνο. θέλει να ματώσεις. θέλει ν’ αντέξεις. για να γιατρευτεί. ίσως.

το βρώμικο αίμα.

<μ<

21 Οκτ 2012

(ΑΝ)ΕΛΕΥΘΕΡϊΑ - (ΑΝ)ΙΣόΤΗΤΑ - ΜΗ-)ΑΔΕΛΦΟΣύΝΗ



Ελευθερία- Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σκλάβοι- ή όποια εντύπωση ελευθερίας, απώλειάς της, κατάκτησής της, αποτελεί πεπερασμένη, εφήμερη πλαναίσθηση.

Ισότητα- η Μέρα μπορεί να γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για τη Νύχτα, η Νύχτα όμως σχεδόν τίποτα για τη Μέρα.

Αδελφοσύνη- απαντάται μεταξύ Αδελφών, και πάλι, ίσως...

<μ<

21 Ιουλ 2012

το ρόΔο των ανέΜων




Φυσάει γραίγος και σε χάνω
μακριά σε παίρνει ο μαΐστρος

πού θα με βγάλει αυτός ο Οίστρος 
σε ποιό κατσάβραχο επάνω

να νοσταλγώ κείνη την όστρια
που δεν εφύσηξε ποτέ



<μ<

18 Ιουλ 2012

η ΚάΨΑ του ΣΚύλΟΥ και οι ΕΤΗΣίΕΣ



Μια φορά κι έναν καιρό (λέμε τώρα), ο Σείριος, το Α του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, το πιό λαμπρό αστέρι μετά τον ήλιο, τσουρούφλιζε την έρμη τη χώρα μας, όταν ανέτειλε μαζί με τον Ήλιο, εκεί προς το τέλος του Ιούλη, στις λεγόμενες Κυνάδες Ημέρες. Στέρευαν λοιπόν οι πηγές, ξεραίνονταν τα πάντα, κι οι άνθρωποι υπέφεραν πολύ από την τρομερή ζέστη, την ανυδρία και τις ασθένειες. Πρόκειται για τα περίφημα Κυνικά Καύματα, τότε που μόνο οι σκύλοι ήταν τόσο χαζοί ώστε να κυκλοφορούν το μεσημέρι και να καψαλίζονται, και για τα οποία ο ποιητής Αρχίλοχος έγραφε...

"Βρέξτε τα σπλάγχνα με κρασί, το αστέρι ανατέλλει!
δύσκολη τώρα η εποχή, όλα διψούν και καίγονται,
και το τζιτζίκι τραγουδά και το αγκάθι ανθίζει

Κι είν' οι γυναίκες μιαρές κι οι άνδρες κατσιασμένοι
καθώς ο Σείριος απ' την κορφή ως και τα νύχια
τους τσουρουφλίζει !"

...και ο Άρατος ο Σολεύς έγραφε...

"...η άκρη του σαγονιού του [τού Μεγάλου Κυνός] είναι ιδιαίτερα λαμπρή- πρόκειται για έν' αστέρι που οι άνθρωποι το λένε Σείριο. Όταν αυτό το άστρο ανατέλλει μαζί με τον Ήλιο, τα φυτά δεν μπορούν ν' αντισταθούν στις φλογερές ακτίνες του, τα φύλλα τους ξεραίνονται, σκληραίνουν οι ίνες τους, ή σκάει ο φλοιός τους..."

Σε απελπιστική κατάσταση λοιπόν, τσουρουφλισμένοι και διψασμένοι, οι άνθρωποι, και συγκεκριμένα οι κάτοικοι της Κέας των Κυκλάδων, ζήτησαν τη βοήθεια του Απόλλωνα, που μέσω του μαντείου των Δελφών τους σύστησε να καλέσουν για βοήθεια τον ημίθεο και ήρωα Αρισταίο, από τη Θεσσαλία.

Ο Αρισταίος, γιος του Απόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης, αναθρεμμένος από τους Κενταύρους, τις Μούσες και τις Νύμφες, άφησε την ένδοξη Φθία και τους Μυρμιδόνες κι εγκαταστάθηκε στην Κέα (Τζια), όπου έχτισε βωμό στο Ικμαίο Δία (Δία των Βροχών), και πρόσφερε θυσίες τόσο στον πατέρα των Θεών, όσο και στον καυτό Αστέρα Σείριο.

Τότε ο Δίας τους (μας) λυπήθηκε, κι έστειλε τους δροσερούς Ανέμους Ετησίες (μελτέμια), να πνέουν για διάστημα σαράντα ημερών, την καυτή περίοδο τπυ Ιουλίου Αυγούστου, όταν στον ουρανό ανατέλλει, μαζί με τον Ήλιο, ο Σείριος...



ΣΣ οι μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων είναι δικές μου Σ;ο)

7 Ιουλ 2012

ένα πρωί άρχισα να καταλαβαίνω τη γλώσσα των χελιδονιών



μόλις που είχε ξημερώσει
καθόμουν σ’ ένα ψηλό μπαλκόνι με θέα στη θάλασσα, κι ένα χελιδόνι
ήρθε και κάθισε στο σύρμα, πολύ κοντά μου
αμέσως μετά ήρθε κι ένα δεύτερο, κι άρχισε να τού λέει:


«τσίπ! τσίπ! τσίπ τσίπ! τσίιιιιρπ! τάτατα τατατάαα! τάτατα τατατάααααααα!!!!»


έτσι ο χελιδόνος εξομολογούνταν στη χελιδόνα τον έρωτά του


κι εγώ, τα καταλάβαινα όλα!


<μ<

14 Ιαν 2012

το λειΨό φεγγάΡι


To ΛειΨό φεΓΓάρι

Ένα παγωμένο βράδυ, ενός θλιμμένου χειμώνα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ένας τεράστιος, κατάλευκος, περιπλανώμενος Δράκος εμφανίστηκε στον ουρανό, πίσω από την Πανσέληνο. Την πλησίασε ύπουλα και αθόρυβα, της τράβηξε χωρίς καμμία ντροπή μια γερή δαγκωνιά, και την άφησε εκεί, πληγωμένη, να αιμορραγεί λευκό, μαργαριταρένιο φεγγαρίσιο αίμα.

Κανένας δεν πρόσεξε το δράμα που εκτυλίσσονταν ψηλά στον ουρανό. Γιατί ήταν, είπαμε, ένας θλιμμένος χειμώνας, και οι άνθρωποι είχαν πάψει να κοιτάζουν ψηλά. Ούτε οι ελάχιστοι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν εκείνην την προχωρημένη ώρα. Ούτε οι καντινιέρηδες που έψηναν μπροστά στις κατάφωτες καντίνες τους για να ταΐσουν τους ξενύχτηδες. Ούτε καν το αιώνιο ερωτευμένο ζευγαράκι, που φιλιέται μυριάδες χρόνια τώρα, στην Παραλία, μπροστά στο Λευκό Πύργο. Μόνο κάτι περαστικά συννεφάκια το πρόσεξαν, μα τα συννεφάκια δεν είναι μαρτυριάρικα, ούτε κι ανακατεύονται στις ξένες δουλειές, παρόλο που βλέπουν σχεδόν τα πάντα- κι έτσι δεν μίλησαν ούτε κι αυτά.

Την Σελήνη όμως την πήρε το παράπονο, έτσι που ένιωσε μόνη, πληγωμένη, κι ανυπεράσπιστη. Καταράστηκε λοιπόν τον Κόσμο να μην ξαναξημερώσει, να μείνει για πάντα όπως ήταν εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ, κρύος, σκοτεινός, και θλιμμένος. Όπως ο Χρόνος.

Η κατάρα της φυσικά έπιασε, γιατί οι κατάρες της Σελήνης πάντα πιάνουν, κι αλίμονο σε κείνον που θα τις υποστεί. Όλα πάγωσαν, κι ο Κόσμος ερήμωσε.

Όμως ο περιπλανώμενος Δράκος, βλέποντας πως δεν υπήρχε πια κανείς να υπερασπιστεί τη Σελήνη, πήρε θάρρος, και ξαναγύρισε. Μια νέα γερή δαγκωνιά, κι εκείνη απέμεινε ακόμα πιο λίγη, ακόμα πιό λειψή. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, ώσπου από τον όμορφο λαμπερό της δίσκο δεν είχε απομείνει παρά μια μικρή, κιτρινωπή φέτα, σαν κομμένο νύχι. Κι ύστερα, ένα βράδυ, τίποτα πια. Απόλυτο σκοτάδι. Τότε ο Δράκος, χορτάτος και χαρούμενος, όσο χορτάτος κι όσο χαρούμενος μπορεί να είναι ένας Δράκος, φτερούγισε μακριά, για άλλους Κόσμους.

Κι έτσι, μαζί με τη Σελήνη, έσβησε κι η κατάρα της: ξημέρωσε ξανά, κι όλα στον Κόσμο άρχισαν σιγά σιγά να κυλάνε όπως πριν. Ακόμα κι η Σελήνη, δειλά δειλά, άρχισε να ξαναμεγαλώνει τις νύχτες στον Ουρανό. Η Νέα αυτή Σελήνη όμως, δεν θυμόταν τίποτ' απ' όλ' αυτά. Ούτε κι οι νέοι άνθρωποι.

Αλλά οι άνθρωποι, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν θυμούνται τίποτα.

Γι αυτό κι υπάρχουν ακόμα Δράκοι.

μ
14-1-2012

4 Αυγ 2011

ΝέμεΣις





…ύστερα, πίσω από το Αρχαίο τους Κάστρο, βγήκε τελικά ένα αποτρόπαιο κάτι, σαν Φεγγάρι- τόσο μεγάλο, τόσο κόκκινο, τόσο λερό, σαν χαλασμένο αίμα, που όλοι πίστεψαν πως ήρθε πια στα σίγουρα το Τέλος, και άρχισαν να πέφτουν στα γόνατα, και να μετανιώνουν για τις ασήμαντες πράξεις τους, και για τις αξιογέλαστες παραλείψεις τους, και να κλαίνεκαι να παρακαλάνε για Έλεος- όταν όμως πέρασαν οι ώρες, και δε φάνηκε κανένας Άγγελος Τιμωρός, και δεν έλαμψε καμμία Πύρινη Ρομφαία, και δεν ξέσπασε κανένα Θεϊκό Μένος, κι από την Ανατολή άρχισε δειλά δειλά να σπάει το Σκοτάδι, και να χαράζει η Νέα Μέρα, τότε αλάφιασαν τελείως, κι άρχισαν, Δίκαιοι και Άδικοι, να βυθίζουν οι ίδιοι τα μαχαίρια τους στο στήθος τους, και στο στήθος των παιδιών τους, κι έπεφταν σαν ποντίκια όλοι μαζί από τις ψηλές επάλξεις, κι από τους άγριους γκρεμούς, κι έβαζαν στο λαιμό τους θηλιές, και μόνοι τους κρεμιόταν- ώσπου δεν έμεινε πιά σχεδόν κανένας τους Ζωντανός, μόνο κάτι μωρά, που σπαρταρούσαν στο κλάμα 

τόσο πολλή ανάγκη είχαν, οι άνθρωποι εκείνοι, λίγη Δικαιοσύνη
μια κάποια Τιμωρία

μ

15 Ιουλ 2011

ώΡΕΣ, ΜήΝες, ΕποΧές



Οι ώΡΕΣ

Θαλλώ, Αυξώ, Καρπώ, κόρες του Δία και της Θέτιδας. Οι "Εποχές" των Ελλήνων, πριν οι Ρωμαίοι μάς κατακτήσουν και εισάγουν τις Τέσσερις Εποχές που όλοι ξέρουμε. 

Αυξώ

Είναι αρχές Γιούνη. Ιούνιος. Ήλιος και βροχή, παντρεύονται οι φτωχοί, και όχι μόνο. Τους προστατεύει η Ρωμαία Ήρα, η Γιούνα, κόρη του Σατούρνου, αδερφή του Γιούπιτερ, γιουπιγιάγια, γιούπι, γιουπιγιά. 


Πριν από δύο χιλιάδες χρόνια και κάτι. Ένας υπερφίαλος σανδαλοφόρος άνθρωπος, τόσο ιδιότροπος και κεφάλας, που γεννήθηκε από μια τομή στην κοιλιά της μάνας του – την «Καισαρική», και όχι από κει που γεννιόταν όλοι (μα ΟΛΟΙ) ως τότε, δίνει τ’ όνομά του στον πιο ζεστό μήνα του χρόνου. Ιούλιος, δλδ Γιούλιους (Julius), δλδ «γιός του Γιούπιτερ (Jupiter)», του άντρα της Γιούνας-Ήρας, του Ρωμαίου Δία. 


Ένας ακόμα πιο υπερφίαλος διάδοχός του (α ρε Βρούτε αποτυχημένε!), Καίσαρ κι αυτός, αν και πολύ πιο ασήμαντος από τον πρώτο - Ιούλιο - Καίσαρα, μαγαρίζει έναν ακόμα Μήνα με τη ματαιοδοξία του. Όχι θα πήγαινε πίσω! Κι έτσι, γεννήθηκε ο μήνας Αύγουστος (Augustus, «ο τιμημένος»). 


Τον Έβδομο δεν πρόλαβαν να τον μαγαρίσουν οι βρώμο-Καίσαρες, ή μάλλον πρόλαβαν, αλλά ο διάδοχος του διαδόχου, ο Γερμανικός, πατέρας του Καλιγούλα και παππούς του Νέρωνα, ήταν τόσο υπερβολικά ξεφτίλας που ακόμα και για τους εκφυλισμένους Ρωμαίους της Αυτοκρατορίας ήταν τού μάτς να φορτωθούνε κι έναν μήνα με τ’ όνομά του για να τον θυμούνται. Κι έτσι ο Σεπτέμβριος, «ο έβδομος», το γλύτωσε, παρά τρίχα, το αιώνιο ρεζίλεμα, να λέγεται δηλαδή Γερμάνικος (Germanicus). Τον έκαναν όμως ένατο, οι αλήτες, με όλες αυτές τις μεγαλομανίες τους, με την παρεμβολή δλδ του Ιουλίου και του Αυγούστου στο Μηνολόγιο. 


Και το κακό δε σταματά εδώ. Τα ίδια ακριβώς έπαθε κι ο δέκατος, κι αντί για Δέκατος λέγεται Όγδοος. Όχι «Οκτώμβρης», «Οκτώβρης», ζώον. Χωρίς «μ». Μόνο με συννεφιές, σχολείο, γκρίζο, βροχές. 


Και τί κατάλαβαν δηλαδή με όλην αυτήν την αναστάτωση οι Καίσαρες; Έτσι κι αλλιώς, και οι δύο (τρεις) τους έχουν γίνει σκόνη εδώ και Αιώνες.

Καρπώ

O Ενδέκατος λοιπόν, εξαιτίας των Καισάρων που λέγαμε, λέγεται Ένατος. Νοέμβριος. Ακόμα χειρότερα, κι ο δωδέκατος, καλά το μάντεψες, λέγεται Δέκατος. Δεκέμβρης. Άνω κάτω το ημερολόγιο. (Α ρε Βρούτε. Αν τα κατάφερνες ως το τέλος…)


 Πάντως τον πρώτο δεν τόλμησε κανείς να τον ακουμπήσει. Ίσως γιατί είχε δυό πρόσωπα, κι έβλεπε και μπροστά και πίσω. Γιάνους, ο διπρόσωπος Θεός Ιανός. Ο Ιανουάριος, με τα κρύα και με τις Αλκυονίδες του. Ας έβαζες όμως και κανένα ρουχαλάκι επάνω σου, να μην ήσουν πουντιασμένος όλον τον επόμενο μήνα, με φήβερ, fever, feber, πώς το λένε. Ο μήνας των καψαλισμένων από πυρετό. Φεβρουάριος. Τί διαμαρτύρεσαι; Ας έκανες και κανένα εμβόλιο για τη γρίππη στο κάτω κάτω, το χορηγεί και ο ΟΓΑ. Τί δεν υπήρχε τότε; Ο ΟΓΑ; Α, το εμβόλιο.

Θαλλώ

Κι έρχεται σιγά σιγά η Άνοιξη, κι επιστρατεύει ο Βιβάλντι τα πιο θριαμβευτικά του βιολιά. Τα «Επιστρατεύει», ναι. Πού μυαλό η ηλίθια ανθρωπότητα για ρομάντζα. Πολεμικός ο πρώτος μήνας της Θαλλώς-Άνοιξης, τρίτος του Ρωμαϊκού ημερολογίου, χαρισμένος στον Άρη, τον εμπρός- Μάρς, άιντε κακόμοιρη ανθρωπότητα, ξαναπιάσε το αλληλοσφάξιμο που είχες σταματήσει τον ενδέκατο-που-λέγεται-ένατος-εξαιτίας-του-Ιούλιου-Καίσαρα. Μάρτιος των πολέμων.


 Όσο και να σφαχτείς όμως, κακόμοιρη ανθρωπότητα, δεν μπορεί παρά η Καρδιά σου ν’ ανοίξει τον Ανοίξιο, τον Απρίλη ντε, από το «απρίρε» που σημαίνει ανοίγω. 


Για να μην πούμε για τον επόμενο Μήνα, τον πιο όμορφο απ’ όλους, κι αν δε με πιστεύεις δες όλες τις απεικονίσεις των Μηνών ανά τους Αιώνες. Μάης, απ’ τα Μάγια, απ’την Μάγια, την μικρότερη από τις Πλειάδες, Θεά της Γονιμότητας.

Άιντε και του χρόνου!

9 Μαΐ 2011

ΦαντάΖματα


..."Τα δειλινά, η Κυρά Αντιγόνη,
καθόταν έξω από την πόρτα της"...


μ

6 Μαΐ 2011

ΠώΣ ήΡΘε ΚαΙ ΠώΣ έΦΥΓε Ο ΟΡΝΤΟύΘ

Ένα μελοποιημένο απόσπασμα από το Κυκλώπειον Έπος
''ΠΩΣ ΗΡΘΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΦΥΓΕ Ο ΟΡΝΤΟΥΘ''
(η Οδύσσεια από την πλευρά των Κυκλώπων)


Πάνο, σ' ευχαριστώ πάρα πολύ για την άδεια σου να μελοποιήσω το αριστούργημά σου αυτό. Κι ακόμα περισσότερο για τη φιλία σου!


..."Ο πρώτος τόνε μέθυσε και του ’βγαλε τα μάτια, ο δεύτερος, μ’ ένα σκοινί, ανάσκελα τον δένει, κι εγώ του έβαλα φωτιά, να πάει στα κομμάτια, κι ας κλαίγανε τα θηλυκά από το μπεζιστένι.
…………….
Καθόταν και καιγότανε σα δέντρο μαντρωμένο, που η μάντρα το εμπόδιζε να τρέξει να γλιτώσει. Νωθρό το μπρος το βλέμμα του, το πίσω θαμπωμένο, κι η στάχτη του - ένα τίποτα. Μια χούφτα. Κι ούτε τόση…"


όλο το ποίημα εδώ

2 Μαΐ 2011

ΣτουΣ ΚήΠΟυΣ Του ΠαΣά


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα Κάστρο δίπλα στη Θάλασσα, ζούσε ένας ερωτευμένος Πασάς. Κι έφτιαξε, για χάρη της Αγαπημένης του, μόλις έξω από τα τείχη, στους λόφους που αγνάντευαν το Λιμάνι, κάτι παραμυθένιους Κήπους. Κι έβαλε, λέει, στο κέντρο τους, ένα παράξενο πέτρινο συντριβάνι, σαν ξερονήσι μέσα στο πράσινο, σαν γλυπτό βράχο του πελάγου, με γύρω γύρω πέτρινα παρτέρια, γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια.

Μετά έγιναν πράγματα και κλάματα και συμφορές και θαύματα- άνθρωποι χάθηκαν, άνθρωποι έφυγαν, άλλοι ήρθαν, πέρασαν μπόρες και χαμοί και δύσκολοι καιροί- ο Πασάς πήρε πόδι, γι’ άλλες θάλασσες, μαύρες- οι Κήποι του ρήμαξαν, το συντριβάνι του ξεράθηκε, τα λουλούδια στα παρτέρια μαράθηκαν, την άνοιξη μόνο φύτρωναν κάτι αγριόχορτα- ακόμα και η Θάλασσα στον ορίζοντα σιγά σιγά έπαψε να θαλλασίζει, άδειασε από βαρκούλες και παιδιά, και γέμισε σκουπίδια, και βρωμερή πορτοκαλιά γλύτσα… Κανείς δε θυμάται πιά ούτε τον πασά, ούτε την αγαπημένη του- μόνο κάτι Παράξενοι κυκλοφορούν τις Νύχτες, ψάχνοντας στα ερείπια Δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, και Μυστικά που δεν υπάρχουν. Μα την Άνοιξη, στα παγκάκια γύρω από το ρημαγμένο συντριβάνι, τα ζευγαράκια εξακολουθούν να φιλιούνται, κι ας χέζουν τριγύρω οι δεσποζόμενοι σκύλοι το χορτάρι, υπό τα περήφανα βλέμματα των ανθρώπινων γονιών τους.

Μα πες μου, ομορφιά μου, τί ν'απέγινε η αγαπημένη του Πασά; Κι εσύ, ποια άραγε νά 'σαι; Μην είσαι σύ Εκείνη;


Κι αν είσαι εσύ, πώς να σ’ αναγνωρίσω... Κι αν είσαι εσύ, πώς να σ’ αγαπήσω, που ψωνίζεις στο ίδιο φτηνομάρκετ με μένα, γατοτροφές που δεν τις τρώνε ούτε τ’ αδέσποτα; Σου πιάνω κουβέντα, για γάτες και για γατοτροφές, α, ώστε την κόκκινη την τρώνε, σού χαμογελώ, μού χαμογελάς, σού συστήνομαι, μύ συστήνεσαι, μα δε θα ζητήσω το τηλέφωνό σου, κι ας διαισθάνομαι την αμοιβαία έλξη, ομορφιά μου-, στο λέω, αποκλείεται να πάμε κάπου μαζί, είμαστε καταδικασμένοι από την αρχή- γιατί, για σκέψου, λέει, να γινόσουν η Αγαπημένη μου, και να γινόμουν ο Πασάς σου, και να ονειρευόμασταν, λέει, να χτίσουμε μαζί τους Κήπους μας, γεμάτους γατιά και παιδιά, πού θα βρίσκαμε Χώρο, σε τούτον το στενό Τόπο, σκέψου, λέει, να γινόσουν η Αγαπημένη μου, και να μού ζητούσες ένα Συντριβάνι, πού θα 'βρισκα Νερό, σ' αυτά τα ξερά τα Χρόνια, σκέψου να μάς ρωτούσαν πού γνωριστήκαμε, τί θα τους λέγαμε;

«Στο Lidl της Ολυμπιάδος;» …



3 Φεβ 2011

ΕλέΜοιΡα τα ΜπΟΡοΓκρόΒια


'Twas brillig, and the slithy toves
Did gyre and gimbel in the wabe.
All mimsy were the borogoves,
And the mome raths outgrabe.'

"Λαμπράκι ήταν, και τα γλύστρια τόβια
Στριφοκοπούσαν στο γουμπί
Ελέμοιρα τα μπορογκόβια
Τσιροσφυρούσαν τα μραπί."


Lewis Carol, "Jabberwocky" 
from "Through the Looking-Glass, and What Alice Found There" (1872)

18 Ιαν 2011

Μια Καιρά κι έναν Φορό, ήΤαν Το ΑΠόΛυΤο και το ΣΧετιΚό





Μια φορά κι έναν καιρό, όταν τα μοσχάρια ήταν παχιά, και τα λάχανα βαριά, τότε, που όποιος είχε το όνομα είχε και τη χάρη, και την τιμή και το καμάρι, και τη φούντα με το μαργαριτάρι, και τα ετερώνυμα έλκονταν... 


...κάπου εκεί, σε μια χώρα στρουμπουλή... 


...ζούσε το Μικρό μαζί με το Μεγάλο, κι είχανε και τέσσερα μέτρια παιδιά:  το Μιλότο Μεγακρότο Μεκρό, και το Μιγάλο


Γείτονες τους ήταν το Σχετικό και το Απόλυτο, ένα όμορφο ζευγάρι, με τα παιδάκια τους, το Σχετιτό, το Αποκό, και το Απόλυκο. Εκεί κοντά ζούσαν κι οι κουμπάροι τους, το Βραχυπρόθεσμο και το Μακροπρόθεσμο, κι οι καλοί τους φίλοι, το Αυτόφωτο και το Ετερόφωτο. Και ζούσαν όλοι αυτοί καλά, κι εμείς όχι ακόμα.

Ήρθανε όμως κάποτε δύσκολοι καιροί, και μαύροι χρόνοι, μα του πεύκου το βελόνι, κι όλα άλλαξαν- έπαψαν τα γέλια και ξεράθηκαν τ’αμπέλια. Η δυστυχία ξαπλώθηκε φαρδιά πάνω στην ευτυχία, κι  ήρθαν τα κάτω πλατιά, στη μικρή μας γειτονιά…

Όλα άρχισαν όταν τσακώθηκε το Μικρό με το Μεγάλο, και πήγε και τα ‘φτιαξε με το Σχετικό, οπότε παίρνει και το Μεγάλο τα μάτια του και πάει και συζεί με το Κουμπαράκι του το Μακροπρόθεσμο, που χωρίζει εξ αιτίας του το Βραχυπρόθεσμο και παρατάει και τα δυό παιδάκια τους, το Μαχυπρόθεσμο και το Βρακροπρόθεσμο. Απελπισμένο το Βραχυπρόθεσμο πάει και αποπλανεί το γείτονα το Ετερόφωτο, βάζοντάς το να πάρει διαζύγιο από το Αυτόφωτο. Και το Αυτόφωτο όμως δεν έχασε καιρό, τί κι αν κλαίγαν τα παιδάκια του, το Αυτερόφωτο και το Ευτόφωτο, μαζί με όλα τ’ άλλα διαλυμένα παιδάκια, τρέχει και τα κάνει πλακάκια με το Απόλυτο, και παίρνει έτσι κι αυτό την διεκδίκησή του. 


Όλοι ήταν λοιπόν εκ των ετερωνύμων τους χωρισμένοι κι εξ απόψεως πεισματωμένοι κι εξ όψεως   κατευχαριστημένοι, εκτός φυσικά από τα έρμα τα παιδάκια, που δεν είχαν πια τους γονείς τους αντίθετους κι αγαπημένους, αλλ' αγάθετους και αντιμένους… «Θέλω τη Μπαμά μου»… «γιατί Μπαμπά»… «μη φεύγεις Μαμπά»… «μείνε μαζί μας, Μαμά»… άκουγες παντού, κι έβλεπες τριγύρω λυπημένα και κλαμμένα τα παιδικά μουτράκια. Χωρίς κανείς από τους γονείς τους να τους δίνει σημασία… 

Όλα τα λειαίνει όμως ο Καιρός, και η Ζωή βιάζεται, και στροβιλίζεται, και Είναι, και δε μας περιμένει ούτε να θρηνήσουμε εκείνο που Ήταν, ούτε να ελπίσουμε το άλλο που Θα Είναι. Κι έτσι, από τη νέα τάξη θαυμάτων γεννήθηκαν νέα άτακτα θαυματάκια: γέννησε το Σχετικό το Σχετικρό και το Μιτικό, παιδιά του Μικρού, ενώ και το Μεγάλο και το Μακροπρόθεσμο δεν έμειναν πίσω κι έκαναν το Μεγαπρόθεσμο και το Μακρογάλο. Το Βραχυπρόθεσμο με το Ετερόφωτο απέκτησαν το Βραχύφωτο και το Ετεροπρόθεσμο, ενώ το Αυτόφωτο και το Απόλυτο έφεραν στον κόσμο το Αυτόλυτο και το Απόφωτο. Και ούτω καθεξής, και το γάλα της λοξής.

Μερικά από τα παιδιά των ετερόκλητων αυτών γάμων βγήκαν ομολογουμένως ετερατάκια, ενώ άλλα, παραλόξως, σκέτα καγγελάκια, μα και σε μερικές περιπτώσεις τεραλάκια, ακόμα - για φαντάσου! -κι αγγετάκια. Σκέτο μπάχαλο δηλαδή. Αλλά, σε αναλυτική τελείωση, μήπως και πριν, μπάχαλο δεν ήταν;

Κι ούτε συ ήσουν εκεί, ούτε γω που σού μιλώ. Μα έτσι έγιναν τα πράγματα και φτάσαμε ως εδώ. Κάποιοι απαισιστές  πεσιμιόδοξοι λένε πως έκοψε η κόλλα και πάει, τέλειωσαν όλα. Η νέα γενιά όμως δεν κάθεται με σταυρωμένα τα ταίρια! Όλοι οι συνδυασμοί είναι πια πιθανοί και όλες οι πιθανότητες συνδυαστικές! Να φανταστείς, το Μιγάλο, το παιδί του Μεγάλου και του Μικρού, ερωτεύτηκε λέει το Απόλυκο, του Απόλυτου και του Σχετικού, και περιμένουν και παιδί- μάλλον θα το πουν Απόλο. Ή Μίλυκο. Το αλύποτο χάμπαλο σού λέω!!!

Και μια και τό 'κουρε η φεβέντα, ακούω πως και το γέρο-Απόλυτο ξαναείναι έγκυο τελευταία… μη με ρωτάτε από ποιό!  Ή τί -ακόμα- θα βγει από αυτό!

19 Δεκ 2010

Η ΤινάχΤρα τωΝ ΧαλιώΝ



Η ΤινάχΤρα τωΝ ΧαλιώΝ

Στην Μεγάλη, Άσχημη, Βρώμικη  και Πολύβουη Πόλη των Θορύβων και των Κρότων, κατοικεί μια Κακιά Μάγισσα, που χτυπά με το Μαγικό Τιναχτήρι της και τινάζει με απαίσιο θόρυβο το Μαγικό Χαλί της κάθε φορά που κάποιος κουρασμένος ή άρρωστος άνθρωπος προσπαθεί να ξεκουραστεί και ν’αναπληρώσει τον Ύπνο που του λείπει. Λέγεται «η Τινάχτρα των Χαλιών». Καραδοκεί με χαιρεκακία να πετύχει τις σπάνιες ώρες που όλα ησυχάζουν, ακόμα και στην Μεγάλη, Άσχημη, Βρώμικη  και Πολύβουη Πόλη των Θορύβων και των Κρότων, όπως ας πούμε το πρωί της Κυριακής, μόλις ο Ήλιος ανατείλει, ή τ' απογεύματα του καλοκαιριού, που σκάει ο τζίτζικας και δεν τολμάς να ξεμυτίσεις από το σπίτι. Χώνεται με πονηριά στους πιό πυκνοκατοικημένους, φτωχικούς και σκοτεινούς Ακάλυπτους, και ψάχνει... και ψάχνει.... και ψάχνει. Κι όταν βρίσκει κάποιον Κουρασμένο να κοιμάται βαθιά, κατά προτίμηση Ξενυχτισμένο και Άρρωστο, την ώρα που εκείνος βρίσκεται στον πιο βαθύ του Ύπνο και στο πιο γλυκό του Όνειρο, γίνεται αόρατη, στέκεται έξω από το παράθυρό του, παίρνει το Μαγικό της Τιναχτήρι κι αρχίζει να βαράει το Μαγικό της Χαλί όσο πιο δυνατά μπορεί. Και μόλις εκείνος ξυπνήσει απότομα και στη μέση του Ονείρου και με την καρδιά του να χτυπάει σαν ταμπούρλο, η Τινάχτρα νιώθει πολύ μεγάλη χαρά, και χτυπάει το Χαλί της ακόμα πιο δυνατά, ακόμα πιο γρήγορα, ώσπου να σιγουρευτεί πως το θύμα της δεν θα μπορέσει πιά να ξανακοιμηθεί, οπότε σταματάει, φοράει το Μαγικό Χαλί της στους καμπουριασμένους της ώμους, καβαλικεύει το Μαγικό της Τιναχτήρι, και ξεκινάει να βρει τον επόμενο κακομοίρη για να τον βασανίσει...





Μερικές φορές, όταν έχει κέφια, η Τινάχτρα κάνει στα δυστυχισμένα της θύματα πιο πολύπλοκα καψόνια, από τα οποία το πιο αγαπημένο της είναι το εξής: χτυπάει πρώτα το Μαγικό Χαλί της πεντέξι φορές μόνο, αλλά πολύ δυνατά, για να είναι σίγουρη πως θα ξυπνήσει μεν ο Κουρασμένος, μα όχι τελείως. Περιμένει μετά λίγα λεπτά να μπορέσει ο κακομοίρης ο Κουρασμένος να ξανακοιμηθεί, και μετά ξαναρχίζει το τίναγμα, ακόμα πιο δυνατά. Ο Κουρασμένος ξαναξυπνά, ακόμα πιο άσχημα από πριν, και του είναι πιά αδύνατον να ξανακοιμηθεί, όσο Κουρασμένος κι αν είναι. Τότε η χαρά της Τινάχτρας των Χαλιών δεν περιγράφεται! Κύματα ευτυχίας την πλημμυρίζουν καθώς ακούει το θύμα της να σέρνει τα πόδια του στο μπάνιο και στην κουζίνα, να ρίχνει κρύο νερό στο πρόσωπό του και να φτιάχνει καφέ για να συνέλθει… χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει. Το κεφάλι του δεν θα πάψει να τον πονάει για ώρες, όλη του η μέρα, όλοι το ξέρουν, θα πάει στραβά- τί ηδονή για την Τινάχτρα!

Κανείς ποτέ δεν την έχει δει, την φοβερή και τρομερή Τινάχτρα των Χαλιών, είμαι όμως σίγουρος πως όλοι σας την έχετε ακούσει.

Κανείς ποτέ δεν την έχει δει, εκτός από έναν Μαύρο Γάτο.

Αυτή είναι η ιστορία του...

(συνεχίζεται)


στο επόμενο τεύχος: Ο Κακός Μάγος με το Μαγικό Μπλακεντέκερ

3 Δεκ 2010

O ΝαΥΑΓόΣ




O ΝαΥΑΓόΣ

Όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, είχε κοπάσει 
πια  η φοβερή χιονοθύελλα, κι ένας λαμπρός ήλιος μεσουρανούσε. Αυτό τού έδωσε λίγο θάρρος, και στο βασανισμένο του πρόσωπο, το λιπόσαρκο, το αξύριστο, το δαρμένο από τον ανελέητο άνεμο και τους κοφτερούς  παγοκρυστάλλους, σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Τελικά ίσως δεν είχαν όλα χαθεί…

Τα παλιά και ταλαιπωρημένα του ρούχα είχαν κοκκαλιάσει από την παγερή υγρασία, που είχε τρυπώσει βαθιά ως την ψυχή του. Τα έβγαλε με κόπο, και τ’άπλωσε πάνω στο χιόνι, να στεγνώσουν λίγο στον ήλιο, κι έμεινε γυμνός να λιάζεται, τρέμοντας, λες και μπορούσε 
έτσι να μετριάσει κάπως τη φοβερή παγωνιά, που του περόνιαζε ολόκληρη την ύπαρξη. 


Ξαφνικά, άκουσε με έκπληξη κοριτσίστικα γέλια. 

Ήταν μια παρέα όμορφα κορίτσια, που ξεφώνιζαν χαρούμενα παίζοντας με μια μπάλα, λίγο πιο πέρα, δίπλα σ’ένα ρυάκι. Μέσα στην αναστάτωση και την κακουχία του δεν τα είχε προσέξει νωρίτερα. Στη Νύχτα της απελπισίας του έφεξε μια ελπίδα, κι είχε το πρόσωπο εκείνων των ξένοιαστων κοριτσιών. Πώς όμως να τις πλησιάσει, με την τραχιά και ταλαιπωρημένη φάτσα του, με την βρώμικη γύμνια του, χωρίς να τις τρομάξει; Κι όμως, δεν είχε άλλη διέξοδο. Οι κοπέλες αυτές ήταν η μόνη του πιθανή διασύνδεση με τη Ζωή. Έκοψε ένα κλαδί από ένα δέντρο και κάλυφθηκε όπως όπως. Και τις πλησίασε.


Βλέποντάς τον όμως ξαφνικά μπροστά τους, οι κοπέλες κατατρόμαξαν, και σκόρπισαν τρέχοντας μακριά. Όλες, εκτός από μία: η πιο όμορφη και πιο καλοντυμένη απ’όλες, παρέμεινε ατάραχη στη θέση της, κι άκουσε μ’ ενδιαφέρον και κατανόηση την ευγενική
του έκκλησή για βοήθεια.

«Καλωσόρισες Ξένε στη Χώρα μου», τού είπε, όταν εκείνος έπαψε να μιλά. «Σίγουρα κουβαλάς πολλά κρίματα πάνω σου, για να σε πετούν έτσι οι Θεοί, ολόγυμνο και καταπονημένο, σαν κυνηγημένο αγρίμι, σε ξένη γη. Είναι όμως το θέλημά τους να σε υποδεχτώ στη φιλόξενη χώρα μου, και να σε οδηγήσω στο φιλόξενο σπίτι μου και στους δικούς μου, για να σε περιθάλψουμε και ν’ απαλύνουμε τη σκληρή σου Μοίρα».

Είπε, και τού 'δωσε καθαρά όμορφα ρούχα, κι αποσύρθηκε διακριτικά, αφήνοντάς τον μόνο του να πλυθεί στο ρυάκι, και να περιποιηθεί λίγο τον εαυτό του, και να ξαναγίνει άνθρωπος. Στο μεταξύ, εκείνη μάζεψε τις σκορπισμένες φίλες της, και τις μάλωσε που έτρεξαν να φύγουν στη θέα του Ξένου.

Όταν ο Ξένος πλύθηκε και ντύθηκε καθαρά ρούχα, η μορφή του έλαμψε. Έμοιαζε άλλος άνθρωπος, αρχοντικός, σχεδόν θεϊκός, καμμία σχέση δεν είχε με τον εξαθλιωμένο Ναυαγό του πριν. Δεν δέχτηκε όμως ν’ ακολουθήσει την κοπέλα «στο φιλόξενο σπίτι της», όπως εκείνη επίμονα τον παρότρυνε, κι αυτό για να μην την εκθέσει. Περίμενε να φύγει η παρέα, και πήρε μετά μόνος του το Δρόμο για τη Σωτηρία.

….

Το τραπέζι ήταν στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου. Ο Οικοδεσπότης και η Οικοδέσποινα έλαμπαν από Αρχοντιά και Καλοσύνη, κι ακόμα περισσότερο έλαμπε η κόρη τους η Ναυσικά, η Βασιλοπούλα με την εξώκοσμη Ομορφιά, η σωτήρας του. Έλαμπε κι εκείνος, ο Ξένος, από Νιάτα, Αρχοντιά, και Πνεύμα.

Γέλασε. «Όχι, δεν είμαι Θεός, δεν σάς δοκιμάζω», τους απάντησε. «Άνθρωπος είμαι. Και μάλιστα άνθρωπος βασανισμένος, και πονεμένος όσο κανένας από τους ανθρώπους που γνωρίζετε…». Και ξεκίνησε να τους διηγείται την φοβερή του ιστορία.

Έκανε όμως πολύ κρύο μέσα στο Παλάτι του Αλκίνοου. Κι όσο προχωρούσε τη διήγησή του, τόσο το κρύο δυνάμωνε, και τον πάγωνε, και τον μούδιαζε, και τον εξαντλούσε. Παράξενο, σκέφτηκε, ένα τόσο πλούσιο Παλάτι, να είναι τόσο κρύο…. Και σκοτεινό... Τόσο σκοτεινό…. Όλο και πιο σκοτεινό...

....
….
....

Ο Συνοριοφύλακας έκλεισε την πλαστική σακούλα με το παγωμένο πτώμα. Ήταν το τέταρτο μέσα σε μια βδομάδα. Η βαρυχειμωνιά δεν ευνοούσε τους απελπισμένους Ξένους που προσπαθούσαν να διασχίσουν τα Σύνορα, και να εισέλθουν παράνομα στην Επικράτεια, αναζητώντας μιαν ευκαιρία να επιβιώσουν. Νέοι οι περισσότεροι, όπως αυτός εδώ, ένα όμορφο νέο παιδί… Στην ηλικία του σχεδόν. Το στομάχι του σφίχτηκε στη σκέψη πως θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. «Τί θέλουν κι αυτοί και περνάνε παράνομα τα σύνορά μας!», σκέφτηκε με ψεύτικο θυμό, για να ξορκίσει λες τον τρόμο που ένιωθε.

Ανυπομονούσε να τελειώνει με το μακάβριο εύρημα, για να τρέξει να τα πιεί στην φτωχική ταβέρνα του ακριτικού χωριού- πεντέξι τσίπουρα ίσως τον βοηθούσαν λίγο να ξεχάσει.

Ίσως.

μ

16 Νοε 2010

Η ΒασιΛοπούΛα και ο ΑητόΣ



Στο Βασίλειο του Αιώνιου Χειμώνα, στην κορφή ενός παγωμένου,  ψηλού, κι απόκρημνου βουνού, στο ρημαγμένο της Κάστρο, ζούσε μια θλιμμένη Βασιλοπούλα. Oλομόναχη. 


Μόνη της παρέα και παρηγοριά ήταν τα σπάνια πουλιά που κάπου κάπου τύχαινε μα περάσουν πετώντας γύρω από το παγωμένο της Κάστρο. Κανένα όμως δεν την πλησίαζε ποτέ, όσο κι αν τα καλούσε, και κάθε φορά η Πριγκήπισσα γινόταν ακόμα πιό δυστυχισμένη,

Μια παγωμένη και γκρίζα μέρα, σαν όλες τις άλλες, στέκονταν απελπισμένη στο χείλος του γκρεμού που περιέβαλλε το έρημο Κάστρο της, και σκέφτονταν να βουτήξει μια για πάντα στο Πηγάδι που ποτέ κανείς δεν τo ξανανέβηκε. Κάποτε υπήρχαν Δρόμοι, σκέφτηκε, κάποτε υπήρχαν γέφυρες, που ένωναν το Κάστρο της με τον Κόσμο- μα είχαν από καιρό γκρεμιστεί. Ποιός τις είχε γκρεμίσει; Εκείνη; Κάποιος άλλος; Δε θυμόταν πιά. Είχε σημασία;

Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, τ
ο βλέμμα της ήταν χαμένο στον άδειο ορίζοντα. Άδειος κι έρημος και ζοφερός ήταν εκείνη τη μέρα ο ορίζοντας, μα ξαφνικά διέκρινε με έκπληξη κάτι, κάτι σαν πουλί, σαν μεγάλο πουλί, κάτι που όλο και μεγάλωνε, καθώς ερχόταν πετώντας αργά προς τα εκείνη. Πράγματι, το πλάσμα όλο και την πλησίαζε, ώσπου τελικά ένας υπερφυσικά μεγάλος Βασιλικός Αετός ήρθε κι έπεσε μπροστά στα πόδια της, εξαντλημένος.

Το αρχοντικό πλάσμα ήταν πάρα πολύ ταλαιπωρημένο- λιπόσαρκο, κατσιασμένο, με τις μεγάλες του φτερούγες πληγωμένες- το ξεραμένο αίμα πάνω τους μαρτυρούσε πολλαπλά τραύματα.

Η ευγενική Βασιλοπούλα περιμάζεψε τον παράξενο Αετό, περιποιήθηκε τα τραύματά του, τον τάισε σαν μωρό, τον πήρε στο κρεβάτι της, και τον σκέπασε με τα ρόδινα πέπλα της, να τον ζεστάνει.

Το πρώτο εκείνο βράδυ που κοιμήθηκε πλάι του είδε ένα πολύ παράξενο όνειρο: ένας όμορφος φτερωτός νέος μπήκε λέει πετώντας από το παράθυρό της, ήρθε στο κρεβάτι της, και τής έκανε έρωτα όλη νύχτα. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό και τόσο όμορφο που η Βασιλοπούλα παρακαλούσε να μην τελειώσει, ευχόταν να ζήσει για πάντα μέσα σ’ αυτό. Ξύπνησε όμως, όπως κάθε πρωί, και μόνο ο μυστηριώδης Αετός κοιμόταν δίπλα της, αδύναμος και ταλαιπωρημένος. Η Βασιλοπούλα τον εξέτασε με το βλέμμα για ώρα, με μεγάλη περιέργεια, βέβαιη πως η απρόσμενη άφιξή του είχε κάποια σχέση με το όνειρό της. Ήταν τόσο ζωντανή η ανάμνηση του ερωτικού ονείρου της προηγούμενης νύχτας… Ο Αετός όμως παρέμενε όλη την ώρα κουρνιασμένος ακριβώς εκεί που τον είχε ακουμπήσει, σε κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, σε βαθύ λήθαργο. 



Έτσι πέρασε ολόκληρη η μέρα, χωρίς το ζώο να δείξει κάποιο σημάδι νοημοσύνης, πολύ περισσότερο δε, χωρίς να εμφανίσει καμμία διάθεση εποικοινωνίας.

Το δεύτερο βράδυ όμως η Βασιλοπούλα είδε πάλι το ίδιο απαράλλαχτο ερωτικό όνειρο, και 
το επόμενο πρωί ξύπνησε ακόμα πιο συγκλονισμένη. Όλη μέρα προσπαθούσε να συνέλθει από την έξαψη του ονείρου, χωρίς να τα καταφέρει. Και η περιέργειά της για τον Αετό μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Κάθε  προσπάθειά της όμως να επικοινωνήσει με κάποιον τρόπο μαζί του ήταν μάταια.

Κι έτσι η Βασιλοπούλα μηχανεύτηκε έναν άλλο τρόπο για να λύσει το μυστήριο: σκέφτηκε, αν το όνειρο της προηγούμενης νύχτας επαναλαμβανόταν για τρίτη φορά, να βάλει ένα σημάδι για να ξυπνήσει, να ξυπνήσει στη μέση του ονείρου της. Μόλις την άγγιζε ο ονειρικός της εραστής, υπέβαλε επίμονα στον εαυτό της, θ’αφυπνίζονταν και θα διαπίστωνε την αλήθεια.


Κι έτσι, όταν επιτέλους ο ήλιος βασίλεψε, ξάπλωσε πλάι στον πληγωμένο αητό, και σύντομα την πήρε ο ύπνος. Πράγματι, ο φασματικός γυμνός νέος εμφανίστηκε και πάλι στ’ ονειρικό παράθυρό της. Προσγειώθηκε στο κρεβάτι της κι ετοιμάστηκε να την πάρει ξανά στα δυνατά του χέρια. Μόλις όμως την άγγιξε, λειτούργησε το προαποφασισμένο σημάδι κι η Βασιλοπούλα απότομα ξύπνησε.

Δίπλα της κοιμόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Το πλαδαρό του κορμί ήταν γεμάτο σημάδια από πληγές, κι έδειχνε να κοιμάται έναν ανήσυχο ύπνο. Λες κι ένιωσε το βλέμμα της να τον εξετάζει, ξύπνησε κι εκείνος, την κοίταξε στα μάτια, και προσπάθησε να της χαμογελάσει, νυσταγμένα και κάπως πονεμένα.

«Αγάπη μου», της είπε, «πάλι δε μπορείς να κοιμηθείς… Τί όνειρο είδες πάλι; Εκείνο με τον αετό;»



Είπε, και την τύλιξε στις φτερούγες του


.

3 Σεπ 2010

ΣήΚω, ΑγαπηΜένη μου



πανέμορφή μου, έλα

γιατί ο Χειμώνας, κοίτα, πέρασε

τα Σύννεφα σκορπίσαν...



από το Άσμα Ασμάτων

5 Ιουν 2010

ΛΟΥίΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤέΛΛΟ, "ΣυνοΜιλίΑ με Τη μηΤέρα"


Και μού συνέβη, πλησιάζοντας πρώτη φορά τη γωνιά  του δωματίου όπου είχαν αρχίσει να ζουν οι σκιές, να συναντήσω κάποια που δεν περίμενα:
- Μαμά, εσύ εδώ;  
Κάθεται, μικρόσωμη, στην πολυθρόνα, όχι εδώ, όχι στο δωμάτιό μου, αλλά σ' εκείνο το δωμάτιο του μακρινού μας σπιτιού, όπου ωστόσο κανείς πιά δεν τη βλέπει να κάθεται κι απ΄ όπου ούτε εκείνη βλέπει πιά γύρω της τα πράγατα που άφησε για πάντα, το ζεστό φως του ήλιου, φως λαμπερό που ευωδιάζει θάλασσα, τη βιτρίνα από τη μια με τ' αστραφτερά σερβίτσια, το μπαλκόνι από την άλλη που βλέπει στο δρόμο του παραθαλάσσιου χωριού, όπου κυλάει μονότονη, όλο θόρυβο, η καθημερινή ζωή, γεμάτη κίνηση για τους άλλους και πλήξη για εκείνην. Ούτε βλέπει πια απέναντί της τ' αγαπημένα της εγονάκια ν' ακούν τις ιστορίες της με ορθάνοιχτα τα γλυκά τους ματάκια, ούτε εκείνους τους δύο που περισσότερο απ' όλους, σίγουρα, της στοίχισε ν' αφήσει πίσω: το σύντροφο της ζωής της και την πιό αγαπημένη της κόρη, αυτήν που μέχρι τέλους περιέβαλλε με την άγρυπνη λατρεία της.
Σκυφτή, διπλωμένη στα δύο, για ν΄' ανακουφίσει τους πόνους, με τους αγκώνες στα γόνατα και το μέτωπο στα χέρια, κάθεται εκεί στην πολυθρόνα της που της θυμίζει τις έγνοιες του σπιτιού και το μαρτύριο των ατέλειωτων στοχασμών στη διάρκεια της αναγκαστικής απραξίας της, τα ταξίδια της ψυχής ανάμεσα στους παρατεταμένους πόνους και στις μακρινές αναμνήσεις, και τις τελευταίες χαρές που γνώρισε σαν γιαγιά...


 .

15 Απρ 2010

όΜΦΑΚΕΣ


Ξεκινάς από τα Πλούτη: όμφακες, εννοείται

όμφακες κι  ο Έρωτας - κι η Ομορφιά, όμφακες, όμφακες

 όμφακες τελικά κι η Υγεία, και τα Νειάτα

όμφακες ομφάκων

η μικρή μας Ζωή



...

20 Μαρ 2010

"Ο ΠειΡαιάΣ είΝαι φίΛος μου" είπε η μΑϊμού


και το δελφίνι την πέταξε 
πίσω στη Θάλασσα


.