Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Μαΐ 2015

ύσΤερα, έΔυσε σΤο σούνΙο



Είναι μια δεντροσειρά στο Μάντσεστερ, που τη χαϊδεύει απαλά- πολύ απαλά, το απόγευμα, μετά τη βροχή- μα καίει υπερβολικά πολύ, το μεσημέρι- στην Αϊτή- κι αν στην Κοπεγχάγη κάνουν μήνες να Τον δουν- καίνε ακόμα οι Αζέροι τις αρχαίες τους φωτιές, και Τον τιμούν- λιώνει τη Μόσχα τον Ιούλιο, κι οι Ρώσοι πίνουν καυτό τσάι- κι όλοι μαζί, στριμώχνονται στην Οία, κάθε δειλινό- για να Του πουν γκουντμπάι- 

θυμάσαι, τότε που ξενυχτήσαμε ερωτευμένοι στην Αντίπαρο, ως την Ανατολή; Ύστερα έδυσε στο Σούνιο, και όλα είχαν

ξεχαστεί

20 Μαΐ 2015

ασΤραπή



"Καθαρή αστραπή ουρανό δε φοβάται"
σού 'χα πει- πώς γελούσες, τότε που
μ' αγαπούσες!

<μ<

15 Μαρ 2013

ΜΙά ΦΟρά μόΝο




«Θέλω να κάνουμε Έρωτα. Μια φορά ακόμα. Μόνο.»

Τής τό ‘πε μέσα στο αυτί, και την ένιωσε ν’ αναρριγά ολόκληρη, στο άγγιγμα των χειλιών του, στο άκουσμα της φωνής του. Ήταν δέκα χρόνια που δεν είχαν ειδωθεί.

Αυγουστιάτικο ελληνικό νησί. Ηλιοβασίλεμα. Μια μηχανή με δύο νέους έρχεται από τη Δύση. Το κορίτσι έχει γείρει το κεφάλι του πάνω στο αγόρι, και σιγοτραγουδάει. Τα μακριά της μαλλιά ανεμίζουν. Δε φορούν κράνη. Μα ο αστυνομικός στο μπλόκο δεν τολμά να τους σταματήσει. Πώς αλλιώς;

Την παρακολουθούσε από την αρχή, αθέατος, από μακριά- ήξερε πως διορίστηκε, πως παντρεύτηκε, πως έκανε παιδί, παιδιά. Ήξερε ακόμα και πού δούλευε κάθε χρονιά, κι ας μην επεδίωξε ποτέ να τη συναντήσει, κι ας μην είχαν καν ποτέ μιλήσει στο τηλέφωνο, από Τότε. Λες όμως τελικά να είχε δίκιο η Φαιδρή Φίδη, που τού ‘λεγε με πίκα πως είναι ακόμα κολλημένος μ’ Εκείνη; Ποιος ξέρει. Τόσα χρόνια που πέρασαν αγάπησε πολλές. Μα δεν ερωτεύτηκε ξανά, ποτέ, καμμίαν άλλη.

Βροχερή νύχτα στην Πόλη. Το αμάξι παρκαρισμένο σ’ ένα απόμερο σημείο, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουν. Τα τζάμια θολά από τη θέρμη τους. Το στέρεο παίζει ένα δίσκο που Εκείνος έγραψε ειδικά για Εκείνη. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Χαϊδεύονται. Κλαίνε. Πώς αλλιώς;

Το τηλέφωνο χτυπά. Δίνουν ραντεβού. Έρχεται αμίλητη, χλωμή. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Κλαίνε.

Κάνουν ολοκληρωτικό έρωτα, όπως τότε.

Τα μάτια της φρουμάζουν στη θέα του Μαχαιριού. Μεγάλο, σαφώς πάνω από τα όρια του Νόμου. Αστραφτερό. Παγωμένο. Θανατηφόρο.

«Μη φοβάσαι», της λέει. «Δεν είναι για σένα».

Αυλή στρατοπέδου. Ο Λοχίας εκπαιδεύει τους νεοσύλλεκτους, που είναι καθισμένοι γύρω γύρω,  στη χρήση της ξιφολόγχης. Τον διαλέγει για μοντέλο. Σηκώνεται όρθιος, κάνει δυό βήματα μπροστά,  και ο Λοχίας τον αγκαλιάζει  από πίσω, κι όπως τον έχει εκεί  ακινητοποιημένο,  με τα χέρια κάτω από τις μασχάλες του, κάνει πως τού μπήγει την ξιφολόγχη: ανάποδα,, από μπροστά προς τα πίσω, από κάτω προς τα πάνω. «Κάτω από τα πλευρά πρέπει, με κατεύθυνση και φορά προς την καρδιά.» Πώς αλλιώς;

Εκείνη έχει φύγει. Για πάντα, πια. Η λάμα αστράφτει. Παγωμένη. Θανατηφόρα. Ανάποδη, από μπροστά προς τα πίσω, από κάτω προς τα πάνω, με κατεύθυνση και φορά προς την καρδιά.

Πώς αλλιώς;


<μ<

3 Οκτ 2012

βοrιΝό λιmάΝι




Ήταν ο έρωτάς μας ανοιχτός
προς το Βοριά- στη bonazza
καλοσύνη- στην πρώτη fortuna
καμμία τύχη.

<μ<
Αντίπαρος 2012

9 Φεβ 2012

(τραγούδι)

Μπορεί στο δρόμο της ζωής μόνος να περπατώ
Μπορεί να σε περίμενα ατέλειωτο καιρό
Μπορεί να σβήσω πριν σε βρω, μπορεί να μην υπάρχεις

Μα όλα τα πολύτιμα σού τά ’χω φυλαγμένα
Όλα μου τα πολύτιμα,
μονάχα για εσένα

μ

7 Ιαν 2012

Θά 'ρχεσαι, πάΝτα



Θά 'ρχεσαι πάντα
ως τη μέρα που
πια δε θα ρθεις

θά 'μαι εδώ, πάντα
ως τη μέρα που
δε θα με βρεις...

22 Δεκ 2011


κι όμως σού το είχα πει
κι όμως σού'χα υποσχεθεί
σ'αγαπούσα
για να ζήσω

πες μου τώρα πώς να μη 
σε ποθώ κι αν πάψω πια 
πώς να μη 
σε μισήσω


μ

28 Οκτ 2011

ύΣ Τ εΡα όΛ α έΓι Ν αν Όν Ε ι ρ Ο


ύΣ Τ εΡα όΛ α έΓι Ν αν Όν Ε ι ρ Ο

Είμαστε μαζί, μπροστά στο σπίτι του παππού, στο χωριό. Είναι σκοτάδι, και βρέχει, πολύ, κι η εξώπορτα χάσκει ορθάνοιχτη στο πλάι. Κοιτάζω μέσα από ένα παράθυρο με ανοιχτά παντζούρια που παραδέρνουν, βλέπω το κλιμακοστάσιο που ανεβαίνει επάνω, μα- τί περίεργο- κι εκεί βρέχει, διακρίνω τις χοντρές στάλες να σκάζουν στις σκάλες. Γιατί να βρέχει μέσα στο σπίτι; Να μπούμε; Θα έχει ρεύμα; Θα είναι επικίνδυνο; Μπαίνουμε όμως, τί άλλο να κάνουμε, και να που βρεθήκαμε στον επάνω όροφο, και- ω του θαύματος, έχει και ρεύμα, έχει φως. Πριν προλάβουμε όμως να χαλαρώσουμε λίγο ακούγεται θόρυβος, κι εμφανίζεται ένας παπάς με μάλλινα σώβρακα και με δίκαννο, ήρεμα Πάτερ, εγώ είμαι, πώς το ξέχασα πως μένετε κι εσείς εδώ, δλδ δεν το ήξερα καν, αλλά ξαφνικά φαίνεται τόσο λογικό, σάς έχει παραχωρήσει ένα δωμάτιο στο ισόγειο ο Μπαμπάς, έπρεπε να ειδοποιήσω, οκ, κατεβάστε τώρα το δίκαννο. Εντάξει, πάει κι αυτό, μα τί να κάνει το Φιλάκι, κάπου θα κρύφτηκε, θα τά 'χει παίξει, και με το δίκιο της, μα νά ‘σου νέα φασαρία στις σκάλες. Ένα πολύχρωμο πλήθος με τα γιορτινά του ανεβαίνει τη φαρδιά σκάλα, σαν καλεσμένοι από βαφτίσια είναι, που πάνε για το τραπέζι, μετά την τελετή. Στοοοοοοοοπ!!!! Πού πάτε; Ποιος σάς έδωσε την άδεια να κάνετε το γλέντι στο δικό μου το σπίτι; Ναι, είμαι ο γιός του ιδιοκτήτη. Στοοοοοοπ!!!! Δεν περνάτε! Δεν με νοιάζει που το έχετε κανονίσει. Ας ρωτούσατε. Κοίτα ρε φίλε μου κάτι άνθρωποι. Τους εμπιστεύεσαι τα κλειδιά κι εκείνοι μπαίνουν κι αλωνίζουν όποτε και όπως γουστάρουν. Στόοοοοοπ είπα!!! Επιτέλους, έφυγαν.

Πού να είναι το Φιλάκι; Θα έφριξε η καημένη, με όλα αυτά. Είχαμε που είχαμε καιρό να βρεθούμε, ποιος θα περίμενε πως θα συναντούσαμε και τόση περιπέτεια. Μα όχι, να τη, στο αποκεί δωμάτιο, ήρεμη φαίνεται, γδύνεται κιόλας, φοράει εκείνες τις μαύρες κάλτσες ως το μηρό, που κάνουν τόσο έντονη αντίθεση με το λευκό της δέρμα, και με τρελλαίνουν. Ορμάω και την αγκαλιάζω ολόκληρη, και την φιλάω παντού, έτσι στο όρθιο. Της χουφτώνω τα μπούτια. Είμαστε ξαπλωμένοι και κάνουμε έρωτα. «Αχ, αυτό το μουνάκι», λέω. «Τί;», μού λέει απαλά, με τη γλυκιά, αισθησιακή παιχνιδιάρικη φωνή της. «Πόσο μού έλειψε!», απαντάω. «Αχ, αυτά τα μπουτάκια»- είν’ απαλά, ζεστά, σφριγηλά, όπως τότε. Έτσι όπως είμαστε ενωμένοι σε συνουσία, σε υπέρτατη Ένωση, σε Μέθεξη στο Θείο, ξαπλώνω μαλακά προς τα πίσω, και… ξυπνάω.

Με ταχυπαλμία, πάνω στο όνειρο, πάνω στο άδειο μου κρεβάτι, στο άδειο μου δωμάτιο, στο άδειο μου σπίτι, που σε λίγο δεν θα υπάρχει πια, ούτε κι αυτό.

Αργώ πολύ να συνέλθω...

μ




photo by Jan Saudek @ saudek.com


4 Σεπ 2011

ΕΞΟΜΟΛόΓΗΣΗ



Στο Κάστρο της Νάξου, στην πλατεία της Καθολικής Μητρόπολης, αριστερά από την εκκλησία, είναι μια σκοτεινή κόχη- δεν φαίνεται από το δρόμο, μα έτσι κι αλλιώς οι νυχτερινοί περαστικοί είναι ελάχιστοι- τη θυμάσαι, αγάπη μου; θυμάσαι τα χέρια σου να μού ξεκουμπώνουν το πουκάμισο, τα χέρια μου να σού χαϊδεύουν τα μαλλιά, να σού χουφτώνουν αχόρταγα τα στήθια, το στόμα μου και το στόμα σου να παλεύουν, σαν άγρια θαλασσινά ζωάκια; θυμάσαι;
- μη φοβάσαι, δε σού ζητώ να με νοσταλγήσεις, ούτε φυσικά ν’απολογηθείς- δεν σού ζητώ ούτε συγνώμη- αλλά, αγάπη μου, σκέφτομαι, πως μόνο εσύ στον κόσμο θα μπορούσες - ίσως- να μού λύσεις την απορία: αφού κάναμε συνέχεια Έρωτα, πότε προλάβαμε και είδαμε και το Νησί;

7 Μαΐ 2011

ΠοΤέ (Μα πΟΤέ)





Θα πάω στις πουτάνες (ποτέ, μα ποτέ)
δε θα σ' ονειρευτώ (ξανά, και ποτέ)
δε θα σε συγχωρήσω (ποτέ, μα ποτέ)
δε θα σε ξαναδώ

Θα πάω στις πουτάνες (ποτέ, μα ποτέ)
για να σ' εκδικηθώ (και ποτέ, μα ποτέ)
δε θα σε συγχωρήσω (ποτέ, μα ποτέ)
γιατί να σ' αγαπήσω



Θα πάω στις πουτάνες (ποτέ, μα ποτέ)
τα μάτια μου θα κλείσω (ποτέ, μα ποτέ)
και θα σε τιμωρήσω (ποτέ, μα ποτέ)
γιατί να σ' αγαπήσω
γιατί να σ' αγαπώ

μ

15 Μαρ 2011



Ρωτάς πώς το κατάλαβα πως πια 
δεν είμαι τίποτα για σένα


είδα τα μάτια σου χαμένα, κι αδειανά
τ'αγαπημένα


μ

24 Φεβ 2011

Το ΡΑΜΜέΝΟ ΜοΥ ΣΤόΜΑ


Το ΡΑΜΜέΝΟ ΜοΥ ΣΤόΜΑ

Τσικνοπέμπτη απόψε. Πώς να τσικνίσεις με ραμμένο το στόμα; Πώς ν' αγαπήσεις με ραμμένο το στόμα και καψαλισμένη την καρδιά; Πώς να ερωτευτείς; Μόνο μυρωδιά μπορείς να πάρεις, κι ούτε. Έσβησα πάλι το τηλέφωνό σου από τη μνήμη, ναι, πάλι. Μα τί ωφελεί; Αφού το ξέρω απ’ έξω.  Να σβήσω και το μυαλό μου πρέπει


Κοιτάζω από την Παραλία το Τριγώνιο, χτες ήμουν στο Τριγώνιο και κοίταζα την Παραλία- κοιτάζω τα  ζευγαράκια, χτες ήμασταν ζευγαράκι, θυμάσαι, κοιτάζαμε τους μοναχικούς. Όμως απόψε είναι Γιορτή. Τσικνοπέφτη, "πέφτει πάντα Πέφτη". Και ποτέ δεν είδα τόσα πολλά καρναβάλια στη Σαλονίκη, ή έστω «σαν-καρναβάλια»- με μια περούκα, μ’ ένα καπέλο, με κατιτί γυαλιστερό, οτιδήποτε, έχει τόση πολλή ανάγκη ο κόσμος να ξεχαστεί λίγο, να γιορτάσει, με όλα αυτά τα συγκλονιστικά που συμβαίνουν πια κάθε μέρα, το ένα πάνω στο άλλο… Έχει τόση ανάγκη ο κόσμος να ερωτευτεί… Έχω τόση ανάγκη κι εγώ να ερωτευτώ… Άραγε οι απεργοί πείνας να είναι ερωτευμένοι; Να είναι κάποιος, κάπου, στον κόσμο, που να τους σκέφτεται; Να τους περιμένει άραγε εκεί στην Αφρική και στην Ασία της Συμφοράς κάποια, να κλαίει άραγε αυτήν τη στιγμή, για κάποιον απ' αυτούς, κάπου στον Κόσμο, κάποια ψυχή, κοιτάζοντας μια ξεφτισμένη φωτογραφία;

Αχ να σ’ ερωτευτώ, ξανά

Ζωή

μ
Τσικνοπέμπτη 2011

18 Φεβ 2011

ΖούΣαΝ ΚάποΤε σΤη Γη



Η Ερώ και ο Τας μαζί
τί απέγιναν; μη με ρωτάς


μ

15 Φεβ 2011



αχ να Ταξίδευα μαζί σου 
στην Κόλαση του Παραδείσου

μ




πίνακας: "Nu montagne" του Marc Chagall

7 Φεβ 2011

σΚΚοΤάΔι με δύο Κ



μοιάζει απόψε 
η Σελήνη
περιδέραιο
αργεννό

στο θεϊκό 
λαιμό σου
Νύχτα



απρόσιτη Άσσα
θυμαλγής

θυμαρής
μα θυμοβόρος


 γαλήνη
που κατοικείς;


μ

25 Ιαν 2011

Έλα




Έλα ν' ανέβουμε μαζί στο λαντόνι, έλα. Θα μάς πάει στο μοναστήρι του Άη Γιώργη, όλη η Πρίγκηπος στα πόδια μας, δική μας, και το κρυφό νησάκι από πίσω, το Σεντεφένιο, μόνο δικό σου- εγώ θα σού το χαρίσω, κρυφά. Να χαθούμε ύστερα στα στενά σοκάκια της Ακρόπολης του Μάρκου Σανούδου, και να κρυφτούμε κάτω από τη μεγάλη μπουκαμβίλια, να σε ταΐσω λουκούμι τριαντάφυλλο και να το μοιραστούμε μέσα από το στόμα σου, εσύ να μου ξεκουμπώνεις το πουκάμισο, κι εγώ να εξερευνώ τα στήθια σου. Να καβαλήσουμε μετά τη μπλε μηχανή ως τα Κάστρα, να δεις από ψηλά τα φωτισμένα καράβια στο Θερμαϊκό, να σκαρφαλώσουμε στ'αρχαία ερειπωμένα τείχη, άκρη άκρη, μη φοβάσαι, θα σε προσέχω εγώ, ναι είναι επικίνδυνα, πρέπει να πηδήξουμε και μερικούς φράχτες, μα μη φοβάσαι, θά μαστε μαζί. Αντέχεις ακόμα: Έλα να πάρουμε τα ποδήλατα, να πάμε ακόμα πιό ψηλά, στη Χώρα, έλα, θα τα καταφέρεις. "Milos Is For Lovers"- κι οι Εραστές, είμαστε μείς- στο παλιό μουσείο με την ψεύτικη Αφροδίτη, θα σε φωτογραφίσω δίπλα της στην ίδια πόζα, οι φύλακες θα κρυφογελούν και θα μας ζηλεύουν- θά 'σαι πιό όμορφη απ' αυτήν. Κι αν στρίψουμε βγαίνοντας δεξιά, στην ανηφόρα, θα βγούμε το δίχως άλλο στην πλατεία Pigalle, φάτσα στον Κόκκινο Μύλο- γελάς... έλα, σήκωσέ μου λίγο τη φούστα, χόρεψέ μου λίγο καν καν, μόνο για μένα... Μην ανησυχείς, θα το σκαρφαλώσουμε κι αυτό το απότομο μονοπάτι των Μαρτύρων, ως την Ιερή Καρδιά. Τι; Πώς δεν θα γκρεμιστούμε στην καλντέρα; Θα κρατιόμαστε, χέρι χέρι, κι αν δυσκολευτείς, θα σε κουβαλήσω μέσα στην αγκαλιά μου... Από τον πέτρινο φράχτη του καλντεριμιού λείπουν μερικές πέτρες, φαίνεται το κόκκινο λιμανάκι με τα καΐκια του, βιάσου, θα χάσουμε το ηλιοβασίλεμα. Πώς; Πού θα σε πάω το βράδυ; Μα, στο Μαύρο μου Βουνό φυσικά- με μένα που έμπλεξες, Αγάπη μου, πού αλλού ...




14 Ιαν 2011





...κι αν είχα αθάνατη Ψυχή, και Άγγελο
να έρθει να την πάρει, κι αν με ρωτούσε
περνώντας, το Φεγγάρι,
αν άξιζε τον πόνο η Ζωή, τα μπλε μου χρόνια


θα σε θυμόμουν- το χαμόγελό σου
και θα χαμογελούσα
αιώνια!


μ
13-1-2011

13 Ιαν 2011

ΑΚΑΣΙΚά ΑΡΧΕίΑ



Κι ας μη ξαναβρεθούμε σε τούτη τη ζωή
κι ας μην ελπίζω να υπάρχει άλλη
κάπου στο Σύμπαν, δε μπορεί, θά ’χει γραφτεί
πως ζήσαμε μι’ Αγάπη
μεγάλη

μ

10 Νοε 2010

Η ΣΥΝάΝΤΗΣΗ


Το απόγευμα της Τετάρτης μοιάζει με μικρή Κυριακή. Κι είναι όμορφος ο φθινοπωρινός Θερμαϊκός, την ώρα που ο θαμπός ήλιος πάει να δύσει- κι αν φυσάει και Νοτιάς, αφρίζει και κυματίζει, και μοιάζει, σχεδόν, με Θάλασσα…

Πολλές φορές νόμισα πως σε είδα στην Παραλία να περπατάς ή να τρέχεις με το γνώριμο κόκκινο παντελόνι και το άσπρο μπλουζάκι ή να καβαλάς το ποδήλατο που είχαμε αγοράσει μαζί. Στην αρχή ταραζόμουν, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, κι η ψυχή μου φτερούγιζε, κρυβόμουν τάχα για να σε δω χωρίς να με δεις, μα όταν πλησίαζες και γύριζες προς το μέρος μου, τα μάτια σου κάθε φορά ήταν Ξένα.

Πέρασε καιρός κι άρχισα ν' αντιδρώ πιο ήρεμα στις φανταστικές τυχαίες συναντήσεις μας, έφτασα σχεδόν ν’αδιαφορώ- δεν άλλαζα πιά καθόλου πορεία, κι εξέταζα ανοιχτά, χωρίς να ντρέπομαι, τα εναλλακτικά πρόσωπά σου.

Πέρασαν έτσι χρόνια ολόκληρα που δε σε συνάντησα ούτε μια φορά. Κι άρχισα σιγά σιγά να θέλω, να λαχταρώ να σε συναντήσω- να λαχταρώ να δω την αγαπημένη σου μορφή νά 'ρχεται από μακριά, να με δεις κι εσύ, να διασταυρωθούμε, να μού χαμογελάσεις με τα βαθιά σου μάτια, και να πέσουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, όπως τότε… Κλαίγοντας, το πιθανότερο, για τα χρόνια της αποξένωσης...

Γρήγορα αυτή η γλυκιά λαχτάρα  μετατράπηκε σε έντονο πόθο, σε έμμονη ιδέα. Άρχισα να πυκνώνω τις βόλτες στην Παραλία μόνο και μόνο για να σε συναντήσω - και όντως, σε συναντούσα, συνέχεια- μα κάθε φορά ήσουν και λίγο διαφορετική, άλλοτε ο βηματισμός, άλλοτε το ύψος, άλλοτε το ύφος- άλλοτε το στήθος, άλλοτε τα μαλλιά, άλλοτε τα μάτια- δεν ήσουν ποτέ Εσύ.

Κι έτσι πέρασαν ακόμα μερικά χρόνια. Ώσπου, τώρα τελευταία, άρχισα να φοβάμαι. Να φοβάμαι μη σε συναντήσω.

Πόσο θα έχεις αλλάξει, αλήθεια… μεσολάβησαν τόσα και τόσα από Τότε. Πώς να είσαι τώρα; Θ’ αντέξω να σε δω, και να ‘σαι μιά Άλλη;

Ακόμα χειρότερα, φοβάμαι μή τυχόν και σε συναντήσω και δε σε γνωρίσω. Κι ακόμα χειρότερα από χειρότερα, φοβάμαι μήπως αυτό έχει ήδη συμβεί, μήπως όλα τούτα τα Χρόνια, σε συνάντησα, και σε ξανασυνάντησα, και δε σε γνώρισα…

19 Οκτ 2010


Την τελευταία μου στιγμή αν η ζωή μου
περάσει από μπροστά μου σαν ταινία
θά 'χει το πρόσωπό σου, η μορφή σου
θά 'ναι η τελευταία μου εικόνα.


μ