25 Οκτ 2010
20 Ιουλ 2010
"ΚάηΚε Κι η ΕλατοκορΦή" (ΤΣάΜΠΑΣΙ, Κοτύωρα, Εύξεινος Πόντος)
περνούσαν μαζικά τα καλοκαίρια στα εξοχικά τους στο βουνό Καραγκιόλ, στον όμορφο οικισμό Τσάμπασι - "Ελατοκορφή", για ν' αποφύγουν τη ζέστη και την υγρασία της παραθαλάσσιάς τους πόλης
---
τίποτα πιά δε μένει, ψυχή μου αμάν
σε ράχες και λιβάδια πιά
χορτάρι δε φυτρώνει όι όι αμάν
Κλαιν τα πουλάκια του Θεού
Μιλτιάδης Θαλασσινός
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
7:57:00 μ.μ.
0
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες ελληνικό καλοκαίρι, Τα προσωπεία της βίας, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο
12 Ιουλ 2010
Τα ΦουντούΚια του Παππού ΜιλτιάΔη
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
12:44:00 μ.μ.
7
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες οι φωτογραφίες μου, προσωπικά, Τα προσωπεία της βίας, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο
11 Ιουλ 2010
"κι αν είΝαι ψέΜματα, τί σηΜασία...."
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
12:07:00 π.μ.
0
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες οι φωτογραφίες μου, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο, artistic
9 Ιουλ 2010
ΚωΝσΤαΝτιΝούΠοΛιΣ
Είναι Ελληνίδα, ναι. Μιλάει πολύ σιγανά, ίσα που ακούγεται. Προσφέρεται να σε συνοδέψει ως τη Ζωγράφειο Σχολή, αλλά φοβάσαι μην καταρρεύσει στο δρόμο, και αρνείσαι διακριτικά. Επιμένει ευγενικά, αλλά με κάποια ανακούφιση. Μοιάζει τόσο αδύναμη, τόσο εύθραυστη. Όλη της η ύπαρξη είναι αιθέρια, εξωπραγματική. Υπάρχει; Υπήρξε ποτέ;
Τα περασμένα καλοκαίρια τα περνούσε στην Πρίγκηπο, μα το παλιό εξοχικό έχει πιά ρημάξει και δεν έχει τη δύναμη να το συντηρήσει, κι έτσι μένει εδώ, ολομόναχη, για όσο ακόμα την στηρίζουν τα πόδια της. Μόνη ανάμεσα στ’ αμέτρητα πλήθη των επήλυδων και των τουριστών, περιμένει το τέλος, το οριστικό τέλος.
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
2:52:00 μ.μ.
2
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
20 Μαΐ 2010
19 Μαΐου, ΗμέΡα Μνήμης για τη ΓενοκτοΝία των ΕλλήΝων του ΠόΝτου
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
12:13:00 π.μ.
0
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες επίκαιρα, Τα προσωπεία της βίας, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο
17 Ιουν 2009
έΝΑ ΤΡΑίΝΟ ΠΟυ Το ΛέΝΕ ΦΙΛίΑ
Ο Βόσπορος του δειλινού μέσα από τα ανοίγματα των τειχών είναι μαγευτικός, ένα απίθανο μπλε που δεν χωράει σε καμμία περιγραφή, σε συνδυασμό με τα φωτισμένα απομεινάρια της Βασιλεύουσας, που δεν υπάρχει πιά. Είναι παράξενο αλλά σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει πιά ούτε η Ισταμπούλ. Το ξέρουν καλά κι οι Τούρκοι αυτό, γι αυτό και άρχισαν τελευταία να εμφανίζονται στον Τουρκικό τύπο "περίεργα" άρθρα, που στηλιτεύουν τις τελετές εορτασμού για την Άλωση και βγάζουν κραυγές αγωνίας για το μέλλον της Ισταμπούλ. Η Πόλη έπεσε στις ορδές των Σελτζούκων, η Ισταμπούλ πέφτει οσονούπω (αν δεν έχει ήδη πέσει) στις ορδές των χωριατών (sic). Ίσως σ' αυτήν την ανησυχία πως η ταυτότητα της πόλης θα πνιγεί μέσα στις ορδές των επαρχιωτών επήλυδων χαμηλού έως ανύπαρκτου πολιτιστικού και μορφωτικου επιπέδου, να οφείλεται και το πιο παράξενο πράγμα που είδα σε αυτό το ταξίδι ως τώρα... ο δικέφαλος αετός του Βυζαντίου στο σήμα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας της Ισταμπούλ!!! Εντάξει, οι Τούρκοι έχουν μεγάλη παράδοση στην οικειοποίηση και αντιποίηση ηθών, εθίμων, συμβόλων, ακόμα και η τουρκική σημαία (ημισέλινος και αστέρι) είναι αντιγραφή από σύμβολο της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου. Αυτή τη φορά όμως νομίζω πως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πνιγμένοι μέσα στο ανώνυμο πλήθος της Ανατολίας, οι τελευταίοι Πολίτες Τούρκοι, προσπαθούν να πιαστουν από τα μαλλιά τοους για να σωθούν- και τα μαλλιά τους είναι, ναι, το Βυζάντιο…
Το ελληνικό τραίνο «Φιλία» είναι μεταχειρισμένο γαλλικό, σε μέτρια κατάσταση, και δεν έχει αιρ κοντίσιον. Κρίμα γιατί έλπιζα για λόγους γοήτρου το ελληνικό τραίνο της επιστροφής να είναι καλύτερο από το τουρκικό που μ΄έφερε, αλλά όχι… Το τουρκικό τραίνο ήταν κάπως άσχημο και φτωχικό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κι έστρωνες μόνος σου το κρεβάτι σου, αλλά είχε ψυγειάκι και αιρ κοντίσιον. Η σημειολογία της υπόθεσης νομίζω πως είναι η εξής: πέρα από τα μεγάλα λόγια που ειπωθηκαν για την ειδική γραμμή Θεσσαλονίκης- Κωνσταντινούπολης τότε που άρχισε να λειτουργεί, το ελληνικό κράτος μέσω του ΟΣΕ δείχνει στην πράξη ότι δεν δίνει δεκάρα για την επαφή ανάμεσα στις δύο χώρες. Αντίθετα οι έξυπνοι Τούρκοι υπολογίζουν σε αυτήν την δίοδο επικοινωνίας με την Ευρώπη, που είναι η γραμμή της Θεσσαλονίκης.
Έφτασα από την Τραπεζούντα στην Πόλη με το πρωϊνό αεροπλάνο, και πήγα κατευθείαν στο Σταθμό του τραίνου να κόψω εισιτήριο. Παρόλη μου την κούραση, μετά από μιαν ανάπαυλα ελάχιστων λεπτών άφησα τα πράγματά μου στο αυτόματο «ντολάπ» και πήρα πάλι τους δρόμους, ως τις εννιά που ξεκινάει το τραίνο με τα κρεβάτια. Με σοκάρισε η πολυκοσμία και η κίνηση, ποτέ δεν είχα ξαναδεί την Πόλη τόσο ασφυκτικά πλημμυρισμένη από κόσμο. Ένα πολύ φτωχό και πολύ άσχημο κοριτσάκι που ζητιάνευε μού ράγισε την καρδιά, καθώς κοιτούσε μ' ένα βλέμμα που δεν μπορώ να περιγράψω κάτι πλούσιες Τουρκαλίτσες που φωτογραφίζονταν με πολύ κέφ. Αυτή η εικόνα θα μού μείνει από την Τουρκία, η εικόνα των τεράστιων αντιθέσεων, των παράλληλων κόσμων που τέμνονται αλλά δεν επικοινωνούν.
Ήπια το τελευταίο μου τσάι σε έναν τσάι μπαχτσέ δίπλα στην κυριλάτη οδό Κουγιουμτσίογλου, που μαζί με τους καθέτους της θυμίζει πολύ την Πλάκα, με τα εστιατόρια και του κράχτες της. Σ’ ένα εστιατόιριο μάλιστα έπαιζαν ελληνική μουσική, προς το σκυλάδικο. Τους παρέκαμψα και μπήκα στην αυλή του Κουρμπέ της τάδε Χανούμ, ένα εντυπωσικαό και κομψό κτίσμα με δεκάδες ογκώδη μνήματα επιφανών και παγκοσμίως άγνωστων μπέηδων και αγάδων γύρω γύρω, και μ ένα τσάι μπαχτςέ σε μιαν άκρη. Ο κόσμος κυρίως Τούρκοι, αλλά και δυό όμορφες Ιταλίδες με ναργιλέ, προφανώς μιλημένες από κάποιον ψαγμένο τουριστικό οδηγό. Ξόδεψα σ' ένα τσάι την τελευταία μου λίρα και ξεκουράστηκα για την κατηφόρα- επιστροφή στο Σταθμό. Για την αναχώρηση για το μεμλεκέτ.
Πάντως δεν σε πρόδωσα, Παππού. Ποτέ δεν αρνήθηκα ότι είμαι Ρουμ, Έλληνας, ακόμα και στις πιο "επικίνδυνες" περιοχές, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση σε τουρκικές σημαίες. Ποτέ, παππού, πάντα δήλωνα την ταυτότητά μου, ακόμα κι όταν διαισθανόμουν ότι αυτό θα προκαλούσετο μούδιασμα που τελικά όντως προκαλούσε, έστω και συγκαλυμμένο- καταλάβαινα πότε η ταυτότητά μου προκαλούσε συμπάθεια και πότε μούδιασμα, Παππού. Θα μπορούσα άνετα να δηλώσω κάτι άλλλο, αυτοι ποτέ δεν με καταλάβαιναν, στην αρχή με περνούσαν για Γερμανό (!), Άγγλο, Γάλλο, και τις τελευταίες μέρες με το μαύρισμα που έκανα όλη μέρα στους δρόμους μ έπαιρναν για Ισπανό ή για Ιταλό. Μόνο ένας Ιμάμης με κατάλαβε, το τελευταίο βράδυ στην Τραπεζούντα, στον Άγιο Ευγένιο, τον περικαλλή ναό του πολιούχου της πόλης, που λειτουργεί εδώ και αιώνες ως τζαμί. Ήνγκλις; Με ρώτησε ο καντηλανάφτης, καθώς φωτογράφιζα τον ναό. «Όχι, Ρουμ», του είπε χαμηλόφωνα ο Ιμάμης. Και με κοίταξε με συμπάθεια. Και μού έδωσε με ειλικρίνεια το χέρι, Παππού.
Αν απ' όλο μου το ταξίδι έπρεπε να κρατήσω στη μνήμη μου μόνο τρία πρόσωπα, εκτός από τον Ιμάμη του Αγίου Ευγενίου, θα κρατούσα τον ευγενικό νεαρό Τραπεζούντιο στο λεωφορείο, που μοιραστήκαμε σ' έντεκα ώρες τον χάρτη μου, τα φουντούκια του, και τα ελληνικά μπισκότα μου. "Αρκαντάς", αδελφέ, με προσφώνησε, ζητώντας μου το χάρτη, κι ήταν η πρώτη λέξη που μού απευθύνθηκε στα τουρκικά στο ταξίδι μου αυτό. "Αρκαντάς" του είπα κι εγώ όταν κατέβηκα στη Σαμψούντα, σφίγγοντάς του το χέρι, και το εννούσα. Τέλος, πώς να ξεχάσω ποτέ τον Μεχμέτ, τον φτωχούλη με τα γυαλάκια και τα δύο ήσυχα παιδάκια στο μπροστινό κάθισμα, που με κατέβασε από το Μπόζτεπε της Ορντού, με πήγε στο ξενοδοχείο, και την επόμενη μέρα ήρθε και μού έφερε τη φωτογραφική που είχα ξεχάσει στο πίσω κάθισμα τη σακαράκας του... μια φωτογραφική που η αξία της θ αντιπροσώπευει ίσως πάνω από μισό μισθό για το Μεχμέτ, ίσως και έναν...
Υπάρχει ελπίδα για το τραίνο Φιλία, Παππού.
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
3:38:00 μ.μ.
5
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες προσωπικά, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο
15 Ιουν 2009
ΚΕΡάΣΙΑ ΚΑΙ ΑίΜΑ
Κατέβηκα από τον αραμπά (λεωφορείο) χωρίς πολλή πολλή όρεξη για τουρισμό, είναι και ο καιρός επικίνδυνα συννεφιασμένος όλη μέρα. Το πρώτο πράγμα που αντίκρυσα απέναντι από τη στάση του λεωφορείου ήταν το μνημείο σου, Παππού. Ναι, το μνημείο σου! Τέσσερις Πόντιοι αντάρτες από μπρούτζο, με τα φυσεκλίκια τους και με τα τουφέκια τους, μπροστά μπροστά εσύ, Παππού. Οι Τούρκοι βέβαια νομίζουν πως είναι το μνημείο του Τοπάλ Οσμάν, του σφαγέα των Ποντίων, αλλά μη γελιέσαι, Παππού, κάνουν λάθος, κανένας άνθρωπος δεν θα έστηνε ποτέ μνημείο σ’ έναν σφαγέα, αντίθετα, τα μνημεία οι ανθρωποι τα στήνουν στους Ήρωες, Παππού, στους κυνηγημένους, στους αγνοούμενους. Σαν εσένα.
Ανηφορίζοντας τον κεντρικό εμπορικό δρόμο της Κερασούντας το στόμα μου άρχισε ν’ ανοίγει. Από θαυμασμό, Παππού. Ένας πανέμορφος δρόμος στρωμένος με χρωματιστά τούβλα, με ωραία κτίρια και καταστήματα, και προπαντός, στα κάθετα σοκάκια, υπέροχα παλιά σπίτια. Προχωρώντας προς τα πάνω, προς το Βυζαντινό Κάστρο, οι εκπλήξεις ομορφιάς διαδέχονταν η μία την άλλη. Αρχοντικά, το ένα πιό θαυμάσιο από το άλλο… Αμέτρητα, Παππού. Αμέτρητα.
Τί να το κάνω όμως το παιδάκι που έτρεξε κι έφερε όλη του την παρέα να τους φωτογραφίσω χαμογελαστούς, μπροστά στο σπίτι που μελετούσα, τί να τον κάνω τον παππού που έβγαινε από μιαν άλλη αυλή και με κάλεσε να μπω μέσα, τί να την κάνω τη φιλία τους, Παππού; Πόση ομορφιά να χωρέσουν τούτα τα μάτια, τούτη η καρδιά, τούτη η φωτογραφική μηχανή, πριν εκραγούν; Επιτέλους, πόση κατανόηση μπορεί να νιώσει το θύμα για το θύτη, πώς να τον συγχωρήσει τον θύτη το θύμα, Παππού, όταν εκείνος δεν έχει καν μετανιώσει; Πόσα γκιουναιντίν και γκιουλέ γκιούλε και τεσεκιούρ ενντερίζ μπορεί κανείς να πει, πριν απηυδίσει, Παππού;
Αλλά πιό πολύ κι από τους Τούρκους που σχεδίασαν, που εκτέλεσαν,και που ανέχτηκαν τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, είμαι θυμωμένος με τους δικούς μας, Παππού. Οι πόντιοι που γλύτωσαν (όπως και οι υπόλοιποι μικρασιάτες) ήταν ένας λαός εγκατελειμμένος, προδομένος, κυνηγημένος, αιματοβαμμένος, Παππού, και οι ελλαδίτες τους φέρθηκαν σαν σε απόκληρους, σαν σε μιάσματα, τους έκλεισαν σε ελεεινά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους περιφρόνησαν, τους έδωσαν σφαλιάρα κι από το άλλο μάγουλο, Παππού. Οι Τούρκοι Είχαν ήδη φροντίσει να τους αποδεκατίσουν και να τους αποκεφαλίσουν, εκτελώντας όσους πρόκριτους- δασκάλους, δημοσιογράφους, εμπόρους, παπάδες- μπόρεσαν, κι οι Ελλαδίτες ολοκλήρωσαν το έγκλημα: Περιφρόνησαν τα κυνηγημένα κι αιματοβαμμένα αδέρφια τους, που εκείνοι οι ίδιοι είχαν γίνει η αιτία για την συμφορά τους.
Δεν ονειρεύομαι την κυανόλευκη να κυματίζει στον ψηλό ιστό του Κάστρου, Παππού. Ο Πόντος είναι πολύ μακριά από την Ελλάδα και ο πληθυσμός εδώ ήταν πάντα μικτός. Ονειρεύομαι μιαν εναλλακτική πραγματικότητα όπου οι Νεοέλληνες δεν θα είχαν επιχειρήσει να ανασυστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, φτάνοντας ω την Κόκκινη Μηλιά, στα βάθη της Μικρασίας, και οι Νεότουρκοι θα ήταν άνθρωποι, και όχι γκρίζοι λύκοι. Μιαν εναλλακτική πραγματικότητα όπου οι Έλληνες του Πόντου και της Μικρασίας δεν θα είχαν αποδεκατιστεί συστηματικά και δεν θα είχε γίνει ανταλλαγή πληθυσμών. Αν δεν είχαν γίνει η Γενοκτονία και η ανταλλαγή, ο λαός σου, Παππού, θα ζούσε τώρα εδώ και θα μεγαλουργούσε, Παππού, γιατί ο τόπος είναι μεγαλειώδης. Κι ας ανήκε ακόμα στην Τουρκία ή στην Ασσυρία ή στην Ζιμπάμπουε, Παππού, τι σημασία; Τί με νοιάζει αν απ’ έξω από το Δημαρχείο γράφει Μπελέντιγιε ή Δημαρχείο, Παππού; Μπορώ να ζήσω και με τα δύο, το ίδιο μού κανει. Με νοιάζει όμως και με παρανοιάζει που τόσοι άνθρωποι (353.οοο μόνο στον Πόντο) κατασφάχτηκαν, που οι υπόλοιποι πέρασαν τα πάνδεινα και μετά διώχτηκαν κακήν κακώς, που έφτασαν κυνηγημένοι και απελπισμένοι ελπίζοντας σε μια καλύτερη μοίρα στην Ελλάδα και βρήκαν εκείκ την αποστροφή και την περιφρόνηση. Με νοιάζει που μένει για τον Πόντο σε μας τους απογόνους μια κρυφή ντροπή, για τον δήθεν γεμάτο άγονες στέπες φτωχό και ασήμαντο Πόντο, για τον δήθεν καθυστερημένο λαό των Ποντίων, για τον μαρτυρικό Λαό σου, Παππού.
Δεν θ’ αφιερώσω λοιπόν αυτό το βιβλίο στους 353.οοο μάρτυρες του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά στις νέες γενιές, σε μάς, Παππού, για να ενθαρρύνω όλο και περισσότερους ν’ αναζητήσουν την κρυμμένη αλήθεια για τους Πόντιους, για να εμπνεύσω όσο γίνεται περισσότερους να έρθουν εδώ, στον Πόντο, να δούνε μόνοι τους την αλήθεια αυτή, πριν εξαφανιστεί και το τελευταίο ίχνος της τρισχιλιετούς παρουσίας μας εδώ, πριν γκρεμιστεί και το τελευταίο σπίτι μας, Παππού.
Στ ορκίζομαι πως θα κάνω ό,τι μπορώ για ν αποκαταστήσω τη Μνήμη σας. όχι για το Παρελθόν, αλλά για το Μέλλον.
………
Τώρα γράφω από το λεωφορείο, «αραμπάνταν», Παππού. Το απόκρημνο Βυζαντινό Κάστρο της Κερασούντας είναι πάρκο, πανέμορφο, γεμάτο κόσμο που κάνει εκεί το κυριακάτικο (τι ειρωνία) πικνίκ του. Στη μικρή ακρόπολη ένα τεχνητό ορμητικό ρέμα (! ) προθέτει ακόμα περισσότερη γοητεία. Σε μια γωνιά με θέα είναι ένας περιφραγμένος χώρος με ένα μνημείο, που με φρίκη ανακάλυψα πως είναι το μνημείο των Κερασούντιων νέων που σκοτώνονται στο στρατό – τώρα, Παππού… Ο τελευταίος πέρσι το καλοκαίρι. Αυτή είναι η σκληρή παράλληλη πραγματικότητα που συνυπάρχει με την ευγένεια, την τιμιότητα, την καλωσύνη και την εξυπηρετικότητα των ανθρώπων αυτών- η Τουρκία είναι μια χώρα σε πόλεμο, Παππού. Μια χώρα με μεγάλα εσωτερικά προβλήματα και προστριβές με όλους σχεδόν τους γείτονες. Μερικοί λαοί είναι ικανοί για τα καλύτερα και για τα χειρότερα... ταυτόχρονα.
Κατεβαίνοντας από το κάστρο μια πολύ όμορφη παρέα μού πρόσφερε πιντέ (πίτα) και τσάι, ένας τους μάλιστα μιλούσε και λίγα αγγλικά, σπάνιο πράγμα εδώ στον Πόντο. Ασφαλιστής, έκαναν πικνίκ μαζί μ’ έναν φίλο του και με δυό κορίτσια, μια μελαχρινούλα δασκάλα χωρίς μαντήλα και μια ξανθούλα νοσοκόμα με καταγωγή από την Ορντού, με μαντήλα. Ανταλλάξαμε mail και θα βρεθούμε στο fb. Ο ασφαλιστής μού δήλωσε περήφανος πως είναι καλός μουσουλμάνος. Του είπα (ή προσπάθησα να του πω) πως οι θρησκείες μόνο πολέμους, σκοτωμούς και προβλήματα προκαλούν, και πως εγώ δεν πιστεύω παρά μόνον στον ανθρωπισμό. Δεν το δέχτηκε, είπε πως χρειάζονται και τα δύο, και η θρησκεία και ο ανθρωπισμός. Πάλι καλά. Είναι το πρώτο βήμα, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Τούρκοι (όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, άλλωστε) θα με θεωρούσαν διάβολο με κέρατα αν δήλωνα άθεος. Πάντως στο θέμα αυτό, τη σχέση με η θρησκεία και τον σχετικό φανατισμό, είμαστε δεκαετίες μπροστά. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια ακόμη για να κάνουν και οι Τούρκοι το επόμενο βήμα για την πνευματική τους απελευθέρωση.
Κατέβηκα τρέχοντας από το Κάστρο να προλάβω το λεωφορείο που τελικά έχασα, για να φωτογραφίσω τους πλανόδιους πωλητές κερασιών και ν’ αγοράσω κουλούρια και κασέρι για το ταξίδι. Περιμένοντας το επόμενο λεωφορείο, σε 45 λεπτά, κάθισα σ ένα παγκάκι με θέα τη θάλασσα και έγραψα όλα αυτά. Τώρα η μπαταρία τελειώνει. Νεότερα από την Τραπεζούντα!
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
7:54:00 π.μ.
6
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες προσωπικά, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο
12 Ιουν 2009
Οι MaRTi (ΓΛάΡΟΙ) ΤηΣ ΟΡΝΤΟύ
Ξεκίνησα το πρωί πάλι στα τυφλά, και κάπως αποκαρδιωμένος, μια που η χτεσινοβραδυνή περιπετειώδης "ανάκριση" των "υπέρ- υπέρ κλπ" ντόπιων για το Λιβάδι («Τσαΐρλι») απέβη εντελώς άκαρπη, κι ας έφτασε το γαϊτανάκι ως και το αρχηγείο της αστυνομίας [Σ.σ.*βλέπε "προηγούμενα"... προσεχώς Σ;ο))) ]. Πήρα λοιπόν τον παραλιακό πεζόδρομο με τα ψηλά δέντρα και με τον ποδηλατόδρομο, με κατεύθυνση αριστερά, προς Σαμψούντα, περνώντας κάτω από την γειτονιά της Υπαπαντής. Λίγο πριν είχε γίνει ένα ατύχημα ακριβώς μπροστά στην εκκλησία, μ’ ένα αυτοκίνητο αναποδογυρισμένο- αυτός ο παραθαλάσσιος αυτοκινητόδρομος με τις τέσσερις λωρίδες είναι η Εθνική Οδός Σαμψούντας - Τραπεζούντας, και έχει πάντα μεγάλη κίνηση. Όλη η αστυνομική δύναμη της πόλης φαίνονταν να έχει μαζευτεί εκεί- αγριεύτηκα κάπως βλέποντας το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο και πεντέξι περιπολικά τριγύρω, κάμερες, ασθενοφόρα κι όλα τα σχετικά. Αγριεύτηκα δηλαδή ώσπου να σιγουρευτώ πως ήταν όντως τροχαίο ατύχημα, είναι που είμαι ο μόνος ξένος εδώ, σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, και μάλιστα Γιουνάν, Ρούμ, και γυρίζω και ασταμάτητα, και φωτογραφίζω και τα πάντα… Ύποπτος, σαφέστατα και απόλυτα. Αλλά έλα που απολύτως κανείς δεν ασχολείται... Μόνο εγώ έχω τη μύγα και μυγιάζομαι.

Προσπέρασα βιαστικά για την ώρα την Υπαπαντή, κι έφτασα ως το μικρό λιμάνι της Ορντού, μικρό αλλά με μια τεράστια πινακίδα στην είσοδο που γράφει "Ορντού Λιμάνι". Το λιμάνι βρίσκεται στην άκρη-άκρη του κόλπου που αγακαλιάζεται με την πόλη. Από κει και πέρα αρχίζουν οι παραλίες, άλλοτε αμμώδεις κι άλλοτε βραχώδεις, αλλά όχι απόκρημνες. Σε μια όμορφη αλλά βραχώδη παραλία λίγο πιο πέρα, μια παρέα πεντέξι ανδρών με μαγιώ καθάριζε μύδια, που προφανώς τα είχαν μόλις μαζέψει, κάμποσα τσουβάλια. Σε μια φωτιά από ξύλα έβραζε νερό, μάλλον θα τα έβραζαν απευθείας.
Επιστρέφοντας προς το κέντρο, η Υπαπαντή δεσπόζει πάνω από το δρόμο, είναι το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς ερχόμενος από το δρόμο της Σαμψούντας, μόλις στρίψει γύρω από έναν απότομο βράχο και μπει στην κυρίως Ορντού. Μια σκάλα ανηφορίζει προς την ογκώδη και εντυπωσιακή εκκλησιά, που είναι πολύ καλοσυντηρημένη και έχει γίνει πολιτιστικό κέντρο. Κήποι την περιτριγυρίζουν. Ανηφόρισα προς τα δεξιά και βρήκα πολλά ελληνικά σπίτια, με δεκάδες γλάρους να περιφέρονται γύρω γύρω. Οι κήποι, τα όμορφα και σε καλή κατάσταση παλιά σπίτια, όλα αυτά μαζί μού έφτιαξαν απίστευτα το κέφι. Ήρθε κι ένα τηλεφώνημα από την Ελλάδα που μού έδωσε κάποιες πληροφορίες για το σπίτι σου, Παππού, ο Άρης ήρθε λέει πριν 15-20 χρόνια και βρήκε τα σπίτια μας, το δικό τους και το δικό μας, πέτρινα, όρθια και κατοικημένα, από δύο οικογένειες το καθένα, δίπλα στον Άη Γιώργη, που είναι λέει αποθήκη και που τον ανακάλυψε τυχαία. Ο Άρης είναι βέβαια πολύ ηλικιωμένος και τα είχε λίγο μπερδεμένα, αλλά μού αναπτέρωσε το ηθικό για την αναζήτησή μου.
Ανηφορίζοντας πάνω από την Υπαπαντή τα σπίτια γίνονται όλο και πιο απλά, όχι όμως φτωχικά, είναι λιγότερο συνντηρημένα, και υπάρχουν και πολλά ερειπωμένα. Τριγυρνώντας βρήκα μια τεράστια πέτρινη κρήνη (σε λειτουργία) μ’ ένα μπιτόνι να γεμίζει και με μια μικρή πέτρινη επιγραφή, που όμως ήταν ξεκάθαρα σβησμένη με καλέμι. Λίγο πιο πάνω μια κυρία κουβαλούσε ένα βαρύ μπιτόνι νερό, προσφέρθηκα να τη βοηθήσω ως το σπίτι της. Η κυρία ήταν πολύ ευγενική, άνετη και μοντέρνα, και μού είπε πως ο πατέρας της αγόρασε το σπίτι όταν έφυγαν οι Έλληνες. Επίσης είπε νομίζω πως πολλοί Έλληνες έφυγαν όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν και μετά εγκατέλειψαν την πόλη, περίπου το 1850 έγινε αυτό, και τότε ήρθε κι η οικογένεια της μητέρας της από το Ερζερούμ. Στην αυλή του παλιού σπιτιού καθόταν η μητέρα της, πολύ γριά κι εντελώς κουφή, αλλά αν και ηλικιωμένη ούτε και αυτή ήξερε τον Άι Γκιόργκι κιλισέ, τον Άη Γιώργη σου, Παππού.
Τερμάτισα την ανάβαση στην άκρη των σπιτιών, σ’ ένα σκιερό παγκάκι με υπέροχη θέα, κι από εδώ γράφω τώρα. Μόλις κάθησα κατέφθασαν αμέσως κι αυτόκλητοι οι υπερ- υπέρ εξυπηρετικοί που λέγαμε, πρώτα ο κος Χασάν που είχε κάνει στη Γερμανία, μετά φώναξε κι έναν φίλο του που η οικογένειά του κατάγεται από τη Δράμα. Κανείς τους δεν ήξερε τον Άη Γιώργη, ήξεραν όμως μια δεύτερη εκκλησία που έγινε Θέατρο ή κάτι τέτοιο, μού την ανέφερε και η κυρία με το νερό. Ο Χασάν, όμορφος άνθρωπος, με λεπτά χαρακτηριστικά και ανοιχτόχρωμος, ήταν ενθουσιασμένος που με συνάντησε, μού είπε πως μοιάζουμε κιόλας, και με κάλεσε σπίτι του για φαγητό. Τί να πούμε όμως οι δυό μας παραπάνω, που δεν μιλάω τούρκικα, και που δεν μιλάει καμμιά γλώσσα, εκτός από λίγα γερμανικά, και είναι και ο χρόνος που με πιέζει; Ευχαρίστησα ευγενικά και έμεινα στο παγκάκι μου να καταγράψω όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά.
Τώρα ξεκινώ πάλι για κάτω, πάω να κρυφτώ από τον ήλιο γιατί βαράει, να μην την πατήσω σαν χτες στο Κάστρο της Οινόης που έγινα κουδουνλάρ. Είναι και ο Οσμάν μπέης στο Μπελέντιδυε (Δήμο) που πρέπει να συναντήσω, μού συνέστησαν να τον ρωτήσω για τη γειτονιά σου, Παππού.
…..
Συγκλονιστικές εξελίξεις Παππού! Βρήκα το σπίτι σου! Ή μάλλον το σημείο όπου υπήρχε το σπίτι σου! Αλλά και πάλι, προτρέχω. Πρώτα θα σού πω για το Κίτρινο και για το Γαλάζιο Αρχοντικό.
Μετά από άπειρες περιπλανήσεις στις απόκρημνες πλαγιές της συνοικίας της Υπαπαντής, και μην έχοντας και πολλές ελπίδες να βρω το δικό σου, υιοθέτησα δύο (2) παλιά ελληνικά σπίτια, ή μάλλον «αρχοντικά» είναι πιο ταιριαστός όρος. Το πρώτο είναι το μεγαλύτερο αρχοντικό της Υπαπαντής (αμ πώς!), καλοσυντηρημένο, τετραώροφο και χτισμένο πρώτο στην πλαγιά, δεσπόζει στον παραθαλάσσιο δρόμο. Ο λόγος που το υιοθέτησα είναι πως απ’ έξω έχει μια πινακίδα που γράφει «Sari Konagi», κίτρινο αρχοντικό. Δικαιωματικά λοιπόν το υιοθέτησα! Το δεύτερο υιοθετημένο μου αρχοντικό, το Γαλάζιο, είναι πολύ ψηλά πάνω στο απότομο ύψωμα, στα όρια των κτισμάτων, μέσα σ’ ένα τεράστιο επικλινή κήπο, επίσης σε καλή κατάσταση και πανέμορφο, με υπέροχη θέα από ψηλά.
Δεν ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω. Λέω να κρατήσω και τα δύο, εξ άλλου τα όνειρα είναι τζάμπα!
Κατεβαίνοντας από τα όρη και τα βουνά επισκέφτηκα την εντυπωσιακή και επιμελώς συντηρημένη Υπαπαντή. Φυσικά δεν έχει τίποτα που να θυμίζει εκκλησιά, αφού έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό κέντρο. Μπαίνοντας βλέπεις έναν τεράστιο πρασινομάτη Κεμάλ δεξιά από το ιερό και μια τεράστια τουρκική σημαία αριστερά από το ιερό. Στη μέση, στο ιερό, είναι η υπερυψωμένη σκηνή του θεάτρου, και το κλίτος είναι γεμάτο καρέκλες. Η αυλαία είναι από χοντρό σκούρο μπλε βελούδο.
Η θέα από την αυλή της Υπαπαντής είναι υπέροχη, στη Θάλασσα και στο βουνό, και τα γύρω πάρκα είναι προφανώς το καταφύγιο των ερωτευμένων της Ορντού– τρία ζευγαράκια τσάκωσα με το φακό μου μέσα σε πέντε λεπτά, το ένα φιλιόταν ασύστολα δημόσια. Είπαμε, οι κάτοικοι της Ορντού φαίνονται πολύ πιο εξελιγμένοι απ’ όλους τους υπόλοιπους Τούρκους.
Ο δρόμος που ξεκινάει από την Υπαπαντή, παράλληλος με τη θάλασσα, λέγεται «οδός μενεξέ», ή μέλλον μενεκσέ, μια που οι Τούρκοι δεν έχουν «ξ».
Τελευταία μου απόπειρα να μάθω κάτι για τον Άη Γιώργη είναι ένας παππούς με κάτι άχυρα, στο τέρμα μιας πολύ απότομης ανηφόρας , ένας σούπερ παππούς που όπως αποδείχτηκε ήταν κι αυτός της υπέρ- εξυπηρετικής συνομοταξίας. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω με τα φτωχά μου τουρκικά «Άη Γκιόρκι Κιλισέ» και άρχισε να τρέχει προς την Υπαπαντή. Βρε αμάν, την ξέρω, βρε ζαμάν, πήγα, τίποτα ο παππούς, όλο χαρά που θα με πήγαινε στην Κιλισέ, να παίρνει σβέλτος τις απότομες κατηφόρες, και τζάμπα οι ανηφόρες που ανέβαινα τόσην ώρα. Πάντως με πέρασε από ελληνικά σπίτια που δεν είχα δει, κι αφού με πήγε με το ζόρι στην Υπαπαντή, επέστρεψα από άλλο δρόμο, κι ανακάλυψα ακόμα περισσότερα. Ψώνισα κι ένα ψωμί που τρεις ντοπαλές κι ομορφούλες μαθήτριες μού είπαν το όνομά του αλλά δεν το συγκράτησα, και συνέχισα προς το κέντρο, με μια τελευταία κατακόρυφη παράκαμψη που κατέληξε στο γαλάζιο σπίτι – μου - που σού έλεγα πιο πριν.
Κατηφορίζοντας λοιπόν σταδιακά έφτασα ως μια ρεματιά, ακριβώς εκεί που είχα προλάβει να φτάσω χτες, ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση. Ίσα κάτω βρήκα την άκρη του κεντρικού εμπορικού πεζόδρομου. Σε λίγο να σου κι ένα σχολείο, αρκετά παλιό, με κίονες, βαμμένο άσχημο ροζ, λέω βρε λες να είναι αυτή η Ψωμιάδειος Σχολή που μού είπε ο Άρης πως είναι κοντά στον Άη Γιώργη; Στρίβω γύρω γύρω και τον βλέπω, εκεί μπροστά μου, Παππού. Τον Άη Γιώργη σου… αντί όμως για το μικρό κι ασήμαντο εκκλησάκι- αποθήκη - σταύλο που έψαχνα, τον βρήκα τεράστιο, πέτρινο, αστραφτερό, μεγαλοπρεπή, από ανοιχτόχρωμο ασβεστόλιθο, μια μεγάλη και περήφανη τρίκλιτη βασιλική, μ’ ένα τόσο δα σταυρουδάκι στην κορυφή του μπροστινού αετώματος. Δε φαντάζεσαι πόση χαρά και συγκίνηση ένιωσα, Παππούλη… Η εκκλησία σας, το κέντρο της γειτονιάς σας και της ζωής σας… Εδώ θα παντρεύτηκες τη γιαγιά, εδώ θα βάφτισες και τα παιδάκια σου, μεταξύ των οποίων και ο μόνος επιζήσας αρσενικός, ο παππούς μου, ο Μιλτιάδης... Εδώ θα κάνατε Χριστούγεννα και Πάσχα, δηλαδή οι υπόλοιποι, αφού εσύ πάντα έλειπες μακριά, στη Θάλασσα, Παππού Καπετάνιε... πόσες φορές να είχατε περάσει αυτήν την πόρτα, που τώρα στέκει ορθάνοιχτη, μια που η εκκλησία είναι ο προθάλαμος και ο εκθεσιακός χώρος ένος μικρού θεάτρου, που έχει χτιστεί σε συνέχεια με το βόρειο τοίχο. Το θεατράκι είναι πολύ μικρό, και μια παιδική ορχήστρα κάνει πρόβες, με την επίβλεψη των δασκάλων. Η ζωή που συνεχίζεται και ο πολιτισμός που εξημερώνει τα ήθη. Δεν θα μπορούσα να ονειρευτώ καλύτερες συνθήκες για τον Αη Γιώργη σου και για τη συνάντησή του μαζί μου, Παππού.
Επόμενη αποστολή, Σαμσονούν Εβί, το σπίτι του Σαμψωνίδη, του πεθερού σου, το σπίτι σου, Παππού. Ένας χοντρός έμπορος δείχνει να το ξέρει, κάπου με στέλνει με χειρονομίες, «θα στρίψεις, οδός Σερβίας», κάτι τέτοιο, φτάνω πέρα ως τη σκεπαστή αγορά, αλλά τίποτα. Όλη η περιοχή γύρω από τον Αη Γιώργη – που επιβεβαίωσα ρωτώντας πως παλιά λεγόταν τσαϊρλί, «λιβάδι» – είναι πυκνοχτισμένη με άσχημες εργατικές πολυκατοικίες σε κακή κατάσταση, ακριβώς όπως τα έλεγε ο οδηγός. Υπάρχουν όμως και κάποια ελάχιστα παλιά σπίτια, και ο Άρης είπε ότι το είχε βρει το σπίτι σου Παππού, τότε, πριν 15-20 χρόνια, κι οι πολυκατοικίες αυτές μοιάζουν πιο παλιές. Ρωτάω κάποιους άλλου κι ένας από αυτούς λέει πως το ξέρει, μού δείχνει προς την εκκλησιά. Τον παρακαλώ με τον τρόπο μου να έρθει μαζί μου, και τελικά έρχεται, αλλά μόλις φτάνουμε στον περίβολο της εκκλησιάς σταματάει. Καταλαβαίνω πως το σπίτι δεν υπάρχει πια, μού εξηγεί με χειρονομίες πως γκρεμίστηκε και μού δείχνει πού ακριβώς βρισκόταν. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο της εκκλησιάς, εκεί που τώρα υψώνεται μια σχετικά καινούργια πράσινη πολυκατοικία.
Αυτό ήταν. Ο Ιντιάνα Τζόουνς βρήκε το Άγιο Δισκοπότηρο, μαζί με την Κιβωτό της Διαθήκης, και ας ήταν άδεια. Βέβαια με το πείσμα που με διακρίνει ήδη σχεδιάζω να ξανάρθω το απόγευμα ν’ αλωνίσω όλα τα σοκάκια γύρω από τον Αη Γιώργη, σε περίπτωση που, αλλά κατά πάσα πιθανότητα το διώροφο σπίτι δεν υπάρχει πιά, ο άνθρωπος φαίνεται να ξέρει τι λέει και να είναι απόλυτα σίγουρος. Σαμσονούν εβί γιόκ…
Τον ευχαριστώ θερμά και γυρίζω στο ξενοδοχείο να ξεκουραστώ λίγο. Είμαι ευτυχισμένος, Παππού. Η γλυκιά πόλη σου, τα Κοτύωρα – Ορντού, η πανέμορφη εκκλησιά σου, και η φασματική γειτονιά σου δίπλα στη Θάλασσα μ’ έκαναν ακόμα πιο περήφανο που είμαι δισέγγονος σου. Που κουβαλώ κάτι από το αίμα σου, κι από την τρέλλα σου, Παππού Θαλασσινέ, Παππού αντάρτη.

ΥΓ1. Η παλιά φωτογραφία της Ορντού από την θάλασσα και η αναπαράσταση των χορευτών είναι ένα πολύτιμο δώρο του φίλου Μουμούλ, από το μπλοκ "Πόντος Και Αριστερά". Διακρίνεται προς τα δεξιά η Υπαπαντή και η - τεράστια - Ψωμιάδειος Σχολή.
ΥΓ2. Η Ψωμιάδειος Σχολή δεν υπάρχει πιά, ο φίλος του παππού μου - ο Άρης - προφανώς είδε όταν ήρθε το "ροζ σχολείο", και κάποιος τού είπε λανθασμένα πως είναι η Ψωμιάδειος.
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
5:34:00 μ.μ.
8
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες προσωπικά, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο
ΤΑΞίΔΙ ΣΤοΝ ΠόνΤΟ ΚΑΙ ΣΤο ΧΡόΝΟ: ΘΕΣΣΑΛΟΝίΚΗ – ΠόΛΗ
Έρχομαι, Παππού. Έρχομαι να σε βρω.
Πέρασα τα σύνορα τα ξημερώματα με το διεθνές νυχτερινό τραίνο, μια κλινάμαξα εξπρές- ο Τούρκος αστυνομικός ήταν πολύ ευγενικός, ο τελωνειακός βαριόταν, ίσα που άνοιξε λίγο για πλάκα την τσάντα του Γιαπωνέζου δάσκαλου, του συγκάτοικού μου στο κουπέ (που γίναμε πολύ γρήγορα φίλοι). Ο γιατρός που τρίτωσε μετά φορούσε μάσκα και ρωτούσε αν είχα πυρετό. Είναι και η γρίπη των χοίρων, βλέπεις. Δεν είχα πυρετό, δόξα τον Αλλάχ- τους.
Ξημέρωνε καθώς το τραίνο έφτανε στην Πόλη. Δρασκέλισε χωρίς καθόλου να σκοντάψει τα δυτικά τείχη, και κατέληξε στο Σταθμό Σιρκεσί, - εκεί θ΄ αποβιβάστηκαν τότε κι οι Γερμανοί αρχιφονιάδες, Παππού, ντυμένοι με τις εντυπωσιακές στρατιωτικές τους στολές- Στρατηγοί γαρ. Ήταν ολοκαίνουργιος ο σταθμός, τότε, ένα κομψοτέχνημα της Μπελ Επόκ, και το Οριάν Εξπρές ένα πολυτελές κομψοτέχνημα στις ράγες. Μόνο το αίμα δεν είναι πολυτελές, για κάποιους, Παππού. Το αίμα είναι φτηνό.
Κανείς δεν με ρώτησε τίνος είμαι, Παππού, από πού κρατάει το αίμα μου, αν τυχόν είμαι δισέγγονος του Σ. του ναυτικού, του Σ. του πατέρα της ξεκληρισμένης οικογένειας, του Σ. του ξεκληρισμένου λαού, του λαού του σφαγμένου Αρνιού, Παππού. Του Σ. του αντάρτη, του αγνοούμενου, Παππού. Δεν ήξεραν, και να ήξεραν μπορεί να μην τους ένοιαζε. Πάντως μ’ άφησαν να περάσω. Να έρθω να σε βρω.
Πέρασα απέναντι στην Ασία με το καραβάκι, μαζί με ταλαιπωρημένους ανθρώπους που πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους ή επέστρεφαν στις πατρίδες τους. Το φέρρυ για το Χαρέμ στην Ασιατική ακτή πιάνει ακριβώς δίπλα στο σταθμό λεωφορείων Χαρέμ, κι οι κράχτες σε περιμένουν στην αποβάθρα. Κράχτες με ταμπέλες με διάφορους προορισούς στα χέρια, γιατί οι εταιρίες λεωφορείων είναι πολλές και έντονα ανταγωνιστικές, όχι σαν τα δικά μας ΚΤΕΛ. Διάλεξα την καλύτερη (και ακριβότερη) εταιρία, όπως μού συνέστησαν -εφτά ώρες είνα αυτές για την πρωτεύοθσα του Πόντου, την Σαμψούντα (εφτα ώρες νόμιζα πως ήταν, δηλαδή...).
Στην αναμονή για τον Πόντο φτωχικός κόσμος, γυναίκες με μαντήλες, και άνθρωποι μ’εκείνα τα έντονα μήλα, που έχει συχνά και ο δικός σας λαός, Παππού.
Το λεωφορείο ήρθε στην ώρα του.
«Αναχώρηση για Αμισό, Οινόη, Κοτύωρα, Κερασούντα, Τραπεζούντα από την αποβάθρα πέντε»
Ένα εισιτήριο για Κοτύωρα, παρακαλώ.
Και για ενενήντα χρόνια πριν...
…….
Τ(ΌΣΟ) ΠΑΤΗΣΕ Ο
Μαύρος Γάτος
ΣΤΙΣ
12:25:00 π.μ.
3
χ ΣΥ ΕΙΠΑΣ!
Ετικέτες προσωπικά, Ταξίδι στον Εύξεινο Πόντο











