4 Ιαν 2010

ο ΚύΡΙΟΣ «ΜΕΤΑΝΟΕίΤΕ»







Ήταν μια όμορφη παρέα, ένα δροσερό καλοκαιρινό βραδάκι, στην αχανή αυλή μιας πολυτελούς βίλας. Έπιναν και μιλούσαν και τσιμπολογούσαν, και περίμεναν ανυπόμονα την άφιξη του κυρίου Μετανοείτε.


Ο κύριος Μετανοείτε ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος Σοφός, ένας ευαίσθητος Διανοούμενος, ένας σύγχρονος Οικοφιλόσοφος με πεντέξι σπουδαία και εμβριθή βιβλία στο ενεργητικό του. Όλοι θα κρέμονταν από τα ξυνισμένα μούτρα του κι από τα σουφρωμένα, υπεροπτικά χείλη του για ν’ ακούσουν πόσο ο άνθρωπος έχει καταστρέψει τον εαυτό του, πόσο έχει απομακρυνθεί από τον φυσικό τρόπο διαβίωσης, ρημάζοντας ταυτόχρονα ανεπανόρθωτα και την Αγία Φύση.


Θα τους μιλούσε ξανά για την επάρατη τεχνολογία, που έχει αλλοτριώσει τον άνθρωπο, και θα τους εξέθετε και πάλι την αποτρόπαια επιστήμη, που βλέπει τον άνθρωπο σαν ύλη και όχι σαν Πνεύμα. Θα τους έλεγε για τις απειράριθμες χημικές ουσίες της βιομηχανίας, που καθημερινά και ύπουλα μας δηλητηριάζουν, για τα φονικά φάρμακα που μάς φορτώνουν οι φαρμακευτικές εταιρίες, για να θησαυρίζουν σε βάρος της ολιστικής μας υγείας, για τους εγκληματίες τεχνοκράτες γιατρούς που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν μεμονωμένα όργανα και όχι σαν Όλον. Θα τους μιλούσε για τα δεινά των πάσης φύσεως μηχανημάτων και μηχανών, που κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας, καθιστώντας μας σκλάβους τους.



Θα τους διηγόταν πόσο όμορφη ήταν η ζωή πριν από όλα αυτά, πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, τότε που ο Άνθρωπος ζούσε ευτυχισμένος στα χωριουδάκια του, σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό του και με τη Φύση. Θα τους περιέγραφε ενθουσιασμένος πόσο βαθιά Καλός ήταν τότε ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τον βάρβαρο και απάνθρωπο σημερινό Χόμο Μεγκαλουπόλεως. Θα τους ζωγράφιζε με μελανά χρώματα ζοφερές εικόνες για να τους δείξει πόσο η ανθρώπινη παρέμβαση και η «Ανάπτυξη» έχουν καταστρέψει την Αγία Φύση, ανεπανόρθωτα, το πιο πιθανό.


Τόσο πολύ θα μάγευε και θα συνέπαιρνε το δεκτικό του ακροατήριο με τον Ύμνο της Φύσης και με τον λίβελλο κατά της επιστήμης και της τεχνολογίας, που στο τέλος της βραδιάς όλοι θα εύχονταν να ήταν, αν όχι χιμπατζήδες στα δέντρα μιας παρθένας ζούγκλας, τουλάχιστον όμως πρωτόγονοι ιθαγενείς σ’ ένα άγριο δάσος.


Θα «ξεχνούσε» όμως φυσικά ν' αναφέρει ότι στο πολύ πρόσφατο  παρελθόν της Ανθρωπότητας ασθένειες όπως η ελονοσία, η πνευμονία, η φυματίωση, ακόμα και η ιλαρά, έκαναν θραύση κι ήταν συνήθως θανατηφόρες… Ότι τα περισσότερα παιδιά πέθαιναν πριν ενηλικιωθούν, και το μέσο προσδόκιμο επιβίωσης ήταν γύρω στα τριάντα με τριανταπέντε χρόνια… Ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων περνούσε τη σύντομη ζωή της σ’ έναν συνεχή αγώνα επιβίωσης, οι άντρες πολεμώντας όλη μέρα με τη γη και με τη θάλασσα και οι γυναίκες αλέθοντας, ζυμώνοντας, κουβαλώντας νερό, πλένοντας στο ποτάμι. Πως ελάχιστοι άνθρωποι είχαν πρόσβαση στη Μόρφωση, και πως ακόμα και η ανώτατη «Μόρφωση» δεν σήμαινε και πολλά πράγματα, μια που οι γνώσεις της Ανθρωπότητας για τον Άνθρωπο και για τον Κόσμο ήταν εξαιρετικά περιορισμένες… Θα «ξεχνούσε» να τους πει για τις ατέλειωτες προλήψεις και για τις δεισιδαιμονίες και για τα στενά φυλετικά και κοινωνικά όρια που καθόριζαν τυρρανικά τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Δεν θ' ανέφερε τίποτα για την παντελή έλλειψη ανοχής των κοινωνιών απέναντι σε οποιασδήποτε παρέκκλιση από τις αυστηρά καθορισμένες για τον καθένα αποδεκτές συμπεριφορές, ανάλογα με το φύλο του, την ηλικία του και την κοινωνική του θέση, για τον εξοστρακισμό κάθε «τρελλού» και κάθε «διαφορετικού», για την σκληρότητα της εφαρμογής των άγραφων Νόμων τους, για την επιφυλακτικότητά τους απέναντι σε κάθε τι Ξένο, που έφτανε ως την πλήρη εχθρότητα.


Θα ξεχνούσε ν’ αναφέρει πως οι άνθρωποι αυτοί, εκτός από τους θαλασσοπνιγμένους ναυτικούς και τους ληστόπληκτους εμπόρους, δεν γνώριζαν ποτέ τον Κόσμο, πέρα από μια μικρή ακτίνα γύρω από το χωριό τους… Πως όποιος είχε ταξιδέψει ως την τοπική πόλη ήταν άρχοντας, όποιος είχε κατέβει ως την πρωτεύουσα ήταν Βασιλιάς, κι αν κάποιος είχε πάει και στο εξωτερικό, ε, τότε ήταν ένας μικρός Θεός, ένας Χατζής, σεβάσμιος για όλην την υπόλοιπη ζωή του…
 

Θα ξεχνούσε να τους μιλήσει για τις Πεθαμένες Ψυχές, για τους δουλοπάροικους, για τους σκλάβους, για τις Τυρρανίες που ευδοκιμούσαν στην άγνοια και στην εξαθλίωση, για τους ατέλειωτους πολέμους, για τους λιμούς που έσβηναν από το χάρτη πόλεις και χωριά, για τις επιδημίες που αποδεκάτιζαν ολόκληρες ηπείρους… Θα ξεχνούσε ν’ αναφέρει, πως αν για κάποιον οποιονδήποτε λόγο η Ανθρωπότητα εξαφανίζονταν αύριο, η Φύση το πολύ σε μερικές χιλιάδες χρόνια – τίποτα, σε Κοσμικό Χρόνο – θα είχε επουλώσει τελείως τις ανθρωπογενείς πληγές της... 

Θα παρέλειπε, τέλος, όλως τυχαίως, να παραδεχτεί πως ο ίδιος χρησιμοποιεί την θηριώδη τζιπάρα του ακόμα και για τις πιό μικρές αστικές διαδρομές, και πως καβαλάει το αεροπλάνο πολλές φορές κάθε μήνα, πώς θα γινόταν αλλιώς, ο χρόνος του είναι τόσο πολύτιμος, έχει τόσους πολλούς ανθρώπους να διαφωτίσει και να σώσει, με τις ομιλίες του, με τα άρθρα του, με τα βιβλία του, με τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές του εκπομπές, δεν προλαβαίνει, δεν προλαβαίνει!



Α, κύριε Μετανοείτε! Θα την φέρουμε άραγε εμείς τη Συντέλεια, ή θα προλάβει να έρθει από μόνη Της;



Α, κύριε κύριε Μετανοείτε! Έχετε  πολύ αδύναμη μνήμη... Αλλά και τις πιο ωραίες γκόμενες στο κρεβάτι σας...




.

Δεν υπάρχουν σχόλια: