31 Ιουλ 2009

ΔΙώΞΕ, ΑΕΡάΚΙ, ΤΟυΣ ΚΑΠΝΟύΣ

... ν' αναπνεύσουν τα Όνειρα!

30 Ιουλ 2009

29 Ιουλ 2009

ΚάΒΟ ΚΟΛώΝΕΣ

.


Πώς να σε ζωγραφίσω, Αιγαίο
χωρίς ανέμους χωρίς κυματισμό χωρίς αλάτι
χωρίς σκιά δροσιά το απομεσήμερο

χωρίς θυμάρι ευωδιά τζιτζίκια
μάρμαρα γλυστερά στον Ήλιο

<Ο>

χωρίς τo δάκρυ του Αιγέα
και την γλυκιάν ελπίδα








φώτο δικές μου, Σούνιο, χτες

28 Ιουλ 2009

Η ΛάΟΥΡΑ

.

Η Λάουρα είναι μια ξανθή γαλανομάτα κουκλίτσα από τη Γερμανία.

Η Λάουρα έχει το πρόσωπο ενός αγγέλου, το σώμα ενός διαβόλου, και το μυαλό μιάς εφήβου. Περνάει μπροστά σου τραγουδώντας «όου μπέιμπε μπέιμπε» όλο νάζι, αλλά ντρέπεται να σού πει καλημέρα. Η Λάουρα, που δεν είναι πιά παιδί.

Φέτος για πρώτη φορά έχει το δικό της δωμάτιο, και τη δική της βεράντα, λίγο πιο πέρα από τους γονείς της. Φέτος για τελευταία φορά έρχεται διακοπές με τους γονείς της. Δεν είναι πιά παιδί, ούτε όμως και γυναίκα.

Η Λάουρα κάθε βράδυ ντύνεται, στολίζεται, και βγαίνει έξω, μόνη της. Το πρωί, κάθεται στη βεράντα της, κι ανάβει τσιγαράκι. Είναι δεκαεφτά χρονών, μα λέει ψέμματα πως είναι δεκαοχτώ.

Όου! Μπέιμπε μπέιμπε…

27 Ιουλ 2009

Το ΠΑΝΗΓύΡΙ ΤωΝ ΓΛάΡΩΝ

.

Τελευταία μέρα σήμερα στη Νάξο, και ξύπνησα πολύ πριν τα ξημερώματα


Ανεβασμένος στην αγαπημένη μου εδώ και πολλά χρόνια ταράτσα, ψηλά στο Βορινό γκρεμό, στην απότομη Γκρόττα, με τον άνεμο των 8 Bf να λυσσομανά γύρω και να με παγώνει, περιμένω την Ανατολή, που είναι ακόμα κρυμμένη πίσω από το Δία (το όρος Ζας), πίσω μου. Αριστερά μου, στη Δύση, έχω την Πορτάρα του ναού του Απόλλωνα – Διονύσου.,λίγο πιό αριστερά είναι το Κάστρο της Νάξου, στο βάθος η Πάρος. Δεξιά μου, στα βορειοανατολικά, μερικοί γλάροι ζυγιάζονται πορευόμενοι κόντρα στον Άνεμο – σα να βιάζονται να συναντήσουν τον Ήλιο, που σε λίγο ανατέλλει.

Αντιλαμβάνομαι ξαφνικά κάτι παράξενο: Οι γλάροι ξεκινούν όλοι από το ίδιο σημείο, από την ανεμόδαρτη βόρεια ακτή του Κάστρου, και πηγαίνουν όλοι προς την ίδια κατεύθυνση, κόντρα στον άγριο βορειοανατολικό Άνεμο. Σαν συνεννοημένοι, χωρίς μιλιά, ένας ένας ή δυό δυό ή σε ομάδες, περνούν από μπροστά μου δεκάδες γλάροι, ακολουθώντας όλοι την ίδια πορεία. Προς τον ήλιο.

ΛΛ..............................ΛΛ............................ΛΛ..........................ΛΛ.....................

............
ΛΛ......................ΛΛ...............ΛΛ..................... ΛΛ .......................ΛΛ

.....................................................ΛΛ........................ΛΛ.................................ΛΛ.............

.......................
ΛΛ.................................... ΛΛ....................... ΛΛ ................ΛΛ.......... ΛΛ



Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει: Ειδοποιημένοι από το πρώτο Φως της Αυγής, οι γλάροι πηγαίνουν μαζικά να προϋπαντήσουν τον Ανατέλλοντα Ήλιο, για να γιορτάσουν μαζί Του τη νέα Ημέρα!

ΛΛ..............................ΛΛ............................ΛΛ..........................ΛΛ.....................

............
ΛΛ......................ΛΛ...............ΛΛ..................... ΛΛ .......................ΛΛ

.....................................................ΛΛ........................ΛΛ.................................ΛΛ.............

.......................
ΛΛ.................................... ΛΛ....................... ΛΛ ................ΛΛ.......... ΛΛ



Και τελικά το νησάκι του Ναού ροδίζει, κι αμέσως μετά, ροδίζει και το Κάστρο. Ροδίζει κι ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο που μπαίνει στο λιμάνι. Ροδίζει ο Κόσμος.


Ήρθε ξανά η ώρα Του Ήλιου. Ανέτειλε! Έφτασε! Φύγαμε;


Για το πανηγύρι των γλάρων!






υγ: οι φωτογραφίες και τα βίντεο των γλάρων βγήκαν όλες χάλια! Είχα ξεχάσει να καθαρίσω το φακό από το αλάτι...

26 Ιουλ 2009

Το ΚΡΙΝάΚΙ ΤηΣ άΜΜΟΥ

.




είναι και

δεν είναι


V
> ο <
Λ



δεν είναι,

και είναι!





Ύρια, Νάξος, 25 Ιουλίου 2009

24 Ιουλ 2009

ΑΥΘάΔΕΙΑ ΚΟΛΥΜΒΗΤή

.

Πνίξε με αν θες, μ' άκουσε κάτι:

Νερό κι αλάτι είσαι μόνο, Θάλασσα,

νερό, κι αλάτι!
.

22 Ιουλ 2009

ΠΑΡάΠΟΝΟ ΤήΣ ΘάΛΑΣΣΑΣ

.


Τόσο νερό

Λ
V
< > * < >
Λ
V

τόση δίψα





Δεσποτικό (Αντίπαρος)
22 Ιουλίου 2009

21 Ιουλ 2009

Ο ΒΡάΧΟΣ ΤΟυ ΔΙΑΒόΛΟΥ

.

Στα βόρεια της μικρής νήσου Α. των Κυκλάδων βρίσκεται ένα σύμπλεγμα από δυό πολύ μικρά, ξερά κι ακατοίκητα νησάκια, ή μάλλον ένα διπλό νησί, το Διπλό ή Σαλίγκαρος. Πρόκειται για μια μακρόστενη και σχεδόν επίπεδη λωρίδα γης, που χαράζεται στη μέση από μια παράξενη διώρυγα. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους τα μικροσκοπικά και φαινομενικά ασήμαντα αυτά νησιά έχουν κατοικηθεί από πάρα πολύ παλιά, πολύ πριν ακμάσει ο Κυκλαδικός πολιτισμός.
Το πέρασμα ανάμεσα στην Α. και στα δυό δίδυμα νησάκια είναι τόσο ρηχό, που μπορεί κανείς να το περάσει περπατώντας στην πάλλευκη άμμο, βυθισμένος ως το λαιμό στο κρυστάλλινο νερό.
Πέρα από το βόρειο νησάκι, απέναντι από μια ανεμοδαρμένη αμφιθεατρική ακτή, εκτεθειμένος στους άγριους βοριάδες του κεντρικού Αιγαίου, στη μέση των κυμάτων, βρίσκεται ένας παράξενος βράχος, που ορθώνεται απειλητικά, ψηλός, μυτερός και τεράστιος. Οι ντόπιοι ψαράδες τον λένε ο «Διαβολόβραχος» ή «το Διαβολόκαστρο», και τον αποφεύγουν, όπως ο Διάβολος το λιβάνι.



Ο όρθιος άντρας ήταν ολόγυμνος, πράγμα όχι και τόσο παράξενο, αν αναλογιστεί κανείς πως η παραλία εκείνη στο βόρειο άκρο της Α. ήταν διάσημη ως η παλιότερη επίσημη ελληνική παραλία γυμνιστών. Ο ηλιοκαμένος μεσήλικας είχε πιάσει ψιλή κουβέντα στις τέσσερις αμήχανες κοπέλες με τα μπικίνι, που φαινόταν να τον γνωρίζουν από πριν.

- Ναι, περνάς απέναντι περπατώντας, με το νερό ως το λαιμό. Αν θέλετε μπορώ να σάς πάω.

- Και τι υπάρχει απέναντι;

- Από πίσω έχει μια πάρα πολύ όμορφη παραλία, εκεί που είμαι εγώ με τη σκηνή μου. Κι έχει και πολλά μονοπάτια που οδηγούν σε διάφορες άλλες παραλίες, είναι πολύ ωραία.

- Σίγουρα μπορούμε να πάμε εκεί περπατώντας μέσα στο νερό, και όχι κολυμπώντας; Δεν θα βραχούν τα πράγματά μας;

- Μην ανησυχείτε, είναι πολύ ρηχά – αλλά πρέπει να ξέρεις πού είναι το πέρασμα.

Οι κοπελιές είχαν κάποιες επιφυλάξεις, δεν τον γνώριζαν και τόσο καλά τον γυμνούλιακα για να τον ακολουθήσουν, αλλά και πάλι, τι είχαν να φοβηθούν, τέσσερις εναντίον ενός; Το νησάκι ήταν ακατοίκητο και έρημο, αλλά περιφέρονταν ήδη εκεί κάποιοι τολμηροί τουρίστες, και υπήχαν και τρία τέσσερα σκάφη αραγμένα στις παραλίες του. Από την άλλη πάλι ήταν κι εκείνες οι αόριστες φήμες που ακούγονταν στο κάμπιγκ, τα βράδια γύρω από τη φωτιά, και μετά από πολλές μπύρες, παράξενες ιστορίες που μιλούσαν για ανόσιες τελετές και για μυστηριώδεις εξαφανίσεις τουριστών στο νησάκι. Όμως τώρα ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό, τι μποπούσε να τους συμβεί, μέρα μεσημέρι; Άσε που ντρέπονταν φυσικά να ομολογήσουν, ακόμα και στον εαυτό τους, πως είχαν πάρει στα σοβαρά τις ιστορίες που λέγαν τις νύχτες τα φρικιά για να περνάει η ώρα, εξαφανίσεις και τελετές και αηδίες, μεταξύ στοιχειωμένων ανεμόμυλων και θαλασσινών τεράτων. Από καιρό ήθελαν να πάνε στο νησάκι, που το έβλεπαν κάθε μέρα απέναντι, τόσο κοντά, κι όμως τόσο δυσπρόσιτο γι’ αυτές και για τους φόβους τους- ζήλευαν κρυφά όσους περνούσαν τα στενά και το εξερευνούσαν.

Κι έτσι τελικά η περιέργειά τους νίκησε τους δισταγμούς. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, οι τέσσερις κοπέλες άρχισαν να σηκώνονται, να μαζεύουν τις πετσέτες τους, να ταχτοποιούν τις τσάντες τους. Όταν τελικά ετοιμάστηκαν, μπήκαν μία μία στο νερό, ακολουθώντας το γυμνό άντρα. Καθώς αυτός πήγαινε μπροστά κι εκείνες στη σειρά πίσω του, εφ' ενός ζυγού, λίγο πιο κοντές, με τα μπαγκάζια τους στο κεφάλι, έμοιαζαν σαν αφρικανοί βαστάζοι που ακολουθούσαν έναν λευκό εξερευνητή του παλιού καιρού.

Οι υπόλοιποι λουόμενοι δεν τους έδωσαν καμμιά σημασία, καθώς εκείνες βυθίζονταν σιγά σιγά στο νερό ως το λαιμό, και περνούσαν απέναντι, στο νησάκι.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τις είδε κανείς.

……

Τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες και τριακόσιες εξήντα τέσσερις νύχτες το χρόνο, η απόκρημνη παραλία με τον παράξενο βράχο στο κέντρο μαστιγώνεται από τα τεράστια κύματα που σηκώνει φυσώντας ακατάπαυστα ο άγριος Βορέας. Τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες και τριακόσιες εξήντα τέσσερις νύχτες το χρόνο, τα κύματα δε σταματούν ποτέ να ξερνούν στην ακτή συντρίμμια από αρχαία και νέα ναυάγια, φύκια, και κάθε λογής αντικείμενα, μεταξύ των οποίων, αμέτρητες ελαφρόπετρες, κατάλοιπα από αρχαίες εκρήξεις ηφαιστείων. Τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες και τριακόσιες εξήντα τέσσερις νύχτες το χρόνο, η βόρεια παραλία με τον παράξενο βράχο στο κέντρο είναι παντέρημη.

Μια νύχτα όμως κάθε χρόνο, όταν τ' ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου ανατέλλει στον ορίζοντα, ο Άνεμος παύει ξαφνικά να φυσά, ως δια μαγείας. Μια αφύσικη ηρεμία απλώνεται γύρω από το μυστηριώδη βράχο, και μέσα στην απόκοσμη σιγή, η θάλασσα αποτραβιέται, κι ο προαιώνιος βράχος ενώνεται με τη στεριά.



Ο γυμνός ηλιοκαμένος άντρας στέκονταν αμίλητος στο κέντρο, στραμμένος προς το Βράχο, αναμένοντας. Φορούσε μόνο ένα στεφάνι από φύκια στα μαλλιά. Γύρω του, κατά μήκος του υπερυψωμένου χείλους της ως πριν λίγο κυματοδαρμένης παραλίας, βρίσκονταν δώδεκα άντρες και γυναίκες, ντυμένοι με μαύρους χιτώνες που έφεραν χρυσά κεντητά εμβλήματα, τρίαινες, μαιάνδρους, κυμάτια, χταπόδια, και άλλα θαλασσινα σύμβολα. Ανάμεσα τους βρίσκονταν δώδεκα ολόγυμνοι νέοι και νέες, ανέκφραστοι και άνευροι, σαν υπνωτισμένοι.

Από την αψιδωτή Πύλη στη βάση του μυτερού Βράχου, που καθώς τα άγρια κύματα είχαν αποτραβηχτεί φαινόταν πολύ πιο ψηλός κι ακόμα πιο εντυπωσιακός απ΄ ό,τι συνήθως, άρχισε να βγαίνει μια παράξενη πομπή.

Μπροστά πήγαιναν κάτι πράσινα όντα με αποτρόπαια πρόσωπα ψαριού και σώμα καλυμμένο με λέπια. Προχωρούσαν προς τη στεριά βαδίζοντας σκυφτά, και μουρμουρίζοντας μια παράξενη ψαλμωδία, που σού πάγωνε το αίμα. Ένας ένας έπαιρναν θέσεις στο ελαφρά επικλινές αμφιθέατρο που είχε δημιουργηθεί από την απόσυρση της Θάλασσας.
Ύστερα από τα απόκοσμα αυτά όντα, λουσμένη στο εκθαμβωτικό φεγγαρόφωτο της Αυγουστιάτικης Πανσελήνου, που ακριβώς εκείνην την ώρα μεσουρανούσε, φάνηκε μια δεύτερη μικρότερη πομπή, αποτελούμενη από νέες γυναίκες και νέους άντρες. Προχωρούσαν τραγουδώντας ακατανόητα λόγια, ενώ μερικοί από αυτούς κουβαλούσαν υπερφυσικά μεγάλα κοχύλια, που έβγαζαν απόκοσμούς ήχους, και άλλοι έπαιζαν παράξενα μουσικά όργανα. Γρήγορα χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, που πήραν θέσεις αριστερά και δεξιά από τον βράχο.

Στο μεταξύ ο βράχος είχε γεμίσει ζωή: γενειοφόροι Τρίτωνες, γυμνόστηθες Γοργόνες, λευκοντυμένες Νηριίδες, μια ετερόκλητη πλειάδα από μυθικά όντα, είχαν γεμίσει τις απόκρημνες πλαγιές του.
Τελευταία εμφανίστηκαν δύο ηλικιωμένα και εμφανώς σεβάσμια ζευγάρια, που κάθισαν σε υπερυψωμένους πέτρινους θρόνους, λαξεμένους σε δυό φυσικά μπαλκόνια, στη μεσότητα του βράχου.
Όταν πιά όλοι είχαν πάρει τις θέσεις τους, από ένα κρυφό άνοιγμα κοντά στην κορυφή του βράχου βγήκε ένα τρίτο ζευγάρι, στη θέα του οποίου όλοι ανεξαιρέτως οι παρευρισκόμενοι υποκλίθηκαν με σεβασμό, ενώ οι μαυροντυμένοι της ακτής έπεσαν γονατιστοί στο έδαφος.

Ήταν ένας μυώδης, μακρυμάλλης και γενειοφόρος γίγαντας, που κρατούσε στο χέρι μία τεράστια Τρίαινα, η οποία σπιθοβολούσε αστραπές. Δίπλα του στέκονταν μια εξωπραγματικά όμορφη γυναίκα ,με μακρυά μαλλιά, δελφίνια κεντημένα στον κατάλευκό της χιτώνα.

Ο Αρχιερέας ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε όρθιος. Κοιτώντας θαραλλέα προς το τρομερό ζεύγος στην κορυφή, είπε, με βροντερή φωνή:

- Ω Παντοδύναμε Τιτάνα, Κύριε των Θαλασσών, Αφέντη των Κυμάτων. Ήρθε και πάλι η ώρα να εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντί σου, εμείς, οι πιστοί σου θνητοί. Δέξου Αιώνιε την προσφορά μας, τιθάσευσε τον άγριο Βορέα, συγκράτησε την οργή της τρίαινάς σου, μετρίασε το μένος σου για το ταλαίπωρο γένος των Θαλασσινών, για έναν ακόμη χρόνο. Συντρόφισσα του Μέγα Θεού, αθάνατη θαλασσινή Άνασσα, Αμφιτρίτη, δέξου το σεβασμό μας.

Μετά από μια σύντομη παύση, έστρεψε το βλέμμα του πιό χαμηλά, απευθυνόμενος διαδοχικά στα δύο ζεύγη των πέτρινων θεωρείων, και συνέχισε:

- Κι εσείς, προαιώνιε Ωκεανέ, κυανόπεπλη Τηθύ, σεβάσμιε Νηρέα, τιμημένη Θέτιδα, δώστε στους ανθρώπους της Θάλασσας την εύνοιά σας, ασφάλεια στα καράβια μας, ψάρια στα δίχτυα μας, αέρα στα πανιά μας.

Αυτά είπε ο Αρχιερέας, και σήκωσε ψηλά και τα δυό του χέρια. Με το σύνθημά του οι δώδεκα μαυροντυμένοι Ιερείς στράφηκαν προς το κέντρο, όπου εκείνος στεκόταν, κι άρχισαν να βαδίζουν ψέλνοντας προς αυτόν, μαζί με τους δώδεκα υπνωτισμένους νέους συνοδούς τους.
Μόλις έφταναν μπροστά στον Αρχιερέα, άλλαζαν πορεία προς το Βορρά, σχηματίζοντας μια τρομερή πομπή προς την Πύλη του βράχου, που την πλαισίωναν οι ψαρόμορφοι, και που την κατόπτευε από ψηλά αμίλητο κι ανέκφραστο το απόκοσμο, υπερφυσικό ζεύγος της κορυφής. Φτάνοντας μπροστά στην Πύλη γονάτιζαν και παρέδιδαν στο Βασιλιά και της Βασίλισσας της Θάλασσας το γυμνό νέο ή νέα που συνόδευεαν. Ψαρόμορφοι υπηρέτες παραλάμβαναν τους νέους και τους οδηγούσαν στα βάθη της Πύλης. Ένας ένας οι Ιερείς έκαναν μεταβολή, κι επέστρεφαν στην ακτή, ξαναπαίρνοντας την προηγούμενη θέση τους.

Όταν τελείωσε η διαδικασία, ο Βασιλιάς της Θάλασσας ένευσε θετικά. Μια περήφανη και μεγαλοπρεπής υποψία χαμόγελου εμφανίστηκε στο τρομερό του πρόσωπο, πριν εξαφανιστεί και πάλι στα βάθη του βράχου, μαζί με τη σύζυγό του.
Ολόκληρη η αποτρόπαια συνοδεία αποσύρθηκε σταδιακά όπω είχε εμφανιστεί. Όταν πια και ο τελευταίος τους είχε χαθεί, ο Βορέας ξανάρχισε να φυσάει μανιασμένα, κι η Θάλασσα ξεχύθηκε από παντού, αφρισμένη και άγρια, πνίγοντας και πάλι με τα τεράστιά της κύματα τη βάση του γιγάντιου βράχου.

Ανακουφισμένοι, ο Αρχιερέας και οι Ιερείς του Μέγα Ποσειδώνα περπάτησαν ως τα καΐκια που τους περίμεναν στην άλλη πλευρά της νησίδας, κι επέστρεψαν ο καθένας στη μικρή του νησιωτική πολιτεία, όπου ξανάγιναν ο ιδιοκτήτης του κάμπιγκ της βόρειας ακτής της Α., δίπλα στο σύμπλεγμα των νησίδων, ο περιπτεράς της Πάρου, ο βιβλιοπώλης της Νάξου, ο ζαχαροπλάστης της Ίου, ο φαρμακοποιός της Σαντορίνης, ο καπετάνιος της Αμοργού, ο καφετζής της Σερίφου, η ταβερνιάρισσα της Σύρου, η κοσμηματοπώλισσα της Άνδρου, η σουβλατζού της Τήνου, η νοσοκόμα του αγροτικού ιατρείου της Φολέγανδρου, η βιβλιοθηκονόμος της Μήλου, η νοικοκυρά της Σίκινου.

Ως την επόμενη αυγουστιάτικη πανσέληνο.

20 Ιουλ 2009

ΚΑΝΕίΣ ΔΕΝ ΕίΝΑΙ ΠΙό ΓΕΝΝΑίοΣ

.
...
.

από εκείνον που αγνοεί τον κίνδυνο.

.
...
.

19 Ιουλ 2009

Το ΑΣΤΡΟΧΑΜόΓΕΛΟ ΣΟΥ



Αν είσαι ξύπνια, μίλα μου, κι αν όχι, στ' όνειρό σου
γέλα μου λίγο, να χαρώ
τ' αστροχαμόγελό σου

.

17 Ιουλ 2009

"Τα ΠΡάΓΜΑΤΑ ΤΟυ ΜΕΓάΛΟΥ ΠΝΕύΜΑΤΟΣ": ΗΛΙΟΒΑΣίλΕΜΑ ΣΤΟ ΣΙΦΝέΙΚΟ

.



...Ένας άλλος λόγος που κάνει τον Παπαλάνγκι να ξεχωρίζει, είναι ότι λέγοντας πολλά λόγια, προσπαθεί να μας πείσει ότι είμαστε φτωχοί και άθλιοι, κι ότι χρειαζόμαστε πολλή βοήθεια, γιατί δεν έχουμε πράγματα.

Αφήστε με να σας περιγράψω, αδέρφια μου των Πολλών Νησιών, τί είναι πράγμα. Η καρύδα είναι ένα πράγμα, η βεντάλια είναι ένα πράγμα, το πανί, το όστρακο, το δαχτυλίδι, το πιάτο, το κόσμημα, όλα αυτά, είναι πράγματα. Υπάρχουν όμως δυό ειδών πράγματα. Αυτά που έφτιαξε το μεγάλο Πνεύμα χωρίς εμείς να το βλέπουμε, και που δεν κοστίζουν σ'εμάς τους ανθρώπους κανέναν κόπο και δουλειά, όπως η καρύδα, το μύδι, η μπανάνα. Υπάρχουν και τα πράγματα που φτιάχνουν οι άνθρωποι, με πολύ κόπο και δουλειά, όπως το δαχτυλίδι, το πιάτο, η βεντάλια.

Ο Παπαλάνγκι εννοεί ότι αυτά που φτιάχνει ο ίδιος με τα χέρια του, τα ανθρωποπράγματα, μας λείπουν. Δεν είναι φυσικά δυνατόν να εννοεί τα πράγματα του μεγάλου Πνεύματος. Γιατί υπάρχει κανείς που να είναι πλουσιότερος, που να έχει περισσότερα πράγματα του μεγάλου Πνεύματος, από εμάς; Ρίξτε μια ματιά γύρω σας, ως πέρα στον ορίζοντα, εκεί όπου η άκρη της γης βαστάζει τον Μεγάλο Γαλάζιο Θόλο. Τα πάντα είναι πλήρη από μεγάλα πράγματα: η ζούγκλα με τ'αγριοπερίστερά της, τα κολίμπρια της, και τους παπαγάλους της, η λιμνοθάλασσα με τα μύδια της και με τις καραβίδες της και με τα ψάρια της, η παραλία με το φωτεινό της πρόσωπο και με την απαλή γούνα της άμμου της, το Μεγάλο Νερό, που μπορεί ν'αγριεύει σαν τον πολεμιστή, και να χαμογελά σαν μια Ταοπού, ο Μεγάλος Γαλάζιος Θόλος, που αλλάζει κάθε ώρα, και κουβαλά τα Μεγάλα Άνθη, που μας στέλνουν το χρυσό και τ' ασημένιο φως.

Ο Παπαλάνγκι

Φωτογραφίες: εγώ, χτες. Η πρώτη είναι απείραχτη σε χαρακτηριστικά, αλλά όλες είναι σε σημαντική σμίκρυνση.
.

16 Ιουλ 2009

Ο ήΛΙΟΣ Θα ΔύΕΙ ΠάΝΤΑ ΣΤο ΣΙΦΝέΙΚΟ ΓΥΑΛό

.
Κι όταν γαληνεύεις

κι όταν αγριεύεις
κι όταν αδιαφορείς

Ο Ήλιος θα δύει
πάντα


Κι όταν αγαπάς

κι όταν μισείς
κι όταν συγχωρείς

Ο Ήλιος πάντα


Κι όταν ελπίζεις

κι όταν απελπίζεσαι
κι όταν πια
δε θα ζεις


Ο Ήλιος !


Αντίπαρος, 15 - 7 - 2009

ΟΧΤώ ΧΙΛΙόΜΕΤΡΑ ΝύΧΤΑ

.

πάνω αριστερά, ο Αντάρης (το α του Σκορπιού)


Από την Παροικιά στην Πούντα με ποδήλατο,
στο σκοτάδι, ίσον κίνδυνος εμπλοκής
κι ο σάκος στην πλάτη βαρύς


παρέα με τον Τοξότη και το Σκορπιό
στον ξάστερο ουρανό

τραβάω για την Αντίπαρο
-τί, τί να φοβηθώ;


διώξε τον τρόμο μου, Αντάρη!
φέξε το δρόμο μου, φανάρι!
φύσ' αεράκι ευωδιές!

.

15 Ιουλ 2009

ΔΕΙΛΙΝό Στο ΠέΛΑΓΟ

η δύση του ήλιου από το κατάστρωμα του "Διαγόρα"

Θα μπορούσα να ζω μόνο για τούτη τη στιγμή.

Αφήνω πίσω μου την υγρασία και την ασχήμια της Θεσσαλονίκης και αρκετών από τους κατοίκους της, τον αγώνα δρόμου για να προλάβω να φύγω, το χαμένο για τρία λεπτά τραίνο, το κυνήγι του ΚΤΕΛ… Το ακριβοπληρωμένο, και δολοφονικό Γεφύρι της Άρτας που λέγεται «Αυτοκινητόδρομος ΠάΘΕ» (και σιγά μη μάθεις…)… Τη νεοελληνική κουτοπονηριά του Πασιάκου της Λαμίας και των ΚΤΕΛ για τη συλλογική ληστεία των εγλωβισμένων εκεί τσούρμων των επιβατών, με τα 2 ευρώ του αναψυκτικού και τα τέσσερα της σπανακόπιτας… Την ασχήμια της Ομόνοιας, την ασφυξία του μετρό με τα πράγματα, το τσιμεντένιο καμίνι του λιμανιού του Πειραιά… Την καθυστέρηση του καραβιού, που θα μού στοιχίσει κάποιες περιπέτειες στην Πάρο, ώσπου να φτάσω στην αγαπημένη μου Αντίπαρο…

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει πιά σημασία!

Έφυγα και φέτος!

Ξέφυγα και φέτος!

.

άΝ

.
Αν μπορείς να βλέπεις με την άκρη του ματιού, και να διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές

Αν μπορείς να φυλάγεσαι από τους φίλους, και να διδάσκεσαι από τους εχθρούς

Αν μπορείς να μαθαίνεις από κάθε συμφορά, ώστε ν’ απαλύνεις την επόμενη

Αν μπορείς να συγχωρείς μόνο όσους έχουν μετανιώσει



Τότε μόνο ίσως τα βγάλεις πέρα,

παιδί μου



Ιούλιος 2009

14 Ιουλ 2009

ΠάΝΩ Σ'έΝΑN ύΣΤΕΡΟ έΛΛΗΝΑ ΠΟΙΗΤή

"...Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε."


Όταν ο θρήνος είχε ήδη αρχίσει
στα τείχη, η πτώσις βεβαία,
οι Τρώες παιδεύονταν με κομματάκια ξύλου
στις τριπλόφαρδες πόρτες, κομματάκια
διαγώνια καρφωμένα, κομματάκια.
Κι άρχισαν ν' ανακτούν το κέφι τους και την καλήν ελπίδα.




Μπέρτολντ Μπρεχτ (1898 - 1956)
μετάφραση: Μιλτιάδης Θαλασσινός

.

ΟΝΕίΡΩΞΗ

.
,

κι αν ηταν ονειρο


τι σημασια



ησουν δικη μου

μονη ουσια

,
.

13 Ιουλ 2009

ΣΙΩΠή

.

στίχοι / μουσική Παύλος Παυλίδης - Ξύλινα Σπαθιά


παλιά φωτογραφία

στην άδεια παραλία

σιωπή


λένε πως στα μέρη που ναύαγησες

βασιλεύουν οι Μάγισσες

βουλιάζουνε

στο βυθό και σε βγάζουνε

στον αφρό


η πόλη σαν καράβι

τα φώτα της ανάβει

γιορτή


θυμάμαι που γελούσες


να μείνω μού ζητούσες

παιδί

.

11 Ιουλ 2009

Νά ΧΑΘώ

"Nα πλυθώ με Θαλασσινό, ν' αλμυρίσω·
ν' αψηφήσω τον Κεραυνό·
ν' ανοιχτώ στον Ωκεανό·
να μη γυρίσω πίσω"


Να χαθώ μες τα στήθια σου


Να πνιγώ στα βαθιά σου


Να σωθώ στην αλήθεια σου


Να υποφέρω μακριά σου



.
.
.

Ακούστε το "Να Χαθώ"
στο Radio Mavros Gatos >>>>>>

ΑΝυΠΟΤΑΚΤΙΚή

.

Να πλυθώ με Θαλασσινό
ν' αλμυρίσω

ν' αψηφήσω τον Κεραυνό
ν' ανοιχτώ στον Ωκεανό
να μη γυρίσω πίσω

να χαρώ
να χαθώ
να νικήσω!



Ακούστε: Ιούλης '09 >>>>>>>>
By Μιλτιάδης Θαλασσινός
(σε ξεκούρδιστη πρώτη εκτέλεση)

10 Ιουλ 2009

ΙΟύΛΗΣ ΧΑΪΚΟύ

.


Πάρε όταν θες
κάτι όμορφo να πεις
όπως "σ'αγαπώ"



...ακούστε: Ιούλης '09
σύνθεση / εκτέλεση: η αφεντιά μου
με το γνωστό ξεκούρδιστο πιάνο
.

9 Ιουλ 2009

ΤΟ ΑΗΔόΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡόΔΟ ( τού oSCAR WiLDE, + AuTOPLaY )



«Υποσχέθηκε να χορέψει μαζί μου ἂν τῆς φέρω κόκκινα ρόδα,» φώναξε ὁ νεαρὸς Σπουδαστής· «ἀλλὰ στὸν κῆπο μου δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο ρόδο!»

Ἀπὸ τὴν φωλιά της στὴ βαλανιδιὰ ἡ Ἀηδόνα τὸν ἄκουσε, καὶ κοίταξε ἔξω, ανάμεσα απ' τα φυλλώματα, κὶ ἀπόρησε.

«Οὔτε ἕνα κόκκινο ρόδο σ᾿ ολόκληρον τὸν κῆπο μου!» φώναξε εκείνος, καὶ τὰ ὄμορφα μάτια τοῦ γέμισαν δάκρυα. «Ἄχ, ἀπὸ τί μικρὰ πράγματα ἐξαρτᾶται ἡ εὐτυχία! Ἔχω διαβάσει ὅλα ὅσα ἔχουν γράψει οἱ σοφοὶ, κὶ ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς φιλοσοφίας εἶναι κτῆμα μου, κι ὅμως, γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο έγινε ἡ ζωή μου δυστυχισμένη.»

«Ἐπιτέλους, νὰ ἕνας αληθινὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Νύχτες και νύχτες τραγουδούσα γιὰ αὐτόν, κι ας μην τὸν γνωριζα· νύχτες και νύχτες διηγόμουν τὴν ἱστορία του στ᾿ ἀστέρια, καὶ να που τώρα τὸν ἀντικρύζω. Τὰ μαλλιά του εἶναι σκοῦρα σὰν τὸν ἀνθὸ τοῦ ὑάκινθου, καὶ τὰ χείλη του είναι κόκκινα σὰν τὸ ρόδο τοῦ πόθου του· ἀλλὰ τὸ πάθος ἔχει κάνει τὸ πρόσωπό του ὠχρὸ σαν ἐλεφαντοστό, κὶ ἡ θλίψη ἔχει βάλει τὴ σφραγῖδα της στὸ μέτωπό του.»

«Ὁ Πρίγκιπας έχει χορὸ αὔριο τὸ βράδυ,» μουρμούρισε ὁ νεαρὸς Σπουδαστής, «καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ εἶναι καλεσμένη. Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο ρόδο θὰ χορέψει μαζί μου ως τὴν αὐγή. Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο ρόδο θὰ τὴν κρατήσω στὰ χέρια μου, καὶ θὰ γείρει τὸ κεφάλι της πάνω στὸν ὦμο μου, καὶ τὸ χέρι της θὰ κρατά τὸ δικό μου. Μὰ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο ρόδο στὸν κῆπο μου, κι ἔτσι θὰ κάθομαι μόνος, καὶ ἐκείνη θὰ μὲ προσπεράσει. Δὲν θὰ μοῦ δώσει καμία σημασία, καὶ ἡ καρδιά μου θὰ σπάσει.»

«Αὐτὸς ὄντως εἶναι ἀληθινὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Ό,τι ἐγὼ τραγουδώ, ἐκεῖνος το ὑποφέρει -ὅ,τι γιὰ μένα εἶναι χαρά, γιὰ κεῖνον εἶναι πόνος. Σίγουρα, ὁ Ἔρωτας εἶναι υπέροχος. Εἶναι ακριβότερος ἀπὸ τα σμαράγδια, πολυτιμότερος ἀπὸ τους οπάλιους. Τὰ μαργαριτάρια καὶ τὰ ρουμπίνια δὲν μποροῦν νὰ τὸν εξἀγοράσουν, δεν πουλιέται στὴν ἀγορά. Δὲν μπορεῖ ς να τον προμηθευτείς ἀπὸ τοὺς εμπόρους, οὔτε εξαργυρώνεται στὴ ζυγαριὰ γιὰ χρυσάφι.»

«Οἱ μουσικοὶ θὰ κάθονται στὸν ἐξώστη τους,» εἶπε ὁ νεαρὸς Σπουδαστής, «καὶ θὰ παίζουν τὰ ἔγχορδα ὄργανά τους, καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ χορεύει στοὺς ἤχους τῆς ἅρπας καὶ τοῦ βιολιοῦ. Θὰ χορεύει τόσο ἀνάλαφρα, ποὺ τὰ πόδια της δὲ θ' ἀγγίζουν τὸ δάπεδο, κὶ οἱ αὐλικοί με τὶς αβρές ἐνδυμασίες τους θὰ συνωστίζονται γύρω της. Ἀλλὰ μ' εμένα δὲ θὰ χορέψει, γιατὶ δὲν ἔχω κόκκινο ρόδο νὰ τῆς προσφέρω»· καὶ σωριάστηκε κάτω στὸ γρασίδι, κὶ ἔκρυψε τὸ πρόσωπό του μέσα στὰ χέρια του, κὶ ἔκλαψε.

«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μιά μικρὴ Πράσινη Σαύρα, καθὼς περνοῦσε δίπλα του, μὲ τὴν οὐρά στὸ ἀέρα.

«Γιατί, ἀλήθεια;» εἶπε μία Πεταλούδα, ποὺ φτερούγιζε ὁλόγυρα, κυνηγώντας μίαν ἡλιαχτίδα.

«Γιατί, ἀλήθεια;» ψιθύρισε μία Μαργαρίτα στη διπλανή της, μὲ ἁπαλή, χαμηλὴ φωνή.

«Κλαίει γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα.

«Γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο;» φώναξαν· «τι γελοῖο!»- καὶ ἡ μικρὴ Σαύρα, ποὺ ἦταν κάπως κυνική, γέλασε σαρκαστικά.

Ὅμως ἡ Ἀηδόνα κατάλαβε τὸ μυστικὸ τῆς θλίψης τοῦ Σπουδαστῆ, καὶ κάθισε σιωπηλὴ στὴ βελανιδιά, καὶ σκεφτόταν τὸ μυστήριο τοῦ Ἔρωτα.

Ξαφνικὰ ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της γιά να πετάξει, κὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ αλσύλλιο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸν κῆπο.

Στὸ κέντρο του γρασιδιού στεκόταν μια ὄμορφη Τριανταφυλλιά, κὶ ὅταν τὴν εἶδε πέταξε πρὸς τὸ μέρος της, κὶ έκατσε σ' ἕνα κλαράκι.

«Δῶσε μου ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Μὰ τὸ Δένδρο κούνησε αρνητικά τὸ κεφάλι του. «Τὰ ρόδα μου εἶναι λευκά,» ἀπάντησε· «λευκά σαν τον ἀφρὸ τῆς θάλασσας, πιὸ λευκά ἀπὸ τὸ χιόνι πάνω στὰ βουνά. Πήγαινε όμως στὸ ἀδέλφι μου ποὺ φυτρώνει κοντά στὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι, κὶ ἴσως σοῦ δώσει εκείνο ποὺ ζητᾷς.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε κοντά στὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Μὰ τὸ Δένδρο κούνησε αρνητικά τὸ κεφάλι του. «Τὰ ρόδα μου εἶναι κίτρινα,» ἀπάντησε· «κίτρινα σαν τὰ μαλλιὰ τῆς γοργόνας ποὺ κάθεται στον κεχριμπαρένιο θρόνο, πιὸ κίτρινα ἀπὸ τὸν ἀσφόδελο ποὺ ἀνθίζει στὸ λιβάδι, πρὶν ἔρθει ὁ θεριστῆς μὲ τὸ δρεπάνι του. Πήγαινε όμως στὸ ἀδέλφι μου ποὺ φυτρώνει κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Σπουδαστῆ, κὶ ἴσως σοῦ δώσει εκείνο ποὺ ζητᾷς.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Σπουδαστῆ. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Μὰ τὸ Δένδρο κούνησε αρνητικά τὸ κεφάλι του. «Τὰ ρόδα μου εἶναι κόκκινα,» ἀπάντησε, «κόκκινα σαν τὰ πόδια τοῦ περιστεριοῦ, πιὸ κόκκινα ἀπὸ τὶς μεγάλες βεντάλιες τοῦ κοραλιοῦ, ποὺ κυματίζουν καὶ κυματίζουν, στὰ σπήλαια τοῦ ὠκεανοῦ. Μα ὁ χειμῶνας πάγωσε τὶς φλέβες μου, κὶ ἡ παγωνιὰ έκαψε τὰ μπουμπούκια μου, κὶ ἡ θύελλα έσπασε τὰ κλαριά μου, καὶ δὲν θὰ έχω καθόλου ρόδα φέτος.»

«Ἕνα κόκκινο ρόδο θέλω μόνο,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «ἕνα μόνο! Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ μπορέσω νὰ τ' ἀποκτήσω;»

«Ὑπάρχει ἕνας τρόπος,» ἀπάντησε τὸ Δένδρο· «ἀλλὰ εἶναι τόσο τρομερὸς ποὺ δὲν τολμῶ νὰ σοῦ τὸν πῶ.»

«Πές τον μου,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα, «δὲ φοβᾶμαι.»

«Ἂν θέλεις ἕνα κόκκινο ρόδο,» εἶπε τὸ Δένδρο, «πρέπει νὰ τὸ δημιουργήσεις ἀπὸ μουσικὴ, στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, καὶ νὰ τὸ βάψεις μὲ τὸ αἷμα τῆς ἴδιας σου τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ μοῦ τραγουδήσεις μὲ τὸ στῆθος σου καρφωμένο σ' ἕνα ἀγκάθι. Ὅλο τὸ βράδυ πρέπει νὰ μοῦ τραγουδάς, καὶ τὸ ἀγκάθι πρέπει νὰ τρυπά τὴν καρδιά σου, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ τρέξει μέσα στὶς φλέβες μου, καὶ νὰ γίνει δικό μου.»

«Ὁ Θάνατος εἶναι μεγάλο τίμημα γιὰ ἕνα κόκκινο ρόδο,» έκραξε ἡ Ἀηδόνα, «καὶ ἡ Ζωὴ εἶναι πολὺ ἀκριβῆ. Εἶναι όμορφα νὰ κάθεσαι στὸ πράσινο δάσος, καὶ νὰ παρακολουθεῖς τὸν Ἥλιο στὸ ἅρμα του το χρυσό, καὶ τὴ Σελήνη στὸ ἅρμα της το μαργαριταρένιο. Γλυκιά εἶναι η ευωδιά τοῦ κράταιγου, καὶ γλυκοὶ εἶναι οἱ γαλάζιοι ὑάκινθοι ποὺ κρύβονται στὴν κοιλάδα, κὶ ἡ ἐρείκη ποὺ ἀνθίζει στὸ λόφο. Ὡστόσο ὁ ρωτας εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὴ Ζωή, καὶ τί εἶναι ἡ καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ συγκρινόμενη μὲ τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀνθρώπου;»

Ἔτσι ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της να πετάξει, κὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε πάνω ἀπὸ τὸν κῆπο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸ αλσύλλιο.

Ὁ νεαρὸς Σπουδαστὴς κείτονταν ἀκόμα στὸ γρασίδι, εκεί ὅπου τὸν εἶχε ἀφήσει, καὶ τὰ δάκρυα δὲν εἶχαν ἀκόμη στεγνώσει στὰ ὄμορφα μάτια του.

«Νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος,» έκραξε ἡ Ἀηδόνα, «νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος· θὰ τὸ ἔχεις τὸ κόκκινό σου ρόδο. Θὰ στὸ χτίσω ἀπὸ μουσικὴ στὸ φεγγαρόφωτο, καὶ θὰ τὸ βάψω μὲ τὸ αἷμα τῆς ἴδιας μου της καρδιᾶς. Τὸ μόνο ποὺ ζητῶ ἀπὸ σένα σ᾿ ἀντάλλαγμα, εἶναι νὰ εἶσαι ένας ἀληθινὸς ἐραστής, γιατὶ ὁ Ἔρωτας εἶναι σοφότερος ἀπὸ τὴ Φιλοσοφία, όσο κι ἂν εκείνη εἶναι σοφή, καὶ πιό δυνατός ἀπὸ τὴν Ἰσχύ, όσο κι ἂν εκείνη εἶναι δυνατή. Στὸ χρῶμα τῆς φωτιᾶς εἶναι τὰ φτερά του, βαμμένο με φλόγες λες εἶναι τὸ σῶμα του. Τὰ χείλη του εἶναι γλυκὰ σὰν μέλι, κὶ ἡ ἀνάσα του ευωδιάζει σαν μύρο.»

Ὁ Σπουδαστὴς ὕψωσε τὸ βλέμμα του, κὶ ἀφουγκράστηκε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγε ἡ Ἀηδόνα, γιατὶ ἤξερε μόνο εκείνα ποὺ εἶναι γραμμένα στα βιβλία. Μὰ ἡ Βαλανιδιὰ κατάλαβε, κὶ ἔνοιωσε θλίψη, γιατὶ πολὺ συμπαθοῦσε τὴ μικρὴ Ἀηδόνα ποὺ εἶχε φτιάξει τὴ φωλιά της μὲς τὰ κλαδιά της. «Τραγούδησέ μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι,» ψιθύρισε· «Θὰ νοιώθω πολλή μοναξιά ὅταν θὰ ἔχεις φύγει.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα τραγούδησε στὴ Βαλανιδιά, καὶ ἡ φωνή της ἦταν σὰν νερὸ ποὺ κελάρυζε ἀπὸ ἀσημένιο τάσι.

Ὅταν εἶχε
πιά τελειώσει τὸ τραγούδι της ὁ Σπουδαστὴς σηκώθηκε, κὶ ἔβγαλε ἕνα σημειωματάριο κὶ ἕνα μολύβι ἀπὸ τὴν τσέπη του.

«Ἔχει προσωπικότητα,» εἶπε μέσα του, καθὼς ἀπομακρύνονταν μέσα στὸ αλσύλλιο -«αὐτὸ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τῆς τὸ ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ ἔχει και συναἰσθημα; Φοβᾶμαι πὼς ὄχι. Εἶναι μάλλον σὰν τοὺς περισσότερους καλλιτέχνες· σκέτο ὕφος, χωρὶς καμία εἰλικρίνεια. Δὲν θὰ θυσιαζόταν ποτέ γιὰ τοὺς ἄλλους. Μόνο ὴ μουσική τη νοιάζει , κὶ ὅλοι ξέρουν πως οἱ τέχνες εἶναι ἐγωιστικές. Ὅμως, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι ἔχει κάποιες ὄμορφες νότες στὴ φωνή της. Τί κρῖμα ποὺ δὲν σημαίνουν τίποτε, ἢ δὲν ἔχουν κανένα πρακτικὸ ὄφελος.» Καὶ πῆγε στὸ δωμάτιό του, καὶ ξάπλωσε στὸ μικρό του ξυλοκρέβατο, καὶ ἄρχισε νὰ σκέφτεται τὴν ἀγάπη του· καί, μετὰ ἀπὸ κάποια ὥρα, ἀποκοιμήθηκε.



Κὶ ὅταν ἡ Σελήνη ἔλαμψε στοὺς οὐρανοὺς, ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιά, κὶ ακούμπησε τὸ στῆθος της πάνω στὸ ἀγκάθι. Ὅλο τὸ βράδυ τραγουδοῦσε μὲ τὸ στῆθος πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ ἡ ψυχρὴ κρυστάλλινη Σελήνη ἔσκυψε καὶ ἀφουγκράστηκε. Ὅλη νύχτα τραγουδοῦσε, καὶ τὸ ἀγκάθι ἔμπαινε ὅλο καὶ βαθύτερα στὸ στῆθος της, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς ἄδειαζε ἀπὸ μέσα της.

Τραγούδησε πρῶτα γιὰ τὴ γέννηση τῆς ἀγάπης στὴν καρδιὰ τού ἀγοριοῦ καὶ τού κοριτσιοῦ. Καὶ στὸ πιὸ ψηλὸ κλαράκι τῆς Τριανταφυλλιᾶς ἄνθισε ἕνα θαυμάσιο ρόδο, πέταλο τὸ πέταλο, τραγούδι τὸ τραγούδι. Ὠχρὸ ἦταν στὴν ἀρχή, σαν την καταχνιὰ ποὺ κρέμεται πάνω ἀπ' τὸ ποτάμι -ὠχρὸ σὰν τ' ακροδάχτυλα τῆς χαραὐγῆς, ἀσημένιο σὰν τὰ φτερὰ τοῦ πρωινοῦ. Σὰν σκιὰ ρόδου σε ασημένιο καθρέφτη, σὰν σκιὰ ρόδου σε υδάτινη λίμνη, ἔτσι ἦταν τὸ ρόδο ποὺ ἄνθισε, στὸ ψηλότερο κλαράκι τοῦ Δένδρου.

Μὰ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα ν' αγκαλιάσει σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι. «Πιό σφιχτά, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θά ῾ρθει πρὶν να τελειωθεί τὸ ρόδο.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα αγκάλιασε σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι, κι όλο καὶ πιό δυνατό γίνονταν τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγουδούσε τὴ γέννηση τοῦ πάθους στὴν ψυχὴ τού νέου καὶ τής νέας. Καὶ μία ἁπαλὴ ρὸζ ἀπόχρωση έβαψε τὰ πέταλα τοῦ ρόδου, σὰν τὸ ἀναψοκοκκίνισμα στὸ πρόσωπο τοῦ γαμπροῦ, ὅταν φιλᾷ τὰ χείλη τῆς νύφης. Μά τὸ ἀγκάθι δὲν εἶχε ἀκόμα φτάσει στὴν καρδιά της, κι ἔτσι ἡ καρδιὰ τοῦ ρόδου παρέμενε λευκή, καθὼς μόνο τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς ἑνὸς Ἀηδονιοῦ μπορεῖ νὰ κοκκινίσει τὴν καρδιὰ ἑνὸς ρόδου.

Καὶ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα ν' αγκαλιάσει σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι. «Αγκάλιασε σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θὰ ῾ρθει πρὶν να τελειωθεί τὸ ρόδο.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα αγκαλιάσε ακόμα σφιχτότερα τὸ ἀγκάθι, καὶ τὸ ἀγκάθι ἄγγιξε τὴν καρδιά της, καὶ μία ἄγρια σουβλιὰ πόνου τὴ διαπέρασε. Πικρός, πικρὸς ἦταν ὁ πόνος, άγριο, ὅλο καὶ πιὸ άγριο γινόταν τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγουδοῦσε γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ τελειοποιεῖται μὲ τὸ Θάνατο, γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ δὲν πεθαίνει στὸ μνῆμα.

Καὶ τὸ θαυμάσιο ρόδο ἔγινε πορφυρό, σὰν τὸ ροδόχρωμα τ' ἀνατολικοῦ οὐρανοῦ. Πορφυρή ἦταν ἡ γιρλάντα ἀπὸ ροδοπέταλα, καὶ πορφυρὴ σὰ ρουμπίνι ἦταν ἡ καρδιά.

Μὰ ἡ φωνὴ τῆς Ἀηδόνας γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀχνή, καὶ τὰ μικρὰ φτερά της ἄρχισαν νὰ τρέμουν, καὶ μία λεπτὴ μεμβράνη σκέπασε τὰ μάτια της. Ὅλο καὶ πιὸ ἀδύναμο γινόταν τὸ τραγούδι της, κὶ ἔνοιωσε κάτι νὰ τὴν πνίγει στὸ λαιμό.

Τότε ξέσπασε σ' ἕνα τελευταῖο τραγούδι. Τ' ἄκουσε η λευκὴ Σελήνη, καὶ ξέχασε τὴν αὐγή, καὶ παρέμεινε στὸν οὐρανό. Τ' ἄκουσε τὸ κόκκινο ρόδο, καὶ τρεμούλιασε σύγκορμο ἀπὸ ἔκσταση, κὶ ἄνοιξε τὰ πέταλά του στὸν κρύο πρωινὸ ἀγέρα. Τὸ μετέφερε η ἠχὼ στὶς πορφυροβαμμένες της σπηλιὲς πάνω στοὺς λόφους, καὶ ξύπνησε τοὺς κοιμισμένους τσοπάνηδες ἀπὸ τὰ ὄνειρά τους. Κυμάτισε μέσα ἀπὸ τὰ καλάμια τοῦ ποταμοῦ, κὶ εκείνα μετέφεραν τὸ μήνυμά του στὴ θάλασσα.

«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε τὸ δένδρο, «τὸ ρόδο εἶναι ἕτοιμο!»· μὰ ἡ Ἀηδόνα δὲν ἀπάντησε, γιατὶ κείτονταν νεκρὴ στὸ ψηλὸ γρασίδι, μὲ τὸ ἀγκάθι στὴν καρδιά της.



Καὶ τὸ μεσημέρι ὁ Σπουδαστὴς ἄνοιξε τὸ παράθυρό του καὶ κοίταξε ἔξω. «Τί θαυμάσια τύχη!», ξεφώνισε· «ἕνα κόκκινο ρόδο!» Δὲν ἔχω ξαναδεῖ τέτοιο ρόδο σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Εἶναι τόσο ὄμορφο ποὺ εἶμαι σίγουρος πως ἔχει μακρύ κι εντυπωσιακό ὄνομα στα Λατινικά»· κὶ ἔσκυψε καὶ τὸ ἔκοψε.

Μετὰ φόρεσε τὸ καπέλο του, κὶ ἔτρεξε στὸ σπίτι τοῦ Καθηγητῆ, μὲ τὸ ρόδο στὸ χέρι.

Ἡ κόρη τοῦ Καθηγητῆ κάθονταν στὴν είσοδο τυλίγοντας κυανό μετάξι σ' ένα καρούλι, με τὸ σκυλάκι της ξαπλωμένο μπροστά στὰ πόδια της.


«Εἶπες πως θὰ χορέψεις μαζί μου ἂν σοῦ φέρω ἕνα κόκκινο ρόδο,» φώναξε ὁ Σπουδαστής. «Να τὸ πιὸ κόκκινο ρόδο τού κόσμου. Θὰ τὸ βάλεις σήμερα τὸ βράδυ δίπλα στὴν καρδιά σου, καὶ καθὼς θὰ χορεύουμε μαζὶ , θὰ σοῦ λέει πόσο σὲ ἀγαπῶ.»

Μὰ τὸ κορίτσι συνοφρυώθηκε. «Φοβᾶμαι πως δὲν θὰ ταιριάζει μὲ τὸ φόρεμά μου,» ἀπάντησε· «καί, ἐκτὸς αὐτοῦ, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Αὐλάρχη μοῦ έστειλε ἀληθινὰ πετράδια, κὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι τὰ πετράδια κοστίζουν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὰ λουλούδια.»

«Λοιπόν, μα την πίστη μου, εἶσαι πολὺ ἀχάριστη,» εἶπε ὁ Σπουδαστὴς θυμωμένος· καὶ πέταξε τὸ ρόδο στὸ δρόμο, κι ἐκεῖνο ἔπεσε μέσα στὸ ρεῖθρο, καὶ ὁ τροχὸς μιᾶς ἅμαξας πέρασε ἀπὸ πάνω του.

«Ἀχάριστη!» εἶπε τὸ κορίτσι. «Γιὰ νὰ σοῦ πῶ, αναιδέστατε· Στο κάτω κάτω, ποιὸς νομίζεις πως εἶσαι; Ἕνας σπουδαστάκος. Ούτε καν ἀσημένιες ἀγκράφες στὰ παπούτσια σου δεν πρέπει να ἔχεις, όπως ο ἀνηψιὸς τοῦ Αὐλάρχη»· καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καρέκλα της, καὶ μπῆκε στὸ σπίτι.


«Τί ἀνόητο πρᾶγμα ὁ Ἔρωτας,» εἶπε ὁ Σπουδαστὴς καθὼς ἔφευγε. «Δὲν έχει ούτε τη μισή χρησιμότητα της Λογικής, αφού δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, καὶ πάντοτε σοῦ τάζει πράγματα ποὺ δὲν πρόκειται νὰ συμβοῦν, καὶ πράγματα ανυπόστατα σὲ κάνει νὰ πιστεύεις. Αλήθεια, δὲν εἶναι διόλου πρακτικός, καί, καθὼς στὴν ἐποχή μας τὸ νὰ εἶσαι πρακτικὸς εἶναι τὸ πᾶν, θὰ ἐπιστρέψω στὴ Φιλοσοφία, καὶ θὰ μελετήσω Μεταφυσική.»

Κι έτσι ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιό του, κι έβγαλε ἕνα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, κὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει.



Oscar Wilde
from "The Happy Prince and Other Tales" (1888)



.
.
.


Όσκαρος Γουaϊλίδης (1854 - 1900)

8 Ιουλ 2009

έΡΩΤΑΣ ΔεΝ



...δεν είναι για τις μικρές, δειλές ψυχές

...δεν είναι το παιχνιδάκι ενός κακομαθημένου "παιδιού"

…δεν είναι καπρίτσιο, να ξεφουσκώνει μόλις ευοδωθεί. Αντίθετα, μόλις ευοδωθεί θεριεύει και φουντώνει, και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του, σαν το άγριο θαλασσινό κύμα που φουσκώνει, φουσκώνει, φουσκώνει, φουσκώνει, και τελικά σ κ ά ει , αλλάζοντας τα πάντα, τρομερό, υπέροχο, μεγαλοπρεπές, φονικό.

…δεν είναι βίτσιο, πολυτέλεια, ανωμαλία. Ο Έρωτας είναι αιτία κι αφορμή κι αποτέλεσμα, ανάγκη κι εκπλήρωση ταυτόχρονα- αέρας, νερό, τροφή, και θάνατος μαζί.

…δεν είναι ζήλεια. Η ζήλεια είναι Έρωτας του εαυτού μας και μόνο. Ο Έρωτας δεν καταδέχεται να ζηλέψει. Δεν διανοείται να μικρονοήσει, γιατί δεν διανοείται γενικώς,-δεν υπολογίζει, δεν διυλίζει, δεν φοβάται, δεν δειλιάζει, δεν διστάζει, γιατί δεν σκέφτεται καν- αν σκέφτεται, δεν είναι Έρωτας.

Γι αυτό σού λέω

Έρωτας δεν είναι

7 Ιουλ 2009

"Lo QUe PUeDE eL SIENTIMeNTO, No Lo PUeDE eL SABeR, ToDO Lo CaMBIA eL MOMIeNTO... (MERCeDES SoSA, MiLTON NASCIMeNTO ET AL - AuTOPLaY)

.


"Να ξαναγίνεσαι δεκαεφτά χρονών,
αφού έχεις ζήσει μια ζωή
η αγάπη θαύματα μπορεί
που δεν κατέχουν οι σοφοί

όλα τ΄ αλλάζει μια στιγμή..."



Volver a los 17
Despues de vivir un siglo
Es como descifrar signos
Sin ser sabio competente
Volver a ser de repente
Tan fragil como un segundo
Volver a sentir profundo
Como un niño frente a dios
Eso es lo que siento yo
En este instante fecundo.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...


Mi paso retrocedido
Cuando el de ustedes avanza
El arco de las alianzas
Ha penetrado en mi nido
Con todo su colorido
Se ha paseado por mis venas
Y hasta la dura cadena
Con que nos ata el destino
Es como un diamante fino
Que alumbra mi alma serena.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...


Lo que puede el sentimiento
No lo ha podido el saber
Ni el mas claro proceder
Ni el mas ancho pensamiento
Todo lo cambia el momento
Cual mago condescendiente
Nos aleja dulcemente
De rencores y violencias
Solo el amor con su ciencia
Nos vuelve tan inocentes.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...


El amor es torbellino
De pureza original
Hasta el feroz animal
Susurra su dulce trino
Detiene a los peregrinos
Libera a los prisioneros
El amor con sus esmeros
Al viejo lo vuelve niño
Y al malo solo el cariño
Lo vuelve puro y sincero.

Se va enredando, enredando
Como en el muro la hiedra
Y va brotando, brotando
Como el musguito en la piedra
Como el musguito en la piedra
Hay si ..., si ..., si ...

De par en par la ventana
se abrió como por encanto,
entró el amor con su manto
como una tibia mañana,
al son de su bella diana
hizo brotar el jazmln,
volando cual serafín
al cielo le puso aretes
y mis años en diecisiete
los convirtió el querubín.


Violetta Parra (1964-1965)

Το ΓΙΑΣΕΜή, Το ΓΙΑΣΕΜή!

.



Ποιά είναι που φεγγοβολά

μέσα στη νύχτα την αβρή;

ποιά είναι που μοσχοβολά

και ταξιδεύει την ψυχή;

.

ΛΙΒΙΔώ

.

...και σ' ονειρεύμαι γυμνή στα γαλάζια μου σεντόνια...

...υγρή, δροσερή, μυστηριώδη κι ευωδιαστή, σαν το πρώτο βράδυ της Άνοιξης...

....γυμνή κι ευτυχισμένη, τυλιγμένη στον έρωτά μου...

μακριά τα μαλλιά σου, μακριά από τον καθημερινό θάνατο... διάφανα τα μάτια σου, σαν τον ορίζοντα μετά την καταιγίδα... αστραφτερό το βλέμμα σου, σαν καλοκαιρινή αστραπή... άγριος ο έρωτάς σου, αύριος, άγιος... κόκκινα τα χείλη σου, κόκκινο το αιδοίο σου, κόκκινα να ζαλίζομαι, κόκκινα να βυθίζομαι και να χάνομαι... κι εσύ...

...να κολυμπάς γυμνή στα γαλάζια μου σεντόνια...

...Θάλασσα

6 Ιουλ 2009

Η ΕΚΟύΣΙΑ ΑΓάΠΗ

.

Στο Αρχέγονο Σκοτάδι του Κόσμου
κρατώ το λυχνάρι της Λογικής
και προχωρώ στο δρόμο της Αγάπης

κανένας θεός δε μού χαράζει πορεία
καμμία αποκάλυψη δε με αποπροσανατολίζει
κανένας παράδεισος δε με θαμπώνει

καμμιά νέμεση δε με πλακώνει
.




Αγάπη χωρίς υπερφυσικές εγγυήσεις, Αγάπη με ρίσκο
Αγάπη με όρους και με προϋποθέσεις
Αγάπη κακοτράχαλη
Αγάπη επικίνδυνη
Αγάπη εκούσια
Αγάπη.


.

3 Ιουλ 2009

ΚΑΙ ΘΥΜάΜΑΙ, ΠόΤΕ - ΠόΤΕ,

.


ιστορίες που ποτέ

δεν μού τις είπες




να μιλούσαν για χαρές,

τάχα, ή για λύπες;





3 Ιουλίου 2009

έΝΑΣ ΜάΓΚΑΣ ΣΤήΝ ΠΑΡάΔΕΙΣΟ

.
(τραγούδι)


Ένας μάγκας ζούσε μόνος
στήν Παράδεισο

με κανέναν δε μιλούσε
σε μιαν άκρη τραγουδούσε
της Παράδεισος ο ξένος
κι ο κατάδικος:

«δε σε χάρηκα βρε κόσμε
δεντρολίβανε και δυόσμε
ήσουνα γεμάτος πόνο
ήσουν άδικος»



Μάγκας έκλαιγε, θρηνούσε
στήν Παράδεισο


τ’ αγγελάκια τον κοιτούσαν
λυπημένα κι απορούσαν:

«πες μας μάγκα μου και μόρτη
την ψυχή στην αιωνιότη
τί σού τρώει, τί σε σπρώχνει
μες στην Άβυσσο;»


3 Ιουλίου 2009
.

2 Ιουλ 2009

Η ΤΣΙΓΚΟΥΝΙά ΜΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΦάΕΙ !

.


Αμάν πια μ' αυτήν την "Οικονομική" κρίση.

Τσιφούτηδες! Παλιοτσιγγούνηδες!! Μίζεροι!!!

Αυτό είμαστε!!!

Χάθηκε ο κόσμος να 'χαμε διαλέξει το deluxe μοντέλο;;;




.
Η ιδέα κλεμμένη από τον μαλάκα, τον φίλο μου Σ;ο))))
.

1 Ιουλ 2009

ΜΙΣό ΧΑΪΚΟύ

.

Έρωτα, σε γνώ

σ' αγά- πολύ- το πλή- προ

χώ- αλλά, για πού


.

ΦΟΒάΜΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙό ΤΟυ ΔάΣΟΥΣ, ΠΑΠΠΟύ ΙΝΟΥΒά, ΦΟΒάΜΑΙ ΤΟ ΔΡάΚΟ, ΓΙΑΓΙά ΓΚΡΙΜΠά... (AUTOPLaY)

.


A Vava Inouva



Άνοιξε, παππού, να μπω
ε, παππού Ινουβά, ε, παππού Ινουβά
σείσε τα βραχιόλια σου γιαγιά Γκριμπά
φοβάμαι το Θεριό του δάσους, παππού
φοβάμαι το Δράκο, γιαγιά




τυλιγμένος στην κάπα του, σε μια γωνιά, ζεσταίνεται ο γέρος
ο γιός του αγωνίζεται στην ξενιτιά για το ψωμί, για το αβέβαιο αύριο- είναι πολύ φτωχοί

η μάνα υφαίνει ασταμάτητα, και τα παιδιά, γύρω από τη γιαγιά
ακούνε ιστορίες για τα παλιά


το χιόνι
στοιβάζεται μπροστά στην πόρτα
βράζει το ihlulen μέσα στη χύτρα
η tajmaât ονειρεύεται την άνοιξη
μα το φεγγάρι και τ’ αστέρια είναι ακόμα φυλακισμένα
 καίει
το κούτσουρο στο τζάκι
κι η οικογένεια μαζεύεται τριγύρω
ν’ ακούσει το παραμύθι…


Άνοιξε, παππού να μπω
ε παππού Ινουβά, ε παππού Ινουβά
σείσε τα βραχιόλια σου, γιαγιά Γκριμπά
φοβάμαι το Θεριό του δάσους, παππού Ινουβά
φοβάμαι το Δράκο, γιαγιά…







ένα υπέροχο τραγούδι του Idir
στην Αλγερινή παράδοση των Kabyle
(ακριβής) μετάφραση μέσω των γαλλικών
Μιλτιάδης Θαλασσινός 2009 (c)



σημείωση: το τραγούδησε παλιότερα πολύ όμορφα
στα ελληνικά, με εντελώς άλλους στίχους ("Αν γινότανε")
ο φίλτατος Γιάννης Κατέβας.