Η ΒασιΛοπούΛα και ο ΑητόΣ
Μόνη της παρέα και παρηγοριά ήταν τα σπάνια πουλιά που κάπου κάπου τύχαινε μα περάσουν πετώντας γύρω από το παγωμένο της Κάστρο. Κανένα όμως δεν την πλησίαζε ποτέ, όσο κι αν τα καλούσε, και κάθε φορά η Πριγκήπισσα γινόταν ακόμα πιό δυστυχισμένη,
Μια παγωμένη και γκρίζα μέρα, σαν όλες τις άλλες, στέκονταν απελπισμένη στο χείλος του γκρεμού που περιέβαλλε το έρημο Κάστρο της, και σκέφτονταν να βουτήξει μια για πάντα στο Πηγάδι που ποτέ κανείς δεν τo ξανανέβηκε. Κάποτε υπήρχαν Δρόμοι, σκέφτηκε, κάποτε υπήρχαν γέφυρες, που ένωναν το Κάστρο της με τον Κόσμο- μα είχαν από καιρό γκρεμιστεί. Ποιός τις είχε γκρεμίσει; Εκείνη; Κάποιος άλλος; Δε θυμόταν πιά. Είχε σημασία;
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, το βλέμμα της ήταν χαμένο στον άδειο ορίζοντα. Άδειος κι έρημος και ζοφερός ήταν εκείνη τη μέρα ο ορίζοντας, μα ξαφνικά διέκρινε με έκπληξη κάτι, κάτι σαν πουλί, σαν μεγάλο πουλί, κάτι που όλο και μεγάλωνε, καθώς ερχόταν πετώντας αργά προς τα εκείνη. Πράγματι, το πλάσμα όλο και την πλησίαζε, ώσπου τελικά ένας υπερφυσικά μεγάλος Βασιλικός Αετός ήρθε κι έπεσε μπροστά στα πόδια της, εξαντλημένος.
Το αρχοντικό πλάσμα ήταν πάρα πολύ ταλαιπωρημένο- λιπόσαρκο, κατσιασμένο, με τις μεγάλες του φτερούγες πληγωμένες- το ξεραμένο αίμα πάνω τους μαρτυρούσε πολλαπλά τραύματα.
Η ευγενική Βασιλοπούλα περιμάζεψε τον παράξενο Αετό, περιποιήθηκε τα τραύματά του, τον τάισε σαν μωρό, τον πήρε στο κρεβάτι της, και τον σκέπασε με τα ρόδινα πέπλα της, να τον ζεστάνει.
Το πρώτο εκείνο βράδυ που κοιμήθηκε πλάι του είδε ένα πολύ παράξενο όνειρο: ένας όμορφος φτερωτός νέος μπήκε λέει πετώντας από το παράθυρό της, ήρθε στο κρεβάτι της, και τής έκανε έρωτα όλη νύχτα. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό και τόσο όμορφο που η Βασιλοπούλα παρακαλούσε να μην τελειώσει, ευχόταν να ζήσει για πάντα μέσα σ’ αυτό. Ξύπνησε όμως, όπως κάθε πρωί, και μόνο ο μυστηριώδης Αετός κοιμόταν δίπλα της, αδύναμος και ταλαιπωρημένος. Η Βασιλοπούλα τον εξέτασε με το βλέμμα για ώρα, με μεγάλη περιέργεια, βέβαιη πως η απρόσμενη άφιξή του είχε κάποια σχέση με το όνειρό της. Ήταν τόσο ζωντανή η ανάμνηση του ερωτικού ονείρου της προηγούμενης νύχτας… Ο Αετός όμως παρέμενε όλη την ώρα κουρνιασμένος ακριβώς εκεί που τον είχε ακουμπήσει, σε κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, σε βαθύ λήθαργο.
Έτσι πέρασε ολόκληρη η μέρα, χωρίς το ζώο να δείξει κάποιο σημάδι νοημοσύνης, πολύ περισσότερο δε, χωρίς να εμφανίσει καμμία διάθεση εποικοινωνίας.
Το δεύτερο βράδυ όμως η Βασιλοπούλα είδε πάλι το ίδιο απαράλλαχτο ερωτικό όνειρο, και το επόμενο πρωί ξύπνησε ακόμα πιο συγκλονισμένη. Όλη μέρα προσπαθούσε να συνέλθει από την έξαψη του ονείρου, χωρίς να τα καταφέρει. Και η περιέργειά της για τον Αετό μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Κάθε προσπάθειά της όμως να επικοινωνήσει με κάποιον τρόπο μαζί του ήταν μάταια.
Κι έτσι η Βασιλοπούλα μηχανεύτηκε έναν άλλο τρόπο για να λύσει το μυστήριο: σκέφτηκε, αν το όνειρο της προηγούμενης νύχτας επαναλαμβανόταν για τρίτη φορά, να βάλει ένα σημάδι για να ξυπνήσει, να ξυπνήσει στη μέση του ονείρου της. Μόλις την άγγιζε ο ονειρικός της εραστής, υπέβαλε επίμονα στον εαυτό της, θ’αφυπνίζονταν και θα διαπίστωνε την αλήθεια.
Δίπλα της κοιμόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Το πλαδαρό του κορμί ήταν γεμάτο σημάδια από πληγές, κι έδειχνε να κοιμάται έναν ανήσυχο ύπνο. Λες κι ένιωσε το βλέμμα της να τον εξετάζει, ξύπνησε κι εκείνος, την κοίταξε στα μάτια, και προσπάθησε να της χαμογελάσει, νυσταγμένα και κάπως πονεμένα.
«Αγάπη μου», της είπε, «πάλι δε μπορείς να κοιμηθείς… Τί όνειρο είδες πάλι; Εκείνο με τον αετό;»
Είπε, και την τύλιξε στις φτερούγες του
.



























