απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα του Philip K. Dickμετάφραση Μαύρος Γάτος - Μιλτιάδης Θαλασσινός 2009 
Μια όμορφη, ψηλή, καλοντυμένη γυναίκα, που στεκόταν κοντά στον Τσιέν, τον έπιασε ξαφνικά από το μπράτσο. Ένιωσε την ένταση στα δάχτυλά της. «Νά ‘τος, έρχεται. Η Μεγαλειότητά Του. Είναι η πρώτη μου φορά- φοβάμαι λίγο. Πώς είναι τα μαλλιά μου;»
«Μια χαρά», τής απάντησε μηχανικά, κι ακολούθησε το βλέμμα της, αναζητώντας μιαν εικόνα, την πρώτη του, του Απόλυτου Ευεργέτη.
Εκείνο που διέσχισε την αίθουσα, με κατεύθυνση προς το κεντρικό τραπέζι, δεν ήταν άνθρωπος.Δεν είχε σχήμα. Ούτε ψευδοπόδια, σάρκινα ή μεταλλικά. Κατά κάποιο τρόπο, ήταν σαν να μην βρισκόταν καν εκεί. Όταν κατάφερε να το κοιτάξει απ’ ευθείας, η μορφή του εξαφανίστηκε. Έβλεπε από μέσα του, έβλεπε τον κόσμο από την άλλη πλευρά - αλλά όχι το ίδιο. Κι όμως, αν έστρεφε το βλέμμα του, και το κοίταζε με την άκρη του ματιού, μπορούσε να διακρίνει το περίγραμμά του.
Ήταν τρομερό. Τον μαστίγωνε με την ενάργειά του καθώς μετακινούνταν, αποστραγγίζοντας τη ζωή απ’ όλους διαδοχικά. Καταβρόχθιζε τους καλεσμένους του, πήγαινε παρακάτω, έτρωγε κι άλλους, κι άλλους, με ακόρεστη λαιμαργία. Και με μίσος- ένιωθε το μίσος του. Και με αηδία- ένιωθε την αηδία του για όλους τους παρόντες, αηδία που άλλωστε συμμερίζονταν και ο ίδιος. Ξαφνικά ο ίδιος και όλοι οι παρόντες στην τεράστια βίλλα έμοιαζαν με γυμνοσάλιαγκες, και πάνω από τα πεσμένα σαλιγκαρίσια κουφάρια το πλάσμα τα γευόταν, κινούμενο αργά, πλησιάζοντάς τον όλο και πιό πολύ- ή μήπως δεν ήταν παρά μια παραίσθηση; Αν είναι παραίσθηση, σκέφτηκε ο Τσιέν, είναι η χειρότερη παραίσθηση που είχα ποτέ. Αν όμως δεν είναι, τότε είναι η σκαιή πραγματικότητα. Είναι ένα σκαιό πράγμα που τραυματίζει και σκοτώνει. Είδε τη γραμμή από τα ποδοπατημένα, πολτοποιημένα απομεινάρια ανδρών και γυναικών που άφηνε στο πέρασμά του. Τα είδε να προσπαθούν να επανασυγκροτηθούν, να ελέγξουν τα διαλυμένα τους κορμιά, τ’ άκουσε να επιχειρούν ν’ αρθρώσουν λόγο.
Ξέρω ποιός είσαι, σκέφτηκε ο Τούνγκ Τσιέν. Εσύ, η υπέρτατη κεφαλή της παγκόσμιας δομής του Κόμματος. Εσύ, που καταστρέφεις ό,τι ζωντανό αγγίζεις. Κατάλαβα τώρα εκείνο το αραβικό ποίημα, την αναζήτηση για τα άνθη της ζωής, προκειμένου να τα καταβροχθίσεις. Σε βλέπω να περιφέρεσαι στην πεδιάδα που είναι για σένα η Γη, πεδιάδα χωρίς λόφους, χωρίς κοιλάδες. Πηγαίνεις οπουδήποτε, εμφανίζεσαι οποτεδήποτε, καταβροχθίζεις οτιδήποτε. Μηχανεύεσαι τη ζωή και μετά την απομυζείς, και το φχαριστιέσαι.
Είσαι ο Θεός, σκέφτηκε.
«Κύριε Τσιέν», είπε η φωνή, κι έρχονταν μέσα από το κεφάλι του, όχι από το αστόματο πνεύμα που εκδηλώνε την παρουσία του ακριβώς μπροστά του, «χαίρομαι που σε ξανασυναντώ. Μα δεν κατάλαβες τίποτα, φύγε από μπροστά μου. Δεν μ’ ενδιαφέρεις. Γιατί θα έπρεπε να νοιάζομαι για τις βλέννες; Βλέννες. Μ’ εμποδίζουν, πρέπει να τις αποβάλω, κι επιλέγω να το κάνω. Θα μπορούσα να σε τσακίσω, θα μπορούσα να τσακίσω ακόμα και τον εαυτό μου. Πατώ επάνω σε κοφτερές πέτρες, σκορπίζω κοφτερά και αιχμηρά πράγματα στη στασιμότητα. Οι νιφάδες της σάρκας μου είναι συνδεδεμένες με τα πάντα. Είσαι εγώ. Είμαι εσύ. Δεν έχει σημασία, όπως δεν έχει σημασία αν το πλάσμα με τα φωσφορικά στήθη ήταν αγόρι ή κορίτσι- θα μπορούσες να μάθεις ν’ απολαμβάνεις αμφότερα». Γέλασε.
Δεν μπορούσε να πιστέψει πως απευθύνονταν σε κείνον. Δεν μπορούσε να φανταστεί- ήταν υπερβολικά τρομερό- πως τον είχε επιλέξει.
« Όλους τους έχω επιλέξει», είπε. Κανείς δεν είναι υπερβολικά ασήμαντος, όλοι εκπίπτουν και πεθαίνουν κι εγώ είμαι εκεί και παρακολουθώ. Δεν χρειάζεται να κάνω τίποτ’ άλλο, είναι αυτοδίκαιο, είναι έτσι κανονισμένο.»
Και μετά σταμάτησε να τού απευθύνεται. Αποδιοργανώθηκε. Αλλά ήταν ακόμα ορατό. Αισθάνονταν την πολυδιάστατη παρουσία του. Ήταν μια σφαίρα που αιωρούνταν στο δωμάτιο, με χιλιάδες μάτια, εκατομμύρια, δισεκατομμύρια- ένα μάτι για κάθε ζωντανό ον, μάτι που το περιμένει να εκπέσει, για να πατήσει επάνω του, όπως θα βρίσκεται εκεί πεσμένο, τσακισμένο. Γι αυτό είχε δημιουργήσει τα πάντα, καταλάβαινε τώρα, ήξερε. Αυτό που είχε πιστέψει πως ήταν ο θάνατος, στο αραβικό ποιήμα, δεν ήταν ο θάνατος- ήταν ο Θεός. Ή μάλλον ο Θεός ήταν θάνατος, μια δύναμη, ένας κυνηγός, ένα είδος κανίβαλου, που αστοχούσε ξανά και ξανά αλλά, έχοντας όλη την αιωνιότητα μπροστά, διέθετε την πολυτέλεια να αστοχεί.
Τουλάχιστον όμως, σκέφτηκε, έχω την αξιοπρέπειά μου. Με αξιοπρέπεια άφησε κάτω το ποτό του, γύρισε, περπάτησε προς τις πόρτες της αίθουσας. Πέρασε τις πόρτες. Διέσχισε ένα μακρύ διάδρομο με χαλιά. Ένας υπηρέτης ντυμένος στα πορφυρά του άνοιξε μια μπαλκονόπορτα. Βρέθηκε να στέκεται στο σκοτάδι της νύχτας, σε μια βεράντα, μόνος.
Όχι μόνος.
Τον είχε ακολουθήσει. Ή μήπως βρίσκονταν εκεί πριν από αυτόν; Ναι, τον περίμενε. Δεν είχε τελειώσει ακόμα μαζί του.
«Έφυγα», είπε, και βούτηξε προς τα κάγκελα. Βρίσκονταν έξι ορόφους ψηλά, κι από κάτω λαμπύριζε το ποτάμι, και ο θάνατος.
Όπως έπεφτε, τον Όν τον άρπαξε από τον ώμο, με μια προέκτασή του.
«Γιατί;» είπε. Αλλά ήταν αμήχανο. Μπερδεμένο. Δεν καταλάβαινε, καθόλου.
«Μην πέσεις εξαιτίας μου», είπε. Δεν μπορούσε να το δει, γιατί βρίσκονταν πίσω του. Αλλά το κομμάτι του στον ώμο του έμοιαζε τώρα με ανθρώπινο χέρι.
Και μετά το Όν γέλασε.
«Πού βρίσκεται το αστείο;», το ρώτησε, καθώς αιωρούνταν καβάλα στα κάγκελα, συγκρατημένος από το ψεύδο-χέρι.
«Μού κλέβεις τη δουλειά», του απάντησε. «Τόσο πολύ βιάζεσαι, δεν έχεις χρόνο να περιμένεις; Θα σ’ επιλέξω έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζεται να το επισπεύσεις».
«Κι αν το κάνω;» είπε. «Από αποστροφή για σένα;»
Γέλασε ξανά. Και δεν απάντησε.
«Γιατί δεν απαντάς», είπε.
Ξανά σιωπή. Άρχισε να γλυστράει προς τα πίσω, προς τη βεράντα. Και με μιάς η πίεση από το ψεύδο-χέρι αναιρέθηκε.
«Εσύ ίδρυσες το Κόμμα;» το ρώτησε.
«Ίδρυσα τα πάντα. Και το Κόμμα, και το αντί-Κόμμα, και το Κόμμα που δεν είναι Κόμμα, και τους υπέρ, και τους κατά, κι εκείνους που αποκαλείτε γιάνκηδες ιμπεριαλιστές, και τους αντιδραστικούς, και πάει λέγοντας. Ίδρυσα τα πάντα. Σα να ήταν φύλλα γρασίδι.»
«Και βρίσκεσαι εδώ για να το απολαύσεις;» είπε.
«Εκείνο που θέλω», απάντησε, «είναι να με δεις, όπως είμαι, όπως με είδες, και να μ’ εμπιστευτείς».
«Πώς;» είπε τσιρίζοντας υστερικά. «Να σ’εμπιστευτώ σε τι;»
«Πιστεύεις σ’ εμένα;»
«Ναι, αφού σε βλέπω.»
«Τότε γύρισε πίσω στη δουλειά σου στο υπουργείο. Πές στην Τάνια Λη ότι είδες έναν κουρασμένο, υπέρβαρο ηλικιωμένο που μπεκροπίνει και βάζει χέρι στα οπίσθια των κοριτσιών.»
«Ω, Χριστέ», είπε.
«Καθώς θα συνεχίσεις να ζεις, χωρίς να μπορείς να σταματήσεις, θα σε υποβάλω σε μαρτύρια. Θα σού στερήσω, ένα ένα, όλα όσα έχεις ή ποθείς. Και όταν θα έχεις συντριβεί του πεθαμού, τότε, θα σού αποκαλύψω το μυστήριο».
«Ποιό μυστήριο;»
«
Οι νεκροί θα ζήσουν, οι ζωντανοί θα πεθάνουν. Σκοτώνω ό,τι ζει- σώζω ό,τι πεθαίνει. Και θα στο πω κι αυτό: υπάρχουν και χειρότερα από μένα. Αλλά δεν θα τα συναντήσεις, γιατί ως τότε θα σ’ έχω σκοτώσει. Γύρισε τώρα στην τραπεζαρία κι ετοιμάσου για το δείπνο. Μην αμφισβητείς τα έργα μου, υπήρχα πολύ πριν υπάρξει Τούνγκ Τσιέν, και θα υπάρχω για πολύ μετά.
Το χτύπησε όσο πιο δυνατά μπορούσε.
Κι ένιωσε δυνατό πόνο στο κεφάλι.
Και σκοτάδι, και την αίσθηση ότι πέφτει.
Και μετά, πάλι σκοτάδι. Σκέφτηκε, πού θα μού πας. Θα φροντίσω να πεθάνεις κι εσύ. Να υποφέρεις. Να υποφέρεις σαν εμάς, ακριβώς όπως εμείς. Θα σε καρφώσω- ορκίζομαι στο Θεό να σε καρφώσω κάπου. Και θα πονέσεις. Όσο πονάω τώρα εγώ.
Έκλεισε τα μάτια…
Φίλιπ Κ. Ντικ, Philip K.Dick (1928-1982): Ο ιστορικός του μέλλοντος,
ο Άρχοντας των χειροπιαστών παραισθήσεων, ο κορυφαίος συγγραφέας Επιστημονικής Φαντασίας όλων των εποχών. Έγραψε καμμιά πενηνταριά μυθιστορήματα και αρκετά διηγήματα, παντρεύτηκε πέντε φορές, έκανε τρία παιδιά, λάτρευε τις γάτες. Αρκετά από τα έργα του έχουν γυριστεί τα τελευταία χρόνια σε ταινίες, με πρώτο χρονολογικά το
Blade Runner του Ρίντλεϋ Σκοτ.
Η συνάντηση με τη γριά- αρειανό τσακάλι
"Η πραγματικότητα είναι αυτό, που όταν πάψεις να το πιστεύεις, δεν εξαφανίζεται."— Philip K. Dick, Do Androids Dream of Electric Sheep?
"Το βασικό εργαλείο για τον χειρισμό της πραγματικότητας είναι ο χειρισμός του λόγου. Αν μπορείς να ελέγξεις τον λόγο, μπορείς να χειριστείς και τους ανθρώπους που είναι αναγκασμένοι να τον χρησιμοποιούν."
— Philip K. Dick, How To Build A Universe That Doesn't Fall Apart Two Days Later (1978)
"Μερικές φορές, η αρμόζουσα αντίδραση στην πραγματικότητα είναι να σού στρίψει"
— Philip K. Dick, Valis
διαβάστε επίσης:η Αγία Τριάδα του μαύρου γάτου (Douglas Adams, Philip Dick, Mike Oldfield)