Ο Μέγας Θεός Έρωτας (συνέχεια)

- Πες μου, τι ξέρεις για τον Έρωτα;
- Κοιμήσου αγοράκι, έπαιζες όλη μέρα, κοιμήσου τώρα ήσυχα
- Σε παρακαλώ, πες μου, τι ξέρεις για τον Έρωτα;
- Είναι ένα παραμύθι, το πιο όμορφο απ΄όλα…
- Πες το μου, κάθε νύχτα ξαγρυπνώ για να τ'ακούσω.
- Κοιμήσου, αγοράκι, είσαι πολύ μικρό για τόσο φως.
- Όλη μου τη ζωή τ'ονειρεύομαι… ας καώ!
- Και τι ξέρεις εσύ για την ζωή!
- Είναι ένα παραμύθι, το πιο αληθινό απ'όλα.
Ίσως παρατηρήσατε πόσο πρόθυμα δέχτηκα να παραμυθιαστώ με τον Έρωτα, ενώ λίγο πριν αρνήθηκα κατηγορηματικά να πράξω το ίδιο στο θέμα του θεού. Αυτό όμως δεν εξαρτάται από την βούλησή μου, είπα, αν θυμάστε, μακάρι να μπορούσα να παραμυθιαστώ με τον Χριστό (και με καμμία άλλη θρησκεία ή παραθρησκεία, Οκ;), και μακάριοι όσοι μπορούν και πιστεύουν βαθιά. Όμως εγώ, αν και ανατράφηκα σε χριστιανικό περιβάλλον, όχι μόνο δεν μπορώ να πιστέψω, αλλά επιπλέον, ποτέ δεν ένιωσα την παρουσία Του, ή έστω την ανάγκη της ύπαρξής Του. Αντίθετα, διαπίστωσα πολλές φορές τις αποδείξεις της ανυπαρξίας Του. Έβαλα τον τύπον επί των ήλων, και έπιασα το απόλυτο κενό. Ενώ αντίθετα, τον Έρωτα, τον είδα με τα μάτια μου, είδα τον ουρανό σφοντύλι, τον έζησα με όλο μου το κορμί σαν τσουνάμι. Δεν τον έψαξα εγώ, τουλάχιστον όχι συνειδητά, αυτός με έψαξε, με σημάδεψε, με τόξευσε, και μού άλλαξε τα φώτα. Ό,τι και να λες, φίλε Αρθούρε, πλαναίσθηση ξε-πλαναίσθηση ηδονής, εγώ πιστεύω στον Έρωτα, γιατί τον έχω ζήσει ως το μεδούλι. Ενώ τον Θεό, δεν τον έχω δει πουθενά…
Αγάπη και Έρωτας. Υπάρχουν. Αγάπη όπως Χριστός. Έρωτας όπως Πάθος. Δίνουν νόημα στη ζωή. Χωρίς αυτά, το χάος.
Τι είναι όμως η αγάπη; «Είναι ένα δέντρο, που τό’χουν κόψει, κι όμως πετάει, κι όμως πετάει, κι άλλα κλαδιά»; Είναι μυστήριο, είναι βασανιστήριο, είναι ιερουργία, είναι μαγεία, είναι;
Τίποτα από όλα αυτά.
Τα πράγματα είναι απλά. Πολύ απλά. Πάρα πολύ απλά. Απίστευτα απλά, τόσο υπερβολικά απλά, που μοιάζουν υπερβολικά περίπλοκα:
Αγάπη είναι να επικοινωνείς, να κατανοείς, να συμπονείς, να συγχωρείς.
Αυτοί είναι οι τέσσερις ακρογωνιαίοι λίθοι του οικοδομήματος της Αγάπης. Αν λείψει ένας μόνο από αυτούς, το οικοδόμημα γκρεμίζεται, και η αγάπη πάει περίπατο. Αγάπη χωρίς επικοινωνία δεν γίνεται. Αγάπη χωρίς κατανόηση δεν υπάρχει. Αγάπη χωρίς συμπόνια- «συμπάθεια», να συμπάσχεις με τον Άλλο, να χαίρεσαι με την χαρά του, να ανησυχείς για τις αγωνίες του, να θλίβεσαι για τις πίκρες του, αγάπη χωρίς αυτά, δεν υφίσταται. Αγάπη χωρίς συγχώρεση δεν νοείται.
Όσον αφορά τον ΄Ερωτα, τα πράγματα είναι λίγο πιο σύνθετα: στα τέσσερα Στοιχεία που αποτελούν την Αγάπη, προστίθεται στον Έρωτα ένα πέμπτο, εκείνη η περίφημη «χημεία», που υπάρχει αντικειμενικά, δεν είναι μόνο δικαιολογία για χυλόπιτα («δεν υπάρχει χημεία μεταξύ μας»). Υπάρχουν όμως κάποιες μορφές Έρωτα που δικαιούνται νομίμως να στερούνται πλήρως τα τέσσερα πρώτα στοιχεία. Ένας κεραυνοβόλος Έρωτας, για παράδειγμα, δεν μπορεί παρά να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην Χημεία…
…Εκεί κύλησαν οι ώρες, ώρες που ανάσαιναν με μια πνοή, που οι καρδιές τους χτυπούσαν με μια καρδιά, ώρες που ο Κ. κατατρυχόταν από το αίσθημα ότι χάνεται, ή ότι περιπλανιέται σε μια παράξενη χώρα, πιο πέρα από εκεί που περιπλανήθηκε ποτέ του άνθρωπος, μια χώρα τόσο παράξενη, που ο αέρας της δεν είχε τίποτα κοινό με τον γνωστό του αέρα, όπου μπορούσες να πεθάνεις από την αίσθηση του παράξενου, και που ωστόσο η μαγεία της ήταν τέτοια, ώστε δεν μπορούσες παρά να προχωρείς και να χάνεσαι όλο και περισσότερο…
Μόνο που συνήθως αυτή η Χημική μαγεία δεν κρατάει πολύ… πολύ γρήγορα αρχίζει να ξεφτίζει…
… κυλίστηκαν πάνω στο στρώμα. Απόμειναν πλαγιασμένοι εκεί, αλλά δεν ξαναβρήκαν τη λησμονιά της πρώτης νύχτας. Γύρευε εκείνη κι εκείνος γύρευε, αγρίεψαν, παραμορφώθηκαν τα πρόσωπά τους, έχωναν τα κεφάλια τους ο ένας στον κόρφο του άλλου, γύρευαν, και τα σφιχταγκαλιάσματά τους, και οι σπασμοί των κορμιών τους, δεν μπορούσαν να τους κάνουν να λησμονήσουν, παρά μονάχα τους θύμιζαν εκείνο που γύρευαν. Σαν τα σκυλιά που απεγνωσμένα σκάβουν το χώμα, έσκαβαν ο ένας το κορμί του άλλου, και συχνά, ανέλπιδα ξεγελασμένοι, σε μια τελική προσπάθεια να φτάσουν στην ευτυχία, οσφραίνονταν κι έγλυφαν ο ένας το πρόσωπο του αλλουνού. Ο κάματος τους καταπράυνε τέλος, και τους έκανε να νιώσουν αμοιβαία ευγνωμοσύνη .
Φράντς Κάφκα, Ο Πύργος, (Der Schloss, 1926)
μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά (με μικρές τροποποιήσεις)
Εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1964
… όπως και μια ευκαιριακή, επιπόλαιη «σχέση» (Τι αντιπαθητική λέξη. ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ; ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ!). Για να διαρκέσει και να ανθίσει μία Σχέση, αν δεν πρόκειται για έναν Έρωτα δίχως αύριο, τύπου Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα (τραγούδι του Άκη Πάνου με την Βίκυ Μοσχολιού), αν πρόκειται το ζευγάρι να δεθεί και να καταλήξει σε έναν Γάμο ή σε κάποιας άλλης μορφής μονιμότητα, πρέπει να υπάρχει από την αρχή ουσιαστική επικοινωνία, πέρα από την σωματική. Επικοινωνία, που θα φέρει και την κατανόηση του άλλου, κατανόηση που περιλαμβάνει και την αποδοχή του ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ, και όχι όπως μας παρουσιάστηκε, ή όπως θα θέλαμε να είναι, και την συμπάθεια, με την έννοια της συμπόνιας, να πονάς τον άλλο και να τον σκέφτεσαι, να μην σκέφτεσαι μόνο τον εαυτούλη σου και τα θέλω σου, και να βάζεις κάτω τον εγωισμό σου όταν πρέπει, και τέλος, να αγαπάς τόσο, ώστε να μπορείς και να συγχωρείς. Αυτό το τελευταίο ίσως είναι και το πιο δύσκολο στην εφαρμογή…
Μόνη της η Χημεία σε καμμία περίπτωση δεν αρκεί, αν πρόκειται, επαναλαμβάνω, για μια σχέση που προορίζεται να κρατήσει, και όχι για μια αρπαχτή. Η Χημεία αυτή βοηθάει βέβαια σαν προϋπόθεση, επιταχύνει την εξοικείωση, καθώς σιγά-σιγά ανακαλύπτεις τον Άλλο, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, καθώς σιγά-σιγά δένεσαι μαζί του, καθώς αρχίζεις να νιώθεις άνετα μαζί του, καθώς, σιγά-σιγά, τον αγαπάς, καθώς ανακαλύπτεις τι τού αρέσει, τι τον ενοχλεί, τι τον απωθεί, στην καθημερινή ζωή, αλλά και στην καθενυχτική ζωή, στο κρεβάτι… και μαθαίνει κι αυτός τι σου αρέσει κι εσένα… Και όλο και πιο πολύ επικοινωνείς μαζί του, και όλο πιο πολύ τον καταλαβαίνεις, και όλο πιο πολύ τον νοιάζεσαι, βάζοντας τον Εαυτό σου στην άκρη, και όλο και πιο εύκολα τον συγχωρείς, γιατί ο αλάθητος άνθρωπος δεν γεννήθηκε ακόμα πάνω στην γη, αν εξαιρέσουμε φυσικά τους Πάπες της Ρώμης, που λαμβάνουν το Αλάθητο με κούρριερ, κατ’ευθείαν από το Ουράνιο Βασίλειο, με το που εκλέγονται στον Παπικό Θρόνο.
Και φυσικά εννοείται πως η Χημεία αφορά κυρίως την σωματική επαφή και το σεξ. Και προϋποθέτει βρε παιδί μου και κάποιον πνευματικό συντονισμό, δεν είναι δυνατόν ο ένας να βρίσκει ερεθιστική την Σονάτα του Σεληνόφωτος του Μπετόβεν και ο άλλος να την βρίσκει με τον Γκουσγκούνη (Ντιν νταν -Τι θέλετε; -Έφερα τα ψάρια… –Μα δεν παραγγείλαμε ψάρια! –Παραγγείλατε δεν παραγγείλατε, εγώ θα σας γαμήσω!), ούτε μπορεί ο ένας να θέλει χαδάκια στη χάση και στη φέξη, και ο άλλος να έχει ορέξεις διαστάσεων Mauna Loa (το μεγαλύτερο ενεργό ηφαίστειο στον κόσμο, βρίσκεται στην Χαβάη, έχει ύψος 4170 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και άλλα 4500 κάτω από αυτήν, σύνολο δηλαδή κάπου εννιά χιλιόμετρα, όγκο περίπου 40000 κυβικά χιλιόμετρα, εξερράγη 15 φορές από το 1900, τελευταία φορά το 1984, όταν η λάβα έφτασε πάνω από πενήντα χιλιόμετρα μακριά, σε απόσταση 6,5 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα της Χαβάης, Χίλο). Δεν μπορεί, και μην ακούτε βλακείες του τύπου τα αντίθετα έλκονται κτλ. Ακόμα κι αν οι μεγάλες διαφορές προκαλούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια στην αρχή, στοιχεία που φυσικά είναι πολύ ερωτικά, στην πορεία θα γίνουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Όπως έλεγε και η Αρλέτα…
Σού’ φερνα στρείδια απ’ το Ασπρονήσι, σού’φτιαχνα τσάι γιασεμιού
μα εσένα σ’είχαν συνηθίσει σε φασολάδες και τουρλού
Γενικότερα πρέπει να υπάρχει ένα ταίριασμα στο ζευγάρι, στα χόμπυ, στα πιστεύω, στο οικογενειακό και το μορφωτικό, ακόμα και στο οικονομικό, βρε παιδί μου, υπόβαθρο. Μη με παρεξηγήσετε, δεν θέτω ζήτημα «ανωτερότητας» ή «κατωτερότητας», τα γνώρισα άλλωστε από μικρός τα ΚΒΠ (Κωλόπαιδα Βορείων Προαστείων), και ξέρω τι ντενεκέδες ξεγάνωτοι είναι οι (περισσότεροι από τους) άντρες, και τι κουφιοκέφαλες χαζογκόμενες είναι οι (περισσότερες από τις) γυναίκες, ούτε και τρέφω ρομαντικές κομμουνιστικές ιδέες (τι οξύμωρο σχήμα, ε, «ρομαντικές κομμουνιστικές») περί «περήφανης και τιμημένης εργατιάς» κτλ, η αγραμματοσύνη και η τραχύτητα δεν με προσέλκυσαν ποτέ. Σας προλαβαίνω, δεν έχω εξιδανικεύσει την μεσαία τάξη, έχω πολλά να τις σύρω κι αυτής. Είναι κακό να χωρίζεις τους ανθρώπους σε κατηγορίες και να τους κρίνεις σε αυτήν την βάση, παντού υπάρχουν και καλοί και κακοί, και άξιοι και ανάξιοι, και αξιόπιστοι και αξιόπιστες, και αξιέραστοι και αναξιέραστοι. Το να κρίνεις εκ των προτέρων κάποιον άνθρωπο πριν τον καλά-καλά τον γνωρίσεις με βάση π.χ. το κοινωνικό του στάτους και να του φέρεσαι ανάλογα είναι το λιγότερο επιπολαιότητα, κάτι σαν να τον κρίνεις με βάση το ζώδιό του.
Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι σε μια κοινωνική ομάδα ίδιοι, αλλά δεν είναι και όλες οι κοινωνικές ομάδες ίδιες. Θέτω απλά θέμα συμβατότητας. Αν δεν υπάρχει από την αρχή η απαιτούμενη συμβατότητα, μία σχέση είναι καταδικασμένη να βρίσκεται υπό συνεχή δοκιμασία. Μπορούν βέβαια να γίνουν και από τις δύο πλευρές βήματα, αλλά όχι μεγάλα, η απόσταση πρέπει να είναι από την αρχή μικρή, γιατί αλλιώς, αν οι διαφορές είναι μεγαλύτερες από τα όρια ανοχής και μετακίνησης των δύο μερών, το ζευγάρι δύσκολα θα επιβιώσει, θα τσακιστεί στον γκρεμό. Όλοι έχουμε κάποια περιθώρια αλλαγής, αυτό που οι μαστόροι λένε «τζόγο», αλλά όχι πολύ μεγάλα, και καθόλου ελαστικά. Ακόμα και να θέλουμε, που συνήθως δεν θέλουμε, δεν μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά τον εαυτό μας, πέρα από ένα σημείο, δεν αλλάζουν αυτά που είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας, αυτά που έχουμε ζήσει στην πατρική μας οικογένεια, και έχουμε εμπεδώσει από τότε που καταλάβαμε τον εαυτό μας, και ακόμα πιο πριν.
Ένας βοσκός βρήκε μια παγωμένη μέρα του χειμώνα ένα φίδι, ετοιμοθάνατο από το κρύο και την πείνα. Το λυπήθηκε, πονόψυχος καθώς ήταν, το έβαλε στον κόρφο του, και το πήρε στο σπίτι του. Εκεί το ζέστανε κοντά στην φωτιά, το περιποιήθηκε, το ταΐσε.
Το φίδι συνήλθε, δυνάμωσε, και έγινε η αγαπημένη παρέα του βοσκού. Τον περίμενε σαν σκυλάκι να γυρίσει στο σπίτι, κι όταν αυτός καθόταν να ξεκουραστεί, ανέβαινε στα γόνατά του και του κρατούσε συντροφιά.
Μια μέρα, καθώς κάθονταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, γυρίζει ξαφνικά το φίδι, και δαγκώνει με το θανάσιμό του δηλητήριο τον βοσκό.
-Γιατί το έκανες αυτό, λέει ξεψυχώντας ο βοσκός, γιατί το έκανες αυτό σ’εμένα, το ξέχασες, ότι σού έσωσα την ζωή;
-Δεν το ξέχασα, απάντησε το φίδι, όμως εσύ, όταν με έσωζες, δεν το ήξερες ότι είμαι ένα δηλητηριώδες φίδι; …
Από τους Μύθους του Αισώπου
Και σίγουρα δεν θα πρέπει να ελπίζουμε και να περιμένουμε να αλλάξει ριζικά ο άλλος, να κάνει αυτός τα βήματα ή τα άλματα που δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς. Αν ξεπεραστούν τα όρια ελαστικότητας, η συνέπεια είναι η θραύση, και ο χωρισμός, ή η αδιέξοδη δυστυχία, αν μείνουμε για κάποιο λόγο εγκλωβισμένοι (και υπάρχουν πολλοί…). Ξεχάστε επιτέλους τις βλακείες που μάθατε παιδιά, πάψτε να πιστεύετε σε ανεδαφικά παραμύθια, παραμύθι ήταν το «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» όπου η «σοσιαλίστρια» κόρη εργοστασιάρχη Αλίκη ερωτεύεται τον «εργάτη» Παπαμιχαήλ, παραμύθια και τόσες άλλες ταινίες με το ζευγάρι αυτό της συμφοράς, κι άλλες με τον Ξανθόπουλο και τόσους ακόμα μιμητές, τις πόρνες με τους αριστοκράτες, τους οικοδόμους με τα πλουσιοκόριτσα, τόσα ακόμα αταίριαστα ζευγάρια, παραμύθια, όπως το «Η Λαίδη κι ο Αλήτης» του Ντίσνεϋ, τουλάχιστον σε αυτό το τελευταίο οι πρωταγωνιστές είναι σκυλιά. Όχι αητοί και πέρδικες.
Αητός αητό μεγάλωνε, τού’λεγε, και τον μάλωνε:
«αητόπουλο γεννήθηκες, μ’αητό να ζευγαρώσεις, αητούς κι εσύ να δώσεις
εσύ’σαι ένα αετόπουλο, της συννεφιάς ρηγόπουλο»
Κι εκείνο επαράκουσε, και πήγε και ξεστράτισε
μια πέρδικα ορέχτη, σε ρούγα πάει, και πέφτει
ένας αητός γκρεμίστηκε, και το βουνό εσείστηκε…
(«Αητός αητό μεγάλωνε»)
Γειά σου ρε Μεγάλε Στράτο Διονυσίου με τα ωραία σου. Προσέξτε το ηθικό δίδαγμα. Σεβαστείτε τις διαφορές, ΔΕΝ γεφυρώνονται, να το ξέρετε, αν από την αρχή δεν είναι γεφυρώσιμες. Και οι αβυσσαλέες διαφορές δεν είναι γεφυρώσιμες, όχι, δεν αρκεί η Αγάπη και η Χημεία. Μπορώ εγώ, για να ξαναγυρίσω στο βασικό θέμα του κεφαλαίου, Έρωτας, σας το θυμίζω, μπορώ εγώ, με αυτά και άλλα πολλά διαφορετικά ακούσματα, να ζήσω μια ζωή με μια σκυλού; Άντε κανένα δυο μήνες μπορεί, αν τα πάμε καλά σε άλλους τομείς, αλλά μετά, ή εγώ θα γίνω σκυλάς, και στο βάθος δεν θα της το συγχωρήσω ποτέ, ή εκείνη θα γίνει κουλτουριάρα, και στο βάθος δεν θα μου το συγχωρήσει ποτέ, ή θα χωρίσουμε. Θα μού πείτε, μα θα χωρίσετε με αφορμή τις μουσικές σας επιλογές; Δεν είναι τραγική επιπολαιότητα αυτό; Όχι δεν είναι. Γιατί αυτή είναι η κορυφή του παγόβουνου, η μουσική που προτιμάς, σημαίνει πολλά άλλα πράγματα. Επιρροές από τα ακούσματα και τους στίχους. Στάση ζωής. Τρόπο διασκέδασης. Άστα να πάνε.
Πολύ σπάνια λοιπόν μπορεί να συντονιστούν αρμονικά άνθρωποι με πολύ διαφορετικά backgrounds, υπόβαθρα, φόντα. Αυτό πιστεύω, κι ας λένε το αντίθετο όλα αυτά τα παλιότερα και σύγχρονα σκυλοτράγουδα, αμέτρητα χαζομυθιστορήματα τύπου Άρλεκιν, τόσες ηλίθιες εμπορικές ταινίες του Hollywood ή εγχώριας παραγωγής. Που είναι εγκληματικά, τα κατατάσσω στην ίδια κατηγορία με τα ναρκωτικά, αφού οι «δημιουργοί» τους προσπαθούν να πετύχουν ακριβώς τον ίδιο στόχο με τους εμπόρους ναρκωτικών, το κέρδος, αδιαφορώντας για τις ζημιές που προκαλούν.
Ανακεφαλαίωση: Αν μιλάμε για κάτι επιπόλαιο και ευκαιριακό, τότε όντως μπορεί να υπάρξουν πολύ μεγάλα ερωτικά πυροτεχνήματα την στιγμή της ένωσης των αντιθέτων, την στιγμή του ερωτικού βραχυκυκλώματος, όταν ενώνονται Θετικό και Αρνητικό, Βάση και Οξύ, Φωτιά και "Νερό". Μετά την στιγμή αυτή όμως, θα μείνουν μόνο στάχτες κι αποκαΐδια. Αυτά λέει η ΦυσικοΧημεία του Έρωτα. Κι αν δεν τα σεβαστείς, τότε, στην πρώτη δύσκολη στιγμή…
Η πρώτη δύσκολη στιγμή, ήταν για σένα αφορμή
να μην μπορείς να με κοιτάξεις μες τα μάτια
η πρώτη δύσκολη στιγμή, ήταν για μένα αφορμή
να μάθω πόσα μας χωρίζουν σκαλοπάτια…
(«Είναι τόσο μικρό το κουράγιο»)
Γειά σου Μεγάλε Άκη Πάνου, γειά σου λεβέντισσα Βίκυ Μοσχολιού. Ποια αβυσαλλέα διαφορά χωρίζει τα λαϊκά αυτά τραγούδια από το, ας πούμε…
ΣΤΑ’ΔΩΣΑ ΟΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΟΝ ΑΣΣΟ
συνεχίζεται...
Μαύρος Γάτος
Ο Μέγας Θεός Έρωτας(είναι αρρώστια τα τραγούδια;), τρίτο μέρος