19 Μαϊ 2013

ΟΧΤώ ήΛΙΟΙ

.


Κοίταξα τον Ήλιο
στα μάτια

οχτώ φορές

νύχτωσε

κι είχα, λέει,
οχτώ Ήλιους
στα μάτια!





Αλιάκμονας (Πιέρια), 7 Ιουνίου 2009
"την ώρα που μαυρίζου τα νερά"

18 Μαϊ 2013

μορυΧό



νά χα λέει μιαν αγάπη να τη γέμιζα φιλιά 
νά χα λέει μιαν αυλή να τη γέμιζα παιδιά 
νά χα λέει μια ψυχή
χωρίς καρφιά 

< μ <

αναπτύΞατε



Ο γέρος αφορίζει ως «αποξένωση» το καινούργιο που φοβάται. Ο γέρος κλαψουρίζει για «την καταστροφή της γης», αυτό μια ζωή έχει μάθει να αιτιάται. Ο γέρος πάει στην Κίνα να πουλήσει ό,τι δεν του ανήκει. Ο γέρος ταμπουρώνεται πίσω από τα «κεκτημένα» του. Ο γέρος βγαίνει πρόωρα στη σύνταξη να προλάβει. Ο γέρος λουφάζει. Είναι φυσικό. Το γέρο μόνο το τομάρι του τον νοιάζει. 

 ;;;;;Ο νέος;;;;; 

<μ<

5 Απρ 2013

νυχτεριΝό




"έλπιζε κάθε βράδυ σ' ένα όνειρο 
πάλευε το πρωί μ' έναν ακόμα
εφιάλτη" 

<μ<


Eugène Thivier (1845-1920), "Le Cauchemar"
musée des Augustins, Toulouse

2 Απρ 2013

Το ΣΧέΔΙο




Ο προ-μακαρίτης ο Σάκης ο Καραμπουρναλίδης ήταν ευτυχισμένος. Όλα ήταν όμορφα και χαλαρά εκείνο το Σαββατόβραδο, όπως παλιά- η Σούλα δίπλα του κατάξανθη. Το σιντί, που έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Μάκη, και το πρώτο του Παντελή, στη διαπασών. Τα γκάζια, στην παραλιακή, τσίτα. Τα πρώτα (πεντέξι) ουισκάκια, στο πρώτο μαγαΖί της βραδιάς, καραμπόμπα. Ο δρόμος μπροστά, για το δεύτερο, το μεταμεσονύκτιο μαγαΖί, ορθάνοιχτος, και τα σκυλιά εντελώς δεμένα. Όπως παλιά. Τελείως παλιά. Πριν τα Μνημόνια, πριν την Κρίση, πριν την Τρόικα, πριν την απόλυση του Σάκη, πριν την μετακόμιση στο σπίτι των σκατόγερων, πριν τη συρρίκνωση, πριν την ανασφάλεια, πριν την μιζέρια, πριν τη φτώχεια, πριν τη μαύρη εργασία από δω κι από κει, για ένα χαρτζηλίκι. 

Απόψε όμως όλα ήταν όπως παλιά. Είχε δανειστεί το αμάξι του μικρού, του «προκομμένου», είχε κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο του μαγαΖί στο Αεροδρόμιο, όπως παλιά, η Σούλα είχε ντυθεί και στολιστεί σαν Σαλονικιά, δηλαδή στον υπέρτατο δυνατό βαθμό, όπως παλιά, το χαρτζηλίκι που είχε μαζέψει επαρκούσε, όχι όπως παλιά, αλλά σίγουρα για να περάσουν μια βραδιά σαν Άρχοντες, όπως παλιά, η βενζίνη ήταν ακόμα άκαφτη, και το βράδυ προβλέπονταν καυτό. Όπως παλιά. Κι ας πήγαινε να γαμηθεί η γαμημένη η Τρόικα.

«Τί σού κάνω Μέρκελ μου», είπε με νόημα στο αυτί της Σούλας, που λύθηκε στα χαχανητά, κι εκείνος έχωσε πάλι το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της. Τον  δυσκόλευε λίγο το σφιχτό της κολλάν, κι εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που χρειαζόταν για να το υπερνικήσει, έχασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου τον έλεγχο του τιμονιού, γεγονός που προκάλεσε την παρέκκλιση του αμαξιού του κατά ένα κλάσμα της μοίρας, γεγονός ασήμαντο γενικώς για τη Συμπαντική Αρμονία και το Χωροχρονικό Συνεχές, σημαντικό όμως όταν είναι Σαββατόβραδο και τρέχεις με 130 στη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, κάνοντας κόντρες και ελιγμούς ανάμεσα στους υπόλοιπους ξενύχτηδες και έχεις πιει και πεντέξι Τζώνηδες. 

Η συνάντηση με τη ζαρντινιέρα ήταν κι αυτή τη φορά μοιραία. Άτιμες ζαρντινιέρες. Το ‘χει λες η πόλη;

…..

Η Αστυνόμος Νόπη Παπαδοπούλου έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος τελευταία. Σάββατο βράδυ, και το αστυνομικό δελτίο πλούσιο και κουραστικό, όχι όπως παλιά, με εγκλήματα πάθους και καυγάδες και διαταράξεις- τώρα πιο πολύ ήταν οι διαρρήξεις και οι κλοπές και οι αλλοδαποί. Πλούσιο και κουραστικό και πολύ πιο άχαρο από παλιά ήταν ήδη το Σαββατόβραδο. Βάλε και τον κουτσουρεμένο της μισθό, που την ανάγκαζε να δουλεύει – άκου λέει! – καθαρίστρια στη ζούλα, ολόκληρη Αστυνόμος, κι από απλά άχαρο γινόταν ανυπόφορο. Και τώρα, κερασάκι στη τούρτα, αυτό. 

Η Τροχαία είχε ήδη απομακρύνει το τσαλακωμένο σαράβαλο, αλλά ο λόγος που είχε αφήσει το ζεστό της γραφείο εκείνο το κρύο και υγρό Σαββατόβραδο, και που δεν είχε πάψει να βλαστημάει, από την ώρα που δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ζητά, ήταν ακόμα εκεί: Μια μεγάλη τσιμεντένια ζαρντινιέρα του Δήμου, από αυτές  που έχουν σχήμα υπερφυσικού μπουλονιού, κομματιασμένη από τη σύγκρουση, κι ανοιγμένη σαν γαρύφαλλο. 

Το γεγονός κανονικά δεν θα ήταν ούτε στο ελάχιστο αξιομνημόνευτο, τόσες ζαρντινιέρες χάνουν κάθε μέρα τη ζωή τους στο μάταιο αυτόν κόσμο. Συμβαίνει όμως οι περισσότερες από αυτές να μην έχουν σκελετό, όπως η συγκεκριμένη: Γιατί τα φώτα του περιπολικού που την περίμενε, στραμμένα προς το επίμαχο σημείο, φώτιζαν λευκά, ανθρώπινα οστά, διάσπαρτα στο μαύρο, πηχτό, σβωλιασμένο χώμα. 

….

Ο Ιατροδικαστής Μπιμπάντα Εντμόντ έβαλε τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών στο πορτ μπαγκάζ και ξεκίνησε, γανιασμένος. Πάντα αυτόν τύχαιναν οι βρωμοδουλειές. Εκτός από εκείνο το πτώμα στο βόθρο, που είχε λάχει στον ίδιο τον  κύριο Καθηγητή, η γκαντεμιά του ήταν παροιμοιώδης. Και να τον ξημερώματα Κυριακής να σκαλίζει ζαρντινιέρες για να μαζέψει ανθρώπινα οστά, και μάλιστα σε σακκούλα που είχε αναγκαστεί να φέρει από το σπίτι. Ούτε στην Αφρική, σκέφτηκε, δεν θα είχε αναγκαστεί να βάλει από τη τσέπη του για σακκούλες. Τέτοια κατάντια! Όλα ήταν σε θλιβερή έλλειψη τον τελευταίο καιρό, κι ας είχαν υπάρξει σε βλάσφημη περίσσεια για τα πολλά πολλά χρόνια που προηγήθηκαν. Η χριστιανική του συνείδηση επαναστατούσε με πολλά που έβλεπε στην κατ’ όνομα χριστιανική χώρα που τον φιλοξενούσε, αλλά τα κρατούσε όλα μέσα του- πώς να μιλήσεις όταν είσαι ξένος, σε ποιόν να τολμήσεις ν’ ανοίξεις την ψυχή σου; Οι Έλληνες είναι ένας λαός με ψυχοσύνθεση μικρού παιδιού: Καλόκαρδοι, αυθόρμητοι, παρορμητικοί, επιπόλαιοι, μπορούν χωρίς ντροπή να θάβουν το λαό τους και τη χώρα τους σε ατέλειωτες συζητήσεις και καυγάδες, αλλά από έναν ξένο, και ειδικά από έναν Μαύρο, όπως εκείνος, δεν θ’ ανέχονταν ποτέ το παραμικρό σχόλιο. Το είχε καταλάβει ευτυχώς νωρίς αυτό, κι έτσι είχε καταφέρει να χτίσει στη φιλόξενη κατά τα άλλα αυτή χώρα, μια καρριέρα, μια ζωή- στη σιωπή. 

Καθώς πήγαινε προς το Πανεπιστήμιο, το μυαλό του γύρισε στα οστά που είχε μόλις περισυνελέξει. Η πείρα του είχε βγάλει ήδη όλα σχεδόν τα συμπεράσματα που θα έγραφε στη Έκθεσή του: Άντρας. χωρίς αμφιβολία, νεαρός, χωρίς αμφιβολία, έφηβος, κατά πάσα πιθανότητα. Λιγότερο από τρία χρόνια ζαρντινιερισμένος. Πολλαπλά κατάγματα προ του θανάτου. Βίαιος θάνατος, με μεγάλη ενέργεια κρούσης, πιθανότατα κάποιο τροχαίο «ατύχημα». Ταίριαζε και με τον τόπο του εγκλήματος. «Εγκλήματος», ναι, και μάλιστα χωρίς εισαγωγικά- έτσι θα έπρεπε κανονικά να λέγονται όλοι αυτοί οι φρικτοί φόνοι στην άσφαλτο, που στη χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλιάς είχαν βαφτιστεί «ατυχήματα». 


συνεχίΖεται >>

15 Μαρ 2013



Ό,τι και να μού πεις δε Σε πιστεύω
γιατί ο Ήλιος στο βασίλεμα ματώνει

το αίμα του σκορπά μέσα στη Σκόνη
και το πρωί γεννιέται από πληγές.


{( //τόσοι Φόνοι
και το φονιά να επαινούν
ατις Εκκλησιές// )}

<μ<

ΜΙά ΦΟρά μόΝο




«Θέλω να κάνουμε Έρωτα. Μια φορά ακόμα. Μόνο.»

Τής τό ‘πε μέσα στο αυτί, και την ένιωσε ν’ αναρριγά ολόκληρη, στο άγγιγμα των χειλιών του, στο άκουσμα της φωνής του. Ήταν δέκα χρόνια που δεν είχαν ειδωθεί.

Αυγουστιάτικο ελληνικό νησί. Ηλιοβασίλεμα. Μια μηχανή με δύο νέους έρχεται από τη Δύση. Το κορίτσι έχει γείρει το κεφάλι του πάνω στο αγόρι, και σιγοτραγουδάει. Τα μακριά της μαλλιά ανεμίζουν. Δε φορούν κράνη. Μα ο αστυνομικός στο μπλόκο δεν τολμά να τους σταματήσει. Πώς αλλιώς;

Την παρακολουθούσε από την αρχή, αθέατος, από μακριά- ήξερε πως διορίστηκε, πως παντρεύτηκε, πως έκανε παιδί, παιδιά. Ήξερε ακόμα και πού δούλευε κάθε χρονιά, κι ας μην επεδίωξε ποτέ να τη συναντήσει, κι ας μην είχαν καν ποτέ μιλήσει στο τηλέφωνο, από Τότε. Λες όμως τελικά να είχε δίκιο η Φαιδρή Φίδη, που τού ‘λεγε με πίκα πως είναι ακόμα κολλημένος μ’ Εκείνη; Ποιος ξέρει. Τόσα χρόνια που πέρασαν αγάπησε πολλές. Μα δεν ερωτεύτηκε ξανά, ποτέ, καμμίαν άλλη.

Βροχερή νύχτα στην Πόλη. Το αμάξι παρκαρισμένο σ’ ένα απόμερο σημείο, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουν. Τα τζάμια θολά από τη θέρμη τους. Το στέρεο παίζει ένα δίσκο που Εκείνος έγραψε ειδικά για Εκείνη. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Χαϊδεύονται. Κλαίνε. Πώς αλλιώς;

Το τηλέφωνο χτυπά. Δίνουν ραντεβού. Έρχεται αμίλητη, χλωμή. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Κλαίνε.

Κάνουν ολοκληρωτικό έρωτα, όπως τότε.

Τα μάτια της φρουμάζουν στη θέα του Μαχαιριού. Μεγάλο, σαφώς πάνω από τα όρια του Νόμου. Αστραφτερό. Παγωμένο. Θανατηφόρο.

«Μη φοβάσαι», της λέει. «Δεν είναι για σένα».

Αυλή στρατοπέδου. Ο Λοχίας εκπαιδεύει τους νεοσύλλεκτους, που είναι καθισμένοι γύρω γύρω,  στη χρήση της ξιφολόγχης. Τον διαλέγει για μοντέλο. Σηκώνεται όρθιος, κάνει δυό βήματα μπροστά,  και ο Λοχίας τον αγκαλιάζει  από πίσω, κι όπως τον έχει εκεί  ακινητοποιημένο,  με τα χέρια κάτω από τις μασχάλες του, κάνει πως τού μπήγει την ξιφολόγχη: ανάποδα,, από μπροστά προς τα πίσω, από κάτω προς τα πάνω. «Κάτω από τα πλευρά πρέπει, με κατεύθυνση και φορά προς την καρδιά.» Πώς αλλιώς;

Εκείνη έχει φύγει. Για πάντα, πια. Η λάμα αστράφτει. Παγωμένη. Θανατηφόρα. Ανάποδη, από μπροστά προς τα πίσω, από κάτω προς τα πάνω, με κατεύθυνση και φορά προς την καρδιά.

Πώς αλλιώς;


<μ<

11 Μαρ 2013

ποσειΔώνιο κολυμβητήΡιο




Ο σκυλάκος με το λουράκι απαυτώνει τη σκυλίτσα με το γιλεκάκι, κι είναι αστείο, αλλά κάτι έχει αλλάξει, στο ακόμα πιο αστείο- το παληκαράκι κρατάει από το χέρι την κοπελίτσα, κι είναι πάντα όμορφο, μα κάτι έχει αλλάξει, στο ακόμα πιο όμορφο- ο ήλιος λιώνει στη δύση σε χίλια χρώματα, κι είναι πάντα εντυπωσιακό, αλλά κάτι έχει αλλάξει- στο μεγαλειώδες 

Μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ήταν ένας Χειμώνας, κρύος, βαρύς, γκρίζος, θλιμμένος- κι ήρθε και τον βρήκε μια Άνοιξη γλυκιά, ανθισμένη, χρωματιστή- και γέννησαν ένα ζεστό- Καλοκαίρι- μια φορά κι έναν καιρό- ήταν ένας Χειμώνας αβάσταχτος- κι ήρθε και τον βρήκε μια Άνοιξη- λαφριά- 

κι έκαναν δυό παιδιά- το Καλοκαίρι-λες;

και το Φθινόπωρο

<μ< — στην τοποθεσία Thessaloníki.

22 Φεβ 2013

νύΧτα καταιΓίδας





κι όταν το ποτάμι του χρόνου γυρίσει πίσω
κι όταν η βροχή του πόνου γυρίσει
στον ουρανό
κι όταν η ομίχλη του μόνου ξαναμπεί
στον Ωκεανό
κι όταν η θέρμη του Ήλιου ξανακλειδώσει
στο χημικό της Δεσμό


τότε κι εγώ θα πάψω
να σ’ Αγαπώ

6 Φεβ 2013

χάσΜα




Εσύ αυτόχθων - λέει - στον Παράδεισο
εγώ πρόσφυγας στην Κόλαση

<μ<

31 Ιαν 2013

Al Kawthar - ("και δεν θα ξαναΔιψάσεις")




Στον Παράδεισο είναι - λέει- ένα ποτάμι
που όταν πιείς μία φορά ποτέ ξανά
δεν θα διψάσεις

και τί Παράδεισος θά είν' αυτός, Αγάπη μου
που όσο πίνω απ' γλυκά σου χείλη 
τόσο διψάω πιό πολύ;

<μ< — στην πόλη Casablanca, Morocco.

Η ανθρώΠινη τραγικΩμΩδία




Όλα τα θέλεις
πριν είναι αργά
Πολλά μπορείς 
πριν είναι αργά

Όλα τα ξέρεις
όταν είναι πια
αργά

<μ< — στην πόλη Casablanca, Morocco.




Απ' όλα τ' αρώματα της Ανατολής
προτιμώ το δικό σου
Απ' όλα τα χρώματα της Δύσης
προτιμώ το χαμόγελό 
σου

<μ< — στην πόλη Rabat, El Kelaa des Srarhna.