3 Μαρ 2014

η δευΤέρα της στάΧτης



Μια βόμβα μες στο στήθος μου χτυπάει, χτυπάει
"τίκ τάκ, τίκ τάκ, τίκ τάκ, τίκ τάκ"- και μού μιλάει, μιλάει:

"πέτα με, πέτα με μακριά, για να γλυτώσεις, γλυτώσεις!
είμαι μαρτύριο φρικτό άμα με νιώσεις!
πέτα με, πέτα με αλλού, είμαι καταραμένη!
χωρίς εμένα, η Ζωή σε περιμένει!"



Μια βόμβα μες στο στήθος μου χτυπάει, χτυπάει
Πότε, αχ, πού θα εκραγεί; Χτυπάει
Χτυπάει

<μ<


26 Φεβ 2014

όΛα τα ροΛόγια του κόσμου πηγαίνουν Λάθος




η μόνη σωστή Ώρα, Αγάπη μου, είναι κείνη
που θα σε ξαναδώ

<μ<



Χαρακτικό του Τάσσου

18 Φεβ 2014

προΦητικόν



Και θα πουλάν το αίμα σου μαζί με τα σκουπίδια
για να το πίνουν Σκοτεινοί, και Συνεργοί

και τη φωτιά σου θα τη λεν "αποκαΐδια"
και την αλήθεια σου "αφέλεια παιδική"


<μ<

12 Ιαν 2014

Georges Bizet, Κάρμεν: "Habanera"



Έρωτα, άγριο πουλί
που δε σε δάμασε ποτέ κανείς
και κάθε κάλεσμα αγνοείς
αν δε γουστάρεις να δεχτείς!

Ούτε απειλές ή παρακάλια
ούτε γλυκόλογα, μόνο σιωπή
από αυτόν που προτιμώ
δεν λέει κουβέντα, αλλά τον ποθώ!

Έρωτα! Έρωτα! 
Έρωτα! Έρωτα!

Ο Έρωτας είναι Τσιγγάνος
νόμο δε γνώρισε ποτέ, ποτέ
αν δε με θες, εγώ σε θέλω
κι αν σε θελήσω, τότε πρόσεχε!

αν δε με θες, αν δε με θες εγώ σε θέλω
μ' αν σε θελήσω, αν σε θελήσω, 
πρόσεχε!

Το πουλί που νόμιζες δικό σου
πέταξε, έκανε φτερά
Είναι μακριά, περίμενέ το
Θα έρθει όταν δεν ελπίζεις πια!

Δίπλα σου είναι, κοίτα, πιάστο, πιάστο!
έρχεται, φεύγει, και ξαναγυρνά
λες πως τό’χεις, σού ξεφεύγει
λες να ξεφύγεις, σε κρατά!

Έρωτα! Έρωτα! 
Έρωτα! Έρωτα!

Ο Έρωτας είναι Τσιγγάνος
νόμο δε γνώρισε ποτέ, ποτέ
αν δε με θες, εγώ σε θέλω
κι αν σε θελήσω, τότε πρόσεχε!

αν δε με θες, αν δε με θες εγώ σε θέλω
μ' αν σε θελήσω, αν σε θελήσω, 
πρόσεχε!


Habanera του Georges Bizet από την όπερα "Κάρμεν"
μετάφραση Μίλτος Σαρηγιαννίδης 
με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος για τη μετάφραση αυτή

4 Ιαν 2014

"Να είσαι, ή να μην είσαι: αυτό είναι το ζήτημα."



Να είσαι, ή να μην είσαι: αυτό είναι το ζήτημα.
Αν είναι για το νου πιο αξιοπρεπές να υποφέρει 
τα βέλη και τις μαχαιριές της άγριας μοίρας,
ή να παίρνει τα όπλα, κόντρα σε μία θάλασσα αντιξοότητες,
και να τους βάζει τέρμα, πολεμώντας; Θάνατος. Ύπνος,
τίποτ’ άλλο- Και μ’ έναν μόνον ύπνο να λες πως τέρμα πιά
ο πόνος της καρδιάς και τα χιλιάδες πλήγματα,
κληρονομιά της σάρκας- να μια τελείωση
που αρμόζει της βαθιά να λαχταράς. Θάνατος, ύπνος,
ύπνος- ίσως, όνειρα: αχ, νά ΄την η παγίδα:
Γιατί σ’ αυτόν τον ύπνο του θανάτου, άραγε, τί όνειρα να‘ρθούν, 
Σαν θά ΄χεις πια αποτινάξει τούτο το θνητό κουβάρι;
Στάσου και σκέψου: Να μια άποψη
που κάνει τη μακροζωία να φαντάζει συμφορά.
Γιατί ποιός θ’ άντεχε τις  πίκρες και τις βουρδουλιές του χρόνου,
το άδικο του καταπιεστή, τη σκληρότητα της περηφάνιας,
τη μαχαιριά του απαξιωμένου έρωτα, την έπαρση του νόμου, 
την κατάχρηση της εξουσίας και τη χλεύη
της  συνετής της αρετής  απ’ τον ανάξιο, 
αν – λέει - μπορούσε μόνος του να εύρει τη γαλήνη
μ’ ένα γυμνό στιλέτο; Ποιός θα τ’άντεχε, τόσα βάσανα,
να βογγά και να ιδρώνει σε μια ζωή ταλαιπωρίας,
αν δεν υπήρχε ο τρόμος για κάτι μετά θάνατο,
για την ανεξερεύνητη τη χώρα, που απ’ τα σύνορά της
κανένας ταξιδιώτης δε γυρίζει-
ο τρόμος, που μπερδεύει τη βούλησή μας,
και μας κάνει ν’ ανεχόμαστε τα τόσα μας παθήματα,
αντί να φτερουγίσουμε προς άλλα, άγνωστά μας.
Έτσι, η επίγνωση μας κάνει όλους μας δειλούς.
Το υγιές το χρώμα της αποφασιστικότητας
μολύνεται από της σκέψης τη χλωμάδα
κι εγχειρήματα μεγάλης βαρύτητας κι ουσίας
μ’ αυτήν την έγνοια, λοξεύουν την ορμή τους
και χάνουνε το όνομα της δράσης.


***
William Shakespeare, Hamlet
μετάφραση <μ< (c)






31 Δεκ 2013

ωΔή στη θάΛασσα



Εδώ στο νησί
η θάλασσα
και τί θάλασσα
όλη την ώρα 
λέει «ναι», λέει «όχι»,
λέει «όχι, όχι, όχι»
λέει «ναι», σε μπλε
σ’ αφρό, σε καλπασμό,
λέει «όχι, όχι».
Δε μπορεί να μείνει ήσυχη,
«με λένε θάλασσα», λέει και ξαναλέει,
χαστουκίζοντας ένα βράχο,
μα δεν τον πείθει, και τότε,
μ’ εφτά πράσινες γλώσσες,
κι εφτά πράσινες τίγρεις,
κι εφτά πράσινες θάλασσες,
τον τριγυρίζει, τον φιλά
τον καθυγραίνει
και, χτυπώντας τα στήθια της, λέει και ξαναλέει
τ’ όνομά της.

Ω θάλασσα, έτσι σε λένε.
Ω, σύντροφε ωκεανέ, 
μη χάνεις χρόνο και νερό,
και μην παραχτυπιέσαι,
αλλά, βοήθησέ μας.
Είμαστε μικρούτσικοι
ψαράδες,
άνθρωποι της ακτής,
κρυώνουμε, πεινάμε,
και σ’ έχουμε εχθρό.
Μη μας χτυπάς τόσο σκληρά,
και μην ουρλιάζεις έτσι,
άνοιξε τα πράσινά σου τα σεντούκια
και δώσε μας
σ’ όλους εμάς,
τ’ ασημένιο σου δώρο:
το ψάρι ημών το επιούσιο.



Pablo Neruda
μετάφραση Μίλτος Σαρηγιαννίδης (c)



28 Δεκ 2013

ξέρΕις



Ξέρεις, είχα πάψει καιρό ν' αναπνέω- άλλοι λένε δισεκατομμύρια χρόνια, άλλοι μια στιγμή- μα ναι, είχα πάψει πολύ καιρό ν' αναπνέω- πριν σ' Αγαπήσω 

Ξέρεις, θα πάψω και μετά, γι αυτό
βιάσου

<μ<




photos: Endless_Time / Sanctuary
by gerhardt.deviantart.com

25 Δεκ 2013

Αγάπη = ομορφιά = χαρά

"Γιατί περάσαν αιώνες και αιώνες, και δεν έχουμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό"... Και γιατί η Αγάπη, εκτός από Ομορφιά, είναι και πρέπει να είναι και Αλλεγκρία (Χαρά), αλλιώς τίποτα δεν έχει Νόημα... 

"Ηρτάμο να σας φέρμε την Αστρίνα"!

9 Δεκ 2013

λεμοΝοφέγγαρο



Άκου, λεμονοφέγγαρο
λαμπρό και μακρινό
Κοίτα, λεμονοφέγγαρο
να μη μού βγεις ξυνό

Μύρισε το άρωμά Της
στο Μαύρο Ουρανό
Νιώσε, λεμονοφέγγαρο
πόσο Τη θέλω.

<μ<

4 Δεκ 2013

ο μπάΣταρΔος έρωΤας



Έρωτας και Θάνατος. Κάποιοι λένε πως γύρω από αυτούς τους δύο Πόλους περιστρέφεται η ανθρώπινη ζωή. Η κάθε ανθρώπινη ζωή. 

Ο Έρωτας όμως εκτός από πόλος είναι και μούλος, μπάσταρδος: Έχει κάτι από Αθανασία και κάτι από Χαμό.

Τρεις φορές ερωτεύτηκα ολοκληρωτικά στη ζωή μου: η πρώτη ήταν η Μάγια η Μέλισσα, τί ελπίδες να έχω, ο κακόμοιρος ο Βίλλυ. Η δεύτερη ήταν κάτι μεταξύ της Μαρίας Πολυδούρη και της Βασίλισσας του Πάγου, της έκανα τη χάρη, αυτοκτόνησα. Η τρίτη ήταν απλά θεοπάλαβη, γι αυτό και μ’ ερωτεύτηκε κι εκείνη, μα οι παλαβομάρες μας ήταν τελικά υπερβολικά διαφορετικές, και δεν άντεξαν μαζί. Κάποιες που σκάνε από ζήλια, γιατί δεν κατάφερα να τις ερωτευτώ, λένε πως την τρίτη δεν την ξεπέρασα ακόμα. Μάλλον την μπερδεύουν με τη μοναξιά μου. Τί παρανόηση.

Άκου όμως, Αυτοκρατορίες χάνονται στο βυθό, Βασίλεια σκεπάζονται από άμμο. Και κανείς δε θυμάται τίποτα. Και κανένας δεν άκουσε, δεν είδε. Και κανείς ποτέ δε μαθαίνει. Μην κλαψουρίζεις για παλιές αγάπες. Και μπάσταρδους Έρωτες.

Μπάσταρδος, εκτός από τον Έρωτα, είναι και ο Ύπνος, και σιγά μην είναι αδελφός του Θάνατου. Ο Θάνατος, όσο φρικτός κι αν είναι για τους ζωντανούς, έχει την αξιοπρέπεια του Απόλυτου, του Αιώνιου, του Αμετάκλητου. Ενώ ο Ύπνος… Μια πεπερασμένη βιολογική ανάγκη πεπερασμένων βίων. Και μη μού πεις σε παρακαλώ για τα Όνειρα. Αυτά που εννοείς «Όνειρα», κι εκστασιάζεσαι, είναι τα του Ξύπνιου, όχι τα του Ύπνου. Τί παρεξήγηση.

Κι ο καφές έχει παράξενη γεύση όταν ξεχάσεις να βάλεις καφέ. Κι η ζωή έχει παράξενη γεύση όταν ξεχάσεις να βάλεις ζωή. Όμως ένα ακρωτηριασμένο φυτό δεν μας προξενεί καθόλου φρίκη, ενώ ένα ακρωτηριασμένο φαγώσιμο ζώο πολύ λιγότερη από ένα ακρωτηριασμένο μη φαγώσιμο ή, τί φοβερό, από έναν ακρωτηριασμένο άνθρωπο. Τί αδικία.

Εν ολίγοις, απόψε που κρύωνα, και νύσταζα, κι έξω έκανε παγωνιά, βαριόμουν θανάσιμα να κατέβω να ανεβάσω το ποδήλατό μου πέντε ορόφους σκάλες, κι έτσι, τί πιο λογικό (!!!), ντύθηκα ζεστά, το πήρα, κι ανέβηκα ως το Φιλίππειο, στο Σέιχ Σου, 330 μέτρα υψόμετρο. 

Ύστερα, όρμηξαν οι Σκιές, που λέγαμε, 
και με τύλιξαν.

<μ<

24 Νοε 2013

να βλέΠω να γεΛάς





να βλέπω να γελάς

και τίποτ' άλλο

να βλέπω να γελάς-

τί πιο μεγάλο;

<μ<

17 Οκτ 2013

αΈρας



Φυσάει ένας βοριάς ανηλεής
Φυσάει ένας βοριάς με παρασέρνει
Φυσάει ένας βοριάς κι όλα τα παίρνει
Μικρά μεγάλα

Φυσάει ένας βοριάς και φέρνει
Άλλα

<μ<

10 Οκτ 2013

μέρεΣ τοΥ '13



Γόβες στα σκουπίδια
στους βρώμικους, άσχημους, θορυβώδεις δρόμους
φλύαροι άναρθροι αβάσταχτοι
άνθρωποι

<μ< 

E




Ελευθερία, έχεις γεύση 
Προδοσίας.

<μ<


"Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν"



Η Θάλασσα του Οκτώβρη, ζεστή, ταραγμένη, έρημη, είναι πάντα το ίδιο απρόσμενα αισθησιακή. ΓΙα την ώρα βέβαια εδώ στη Θεσσαλονίκη έχει μετακομίσει στον ουρανό.

Καλημέρα!

photo: there_is_a_treason_at_sea_by_brandtcampbell-d67t0ak @ deviantart

ΑΝΘΡΩΠΟΦάΓΟΙ



Μη ρωτάς "γιατί"
ρώτα ποιός τους άνοιξε 
την Πόρτα.

1 Οκτ 2013

μικρό λευΚό



"Τί σού'χα πει; Φτιάξε λευκό πουκάμισο από σύννεφο
να το φοράς κατάσαρκα στη μαύρη σου πληγή, 
να το φοράς, να μη πονάς, όταν μαυρίζουν
οι Ουρανοί,
να το φοράς, να μη πονάς, όταν χτυπούν 
οι Κεραυνοί"

5 Σεπ 2013

Λίζα, Σεπτέμβριος 2006- 5 Σεπτεμβρίου 2013



Μια μικρή ψυχούλα που σε κοιτούσε μέσα στα μάτια και σού μιλούσε στην παγκόσμια γλώσσα της αγάπης. Μια αγνή, άκακη ψυχούλα, μια ολόγλυκη παρουσία, που γέμιζε το σπίτι με θαλπωρή, και τους υποδεχόταν όλους, οικογένεια και φίλους, γνωστούς και αγνώστους, με τρυφερά νιαουρίσματα, αγκαλιές και χάδια. Αυτή ήταν η Λίζα η γατούλα. Κατακτούσε αστραπιαία όλους όσους την γνώριζαν- όλοι τη λάτρευαν, ακόμα και όσοι δε χωνεύουν τις γάτες, γιατί ήταν αξιολάτρευτη. 



Αυτό το αθώο πλασματάκι, η λατρεμένη μου Λιζούλα, βασανίστηκε τόσο πολύ πριν ξεψυχήσει… Εκεί που ήταν γεμάτη υγεία, μέσα σε μερικές μέρες κατέρρευσε. Στην αρχή σταμάτησε να τρώει, και κρυβόταν στα πιο σκοτεινά και ήσυχα σημεία. Ήταν τόσο αδύναμη, που προχωρούσε ένα δυο μέτρα και ξάπλωνε στο πάτωμα. Υπέφερε σιωπηλά, καρτερικά, χωρίς διαμαρτυρίες, μόνο όταν την ενοχλούσα για να την πάω στο γιατρό ή για να την ταΐσω όσο μπορούσα με το ζόρι, διαμαρτύρονταν λίγο, με τον πονεμένο της τρόπο, χωρίς ποτέ μα ποτέ να εκδικείται για το ζόρισμα. Χτες και προχτές περάσαμε ώρες και ώρες αγκαλιά, για να ανέβει ψυχολογικά και να φάει, για να πάρει τον ορό της, για να κάνει τις εξετάσεις της. Υπέμενε τα πάντα με απέραντη αξιοπρέπεια. Τα όμορφα ματάκια της ήταν όμως πάντα ανοιχτά, δεν ησύχαζε στιγμή το μωράκι μου, και δεν βελτιωνόταν, ό,τι και αν κάναμε γι αυτήν.


Η Λίζα πέθανε σήμερα τα ξημερώματα στις πέντε, μετά από αυτήν την αναπάντεχη, ξαφνική, κεραυνοβόλο αι μυστηριώδη ασθένεια. Το μικρό της κορμάκι γεμάτο τρυπήματα, το λαμπερό της τρίχωμα ξυρισμένο σε πολλά σημεία για αιμοληψίες και παρακεντήσεις.

Ήταν εφτά ετών. Και θα μού πεις, εδώ άνθρωποι, παιδιά πεθαίνουν, κι εσύ μού μιλάς για τη γάτα σου… Όσοι έχετε ή είχατε ζωάκια συντροφιάς καταλαβαίνετε πόσο δένεσαι μ’ ένα τέτοιο πλασματάκι. Όσοι δεν είχατε ποτέ, δεν περιμένω να καταλάβετε, δεν μπορείτε…

Λιζούλα, γλυκιά μου, λατρεμένη γατούλα, αγάπησες πολύ, κι αγαπήθηκες πολύ. Αναπαύσου τώρα, κοριτσάκι μου όμορφο και πονεμένο. Θα μάς λείψεις. Πάρα πολύ.


Ο μπαμπάς Μίλτος




31 Αυγ 2013

μαύρα σύΝΝεφα στην ανατολή



κι έρχεται κάποτε η στιγμή 
να ζήσεις τους φόβους σου 

θα παραλύσεις; θ' αγωνιστείς; θα νικηθείς; 
θα ξαναγελάσεις; 

 <μ<

24 Αυγ 2013

αποχαιρεΤισμός σΤην ανΤίπαρο



Αυτό το νησάκι τ'αγαπάω
γιατί έζησα αγαπημένα

αυτό το νησάκι τ'αγαπάω
γιατί αγάπησα εσένα

.......
(χάνοντας ένα νησί
διεκδικείς τη θάλασσα)

ΥΓ Θεέ μου, πόσο ~Καλοκαίρι~ ξοδεύεις
για να μη βλέπουμε το ~Χειμώνα~!

<μ<
Αντίπαρος, 20 Αυγούστου 2013