30 Ιουν 2013

πρωΘύστερα



Ύστερα μισοξύπνησε, από έναν βαθύ, θολό ύπνο- ήταν ξαπλωμένος, ολόγυμνος, σ’ έναν κρύο οβάλ πάγκο- δυό τρεις μορφές υπήρχαν τριγύρω, στο μισοφωτισμένο χώρο- μία απ’ αυτές γύρισε και τον κοίταξε- δεν ήταν άνθρωπος

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο παράδοξο, πόσο απίστευτη είναι η ύπαρξη- του καθενός μας χωριστά, και όλων μας μαζί. Πόσο απίστευτη σύμπτωση να κατοικούμε σ’ αυτόν ειδικά τον πλανήτη, που δεν είναι ούτε πολύ ζεστός, ούτε πολύ κρύος, ούτε πολύ σκοτεινός, ούτε πολύ φωτεινός, ούτε πολύ βαρύς, ούτε πολύ ελαφρύς. Πόσο απίστευτη σύμπτωση είναι, να χρειαζόμαστε ύπνο, και να υπάρχει η νύχτα, να χρειαζόμαστε οξυγόνο, και ο αέρας να είναι γεμάτος από αυτό, να χρειαζόμαστε νερό, και να υπάρχουν οι βροχές, να χρειαζόμαστε φαγητό, και να υπάρχει η θάλασσα, το δάσος, τα φυτά και τα ζώα. Πόσο τιτανοτεράστια σύμπτωση, τόσες και τόσες ατομικότητες, να συντονίζονται σε μια, κοινή- λίγο ή πολύ- πραγματικότητα

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο παράδοξη σύμπτωση ήταν, απ’ όλη την ιστορία του Σύμπαντος, απ’ όλη την πορεία της Ανθρωπότητας, εκείνος, ο εαυτός του, ο συγκεκριμένος του εαυτός, να ζει αυτήν ακριβώς τη συγκεκριμένη στιγμή, σε αυτόν ακριβώς τον συγκεκριμένο τόπο, να μιλάει αυτήν ακριβώς τη γλώσσα, να σκέφτεται, μέσα στο σάρκινο μυαλό του, αυτά ακριβώς τα συγκεκριμένα αδέξια λόγια

- το μη- άνθρωπος τού χαμογέλασε- όσο μπορεί ένα μη- άνθρωπος να χαμογελάσει-

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο παράξενο είναι ένας άνθρωπος να καταφέρνει να ζει τόσα χρόνια, όταν περνάει την πρώτη εποχή της ζωής του τόσο ευάλωτος, ανίσχυρος κι ανήμπορος, όταν σε όλη του τη ζωή αρκεί μια μέτρια κρούση για να του λιώσει το κρανίο, όταν κάθε στιγμή αρκεί ένα ρεβυθάκι για να του κλείσει την ανάσα, όταν αρκεί ένα ρευματάκι για να του σταματήσει την καρδιά

Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο θαυμάσιο είναι που ο άνθρωπος μπορεί να διασχίζει τον αέρα, όταν αρκεί ένα φύσημα για να συντριβεί, πόσο υπέροχο είναι που ο άνθρωπος μπορεί να διασχίζει τη θάλασσα, όταν αρκεί ένας κυματισμός για να πνιγεί, πόσο απίστευτο είναι που μπορεί να χτίζει σπίτια, όταν αρκεί μια δόνηση για να γκρεμιστούν, πόσο μεγαλειώδες είναι που μπορεί ο Άνθρωπος να κάνει όνειρα, όταν αρκεί ένας  κυματισμός της Τύχης, για να τα ματαιώσει 

- αυτά σκεφτόταν, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ξαπλωμένος πάνω στον φιλόξενο, λείο βράχο

- μέσα στη θαλασσινή σπηλιά

- τα τρία δελφίνια κολύμπησαν για λίγο ακόμα τριγύρω του

- κι ύστερα, σα να του έλεγαν αντίο, σφύριξαν παιχνιδιάρικα, όλα μαζί

- και χάθηκαν βουτώντας βαθιά, στα τυρκουάζ

- απέραντα νερά.

<μ<



10 Ιουν 2013

ΝύΧτα καΤαιΓίδας



Θά ’θελα να σού ήμουν απαραίτητος, όχι όπως ο αέρας, μα όπως το γαλάζιο φως του δειλινού. Θά ’θελα να σού προκαλώ μια γλυκιά ταραχή, σαν διπλανή καταιγίδα- που οι κεραυνοί της, χτυπάνε αλλού. 

Να μετράμε μαζί τα δευτερόλεπτα ανάμεσα στην αστραπή και στη βροντή, και να τα πολλαπλασιάζουμε επί 300, και να βγαίνει μακριά. Να μετράμε μαζί τα χρόνια ανάμεσα στην προσμονή και στη λησμονιά, και να βγαίνουν πολλά. Θά ’θελα να μετράμε μαζί την Ανυπαρξία, και να βγαίνει μια σταλιά.

Καληνύχτα, αγάπη. Ήθελα, όλο κι όλο, 
μιάν αγκαλιά.

<μ<

4 Ιουν 2013

εΥτοπία



δε θέλω να υποκρίνεσαι πως όλα πάν καλά
δε θέλω να μού λες πως το στραβό θα ισιώσει
δε θέλω να μού τάζεις πως ο φαύλος
θα πληρώσει

θέλω απλά, όσο μπορείς, να μού χαμογελάς
και αν τυχόν και μ' αγκαλιάσεις λίγο, πριν να σβήσω
σε τούτον τον βασανισμένο Κόσμο, της φθοράς
τί άλλο να τολμήσω
να ελπίσω;

<μ<

3 Ιουν 2013

εΞομολόγηση





αγάπη - παρεξηγημένη μου

αγάπη - συκοφαντημένη μου 
αγάπη - εξευτελισμένη μου 


αγάπη μου - κακοποιημένη 

αγάπη μου - βιασμένη 
αγάπη μου - δολοφονημένη 


αγάπη μου

αγαπημένη 


<μ<

30 Μαΐ 2013

η δελΦική σίΒυΛΛα


Σ' όποια σκέψη κι αν ψάξω 
πάλι εσένα θα βρω 
κι όποια αλήθεια φωνάξω 
πάλι εσένα 
θα πω

<μ<




28 Μαΐ 2013

η αρΧαία σκουΡιά



Όταν αναμετρώνται η αξιοπρέπεια με την αλητεία, νομοτελειακά, νικάει η αλητεία. Γιατί τα όπλα της αλητείας η αξιοπρέπεια δεν καταδέχεται να τα χρησιμοποιήσει, ενώ στα όπλα της αξιοπρέπειας, η αλητεία έχει ανοσία. 

 Τα υπόλοιπα, τα λέμε για να παρηγοριόμαστε... 

<μ<

πού πάΝε τα χρώΜατα



Πού πάνε τα χρώματα, όταν περνούν τα καλοκαίρια; 

Ίσως, αν τρέξουμε δυνατά, όλοι μαζί, κρατώντας την ανάσα μας,
 να τα ξαναβρούμε.

<μ<

 photo: "free" by ssuunnddeeww.deviantart.com

22 Μαΐ 2013

ΜέΡες ΤΑΡΑΧΉς



στις ΕΣΟΧΈΣ του ΑΈΡΑ πλανιούνται ΕΝΟΧΈΣ κατά ΜΗΚΟς του ΠΛΗΘΟυΣ δεν έχει ΣΩΤΗΡΙΑ κραυγάζει στο μυαλό μια ΑΡΤΗΡΙΑ δυνατά κι εσύ να ψάχνεις απελπισμένα για ΠΕΡΑΣΜΑ ζητούσες τη χαρά στο ΜΟΙΡΑΣΜΑ μα κάθε σου ΝΙΚΗ έκρυβε ΦΡΙΚΗ κι η ΛΟΓΙΚΗ φαντάζει τώρα ΕΧΘΡΙΚΗ σαν ΤΕΡΑΣ σαν άσπλαχνος ΠΑΤΕΡΑΣ- ΚΑΙΝΟΣ ψυχή και σώμα πόσες φορές ακόμα; Πόσο ΚΑΡΤΕΡΙΚΟΣ; Πότε καπνός;

αΥτά είΠε ο συναΘροιστής




1.1 Αυτά είπε ο Συναθροιστής, ο γιός του Δαυίδ, ο βασιλιάς του Ισραήλ, στην Ιερουσαλήμ:
1.2 «Πιο μάταια κι από μάταια», είπε ο Δάσκαλος, «πιο μάταια κι από μάταια,  τα πάντα είναι μάταια.
…
3.1 Για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος και καιρός, για όλα όσα υπάρχουν στη γη.
3.2 Καιρός να κάνεις παιδιά, και καιρός να πεθάνεις. Καιρός να φυτέψεις, και καιρός να ξεριζώσεις εκείνο που φύτεψες..
3.3 Καιρός να σκοτώσεις και καιρός να γιατρέψεις, καιρός να γκρεμίσεις, και καιρός να χτίσεις.
3.4 Καιρός να κλάψεις και καιρός να γελάσεις, καιρός να θρηνήσεις και καιρός να χορέψεις.
3.5 Καιρός να πετάς πέτρες και καιρός να τις συνάγεις, καιρός ν’ αγκαλιάσεις και καιρός ν’ αποδιώξεις την αγκαλιά.
3.6 Καιρός ν’ αναζητήσεις και καιρός να απωλέσεις, καιρός να διαφυλάξεις και καιρός να πετάξεις.
3.7 Καιρός να σκίσεις και καιρός να ράψεις, καιρός να σιγήσεις και καιρός να μιλήσεις.
3.8 Καιρός ν’ αγαπήσεις και καιρός να μισήσεις, καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης.
3.9 Και ποιό λοιπόν το κέρδος για όποιον μοχθεί για όλ’ αυτά;
3.10 Είδα λοιπόν πως είναι βαρύς ο μόχθος που φόρτωσε ο Θεός στους ανθρώπους.
3.11 Όλα τα έφτιαξε καλά στον καιρό τους, αλλά μαζί με την αίσθηση του χρόνου, έδωσε στην καρδιά των ανθρώπων την ιδιότητα να μην μπορεί να συλλάβει το έργο του από την αρχή μέχρι το τέλος.  
3.12 Και κατάλαβα ότι τίποτ’ άλλο δεν αξίζει από το να περνάς καλά και να κάνεις το καλό.
3.13 Να τρώς και να πίνεις και να βγαίνει και κάτι καλό από το μόχθο σου [.].
3.15 Γιατί ό,τι έγινε, έγινε, κι όσα θα γίνουν, είναι σαν να έχουν ήδη γίνει.
3.16 Και είδα στον τόπο της απονομής δικαιοσύνης να κυριαρχεί η αδικία, και στη θέση του δικαίου να καμαρώνει ο άδικος.
3.17 Και είπα στην καρδιά μου, ας τους κρίνει ο Θεός, γιατί για κάθε πράγμα και για κάθε πράξη υπάρχει ο κατάλληλος καιρός.
3.18 Και είπα στην καρδιά μου, πως οι άνθρωποι δε διαφέρουν από τα ζώα, παρά μόνο ως προς τον λόγο. 3.19 Και σίγουρα η  κατάληξη των ανθρώπων και η κατάληξη των ζώων είναι κοινή: Όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι, έτσι πεθαίνουν και τα ζώα, έχουν, άνθρωποι και ζώα, το ίδιο πνεύμα. Και τι παραπάνω έχουν λοιπόν οι άνθρωποι από τα ζώα; Τίποτα, γιατί όλα είναι μάταια. 3.20 Τα πάντα σ’ έναν τόπο. Όλα έγιναν από χώμα, στο χώμα όλα θα επιστρέψουν. 3.21 Ποιός είδε τάχα ποτέ τ’ ανθρώπινο πνεύμα ν’ ανεβαίνει στον ουρανό, και το πνεύμα του ζώου να επιστρέφει στη γη;
3.22 Συμπέρανα λοιπόν, πως το μόνο που αξίζει είναι να χαίρεσαι τη ζωή σου, γιατί αυτή σού έλαχε, και κανείς δε μπορεί να σού πει τι θα συμβεί όταν δεν θα υπάρχεις».

Εκκλησιαστής
μετάφραση <μ<

19 Μαΐ 2013

ΟΧΤώ ήΛΙΟΙ

.


Κοίταξα τον Ήλιο
στα μάτια

οχτώ φορές

νύχτωσε

κι είχα, λέει,
οχτώ Ήλιους
στα μάτια!





Αλιάκμονας (Πιέρια), 7 Ιουνίου 2009
"την ώρα που μαυρίζου τα νερά"

18 Μαΐ 2013

μορυΧό



νά χα λέει μιαν αγάπη να τη γέμιζα φιλιά 
νά χα λέει μιαν αυλή να τη γέμιζα παιδιά 
νά χα λέει μια ψυχή
χωρίς καρφιά 

< μ <

αναπτύΞατε



Ο γέρος αφορίζει ως «αποξένωση» το καινούργιο που φοβάται. Ο γέρος κλαψουρίζει για «την καταστροφή της γης», αυτό μια ζωή έχει μάθει να αιτιάται. Ο γέρος πάει στην Κίνα να πουλήσει ό,τι δεν του ανήκει. Ο γέρος ταμπουρώνεται πίσω από τα «κεκτημένα» του. Ο γέρος βγαίνει πρόωρα στη σύνταξη να προλάβει. Ο γέρος λουφάζει. Είναι φυσικό. Το γέρο μόνο το τομάρι του τον νοιάζει. 

 ;;;;;Ο νέος;;;;; 

<μ<

16 Απρ 2013

Αμήν λέΓω υΜίν



Αγάπα τον πλησίον σου
όσο αξίζει

<μ<

5 Απρ 2013

νυχτεριΝό




"έλπιζε κάθε βράδυ σ' ένα όνειρο 
πάλευε το πρωί μ' έναν ακόμα
εφιάλτη" 

<μ<


Eugène Thivier (1845-1920), "Le Cauchemar"
musée des Augustins, Toulouse

2 Απρ 2013

Το ΣΧέΔΙο




Ο προ-μακαρίτης ο Σάκης ο Καραμπουρναλίδης ήταν ευτυχισμένος. Όλα ήταν όμορφα και χαλαρά εκείνο το Σαββατόβραδο, όπως παλιά- η Σούλα δίπλα του κατάξανθη. Το σιντί, που έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Μάκη, και το πρώτο του Παντελή, στη διαπασών. Τα γκάζια, στην παραλιακή, τσίτα. Τα πρώτα (πεντέξι) ουισκάκια, στο πρώτο μαγαΖί της βραδιάς, καραμπόμπα. Ο δρόμος μπροστά, για το δεύτερο, το μεταμεσονύκτιο μαγαΖί, ορθάνοιχτος, και τα σκυλιά εντελώς δεμένα. Όπως παλιά. Τελείως παλιά. Πριν τα Μνημόνια, πριν την Κρίση, πριν την Τρόικα, πριν την απόλυση του Σάκη, πριν την μετακόμιση στο σπίτι των σκατόγερων, πριν τη συρρίκνωση, πριν την ανασφάλεια, πριν την μιζέρια, πριν τη φτώχεια, πριν τη μαύρη εργασία από δω κι από κει, για ένα χαρτζηλίκι. 

Απόψε όμως όλα ήταν όπως παλιά. Είχε δανειστεί το αμάξι του μικρού, του «προκομμένου», είχε κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο του μαγαΖί στο Αεροδρόμιο, όπως παλιά, η Σούλα είχε ντυθεί και στολιστεί σαν Σαλονικιά, δηλαδή στον υπέρτατο δυνατό βαθμό, όπως παλιά, το χαρτζηλίκι που είχε μαζέψει επαρκούσε, όχι όπως παλιά, αλλά σίγουρα για να περάσουν μια βραδιά σαν Άρχοντες, όπως παλιά, η βενζίνη ήταν ακόμα άκαφτη, και το βράδυ προβλέπονταν καυτό. Όπως παλιά. Κι ας πήγαινε να γαμηθεί η γαμημένη η Τρόικα.

«Τί σού κάνω Μέρκελ μου», είπε με νόημα στο αυτί της Σούλας, που λύθηκε στα χαχανητά, κι εκείνος έχωσε πάλι το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της. Τον  δυσκόλευε λίγο το σφιχτό της κολλάν, κι εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που χρειαζόταν για να το υπερνικήσει, έχασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου τον έλεγχο του τιμονιού, γεγονός που προκάλεσε την παρέκκλιση του αμαξιού του κατά ένα κλάσμα της μοίρας, γεγονός ασήμαντο γενικώς για τη Συμπαντική Αρμονία και το Χωροχρονικό Συνεχές, σημαντικό όμως όταν είναι Σαββατόβραδο και τρέχεις με 130 στη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, κάνοντας κόντρες και ελιγμούς ανάμεσα στους υπόλοιπους ξενύχτηδες και έχεις πιει και πεντέξι Τζώνηδες. 

Η συνάντηση με τη ζαρντινιέρα ήταν κι αυτή τη φορά μοιραία. Άτιμες ζαρντινιέρες. Το ‘χει λες η πόλη;

…..

Η Αστυνόμος Νόπη Παπαδοπούλου έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος τελευταία. Σάββατο βράδυ, και το αστυνομικό δελτίο πλούσιο και κουραστικό, όχι όπως παλιά, με εγκλήματα πάθους και καυγάδες και διαταράξεις- τώρα πιο πολύ ήταν οι διαρρήξεις και οι κλοπές και οι αλλοδαποί. Πλούσιο και κουραστικό και πολύ πιο άχαρο από παλιά ήταν ήδη το Σαββατόβραδο. Βάλε και τον κουτσουρεμένο της μισθό, που την ανάγκαζε να δουλεύει – άκου λέει! – καθαρίστρια στη ζούλα, ολόκληρη Αστυνόμος, κι από απλά άχαρο γινόταν ανυπόφορο. Και τώρα, κερασάκι στη τούρτα, αυτό. 

Η Τροχαία είχε ήδη απομακρύνει το τσαλακωμένο σαράβαλο, αλλά ο λόγος που είχε αφήσει το ζεστό της γραφείο εκείνο το κρύο και υγρό Σαββατόβραδο, και που δεν είχε πάψει να βλαστημάει, από την ώρα που δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ζητά, ήταν ακόμα εκεί: Μια μεγάλη τσιμεντένια ζαρντινιέρα του Δήμου, από αυτές  που έχουν σχήμα υπερφυσικού μπουλονιού, κομματιασμένη από τη σύγκρουση, κι ανοιγμένη σαν γαρύφαλλο. 

Το γεγονός κανονικά δεν θα ήταν ούτε στο ελάχιστο αξιομνημόνευτο, τόσες ζαρντινιέρες χάνουν κάθε μέρα τη ζωή τους στο μάταιο αυτόν κόσμο. Συμβαίνει όμως οι περισσότερες από αυτές να μην έχουν σκελετό, όπως η συγκεκριμένη: Γιατί τα φώτα του περιπολικού που την περίμενε, στραμμένα προς το επίμαχο σημείο, φώτιζαν λευκά, ανθρώπινα οστά, διάσπαρτα στο μαύρο, πηχτό, σβωλιασμένο χώμα. 

….

Ο Ιατροδικαστής Μπιμπάντα Εντμόντ έβαλε τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών στο πορτ μπαγκάζ και ξεκίνησε, γανιασμένος. Πάντα αυτόν τύχαιναν οι βρωμοδουλειές. Εκτός από εκείνο το πτώμα στο βόθρο, που είχε λάχει στον ίδιο τον  κύριο Καθηγητή, η γκαντεμιά του ήταν παροιμοιώδης. Και να τον ξημερώματα Κυριακής να σκαλίζει ζαρντινιέρες για να μαζέψει ανθρώπινα οστά, και μάλιστα σε σακκούλα που είχε αναγκαστεί να φέρει από το σπίτι. Ούτε στην Αφρική, σκέφτηκε, δεν θα είχε αναγκαστεί να βάλει από τη τσέπη του για σακκούλες. Τέτοια κατάντια! Όλα ήταν σε θλιβερή έλλειψη τον τελευταίο καιρό, κι ας είχαν υπάρξει σε βλάσφημη περίσσεια για τα πολλά πολλά χρόνια που προηγήθηκαν. Η χριστιανική του συνείδηση επαναστατούσε με πολλά που έβλεπε στην κατ’ όνομα χριστιανική χώρα που τον φιλοξενούσε, αλλά τα κρατούσε όλα μέσα του- πώς να μιλήσεις όταν είσαι ξένος, σε ποιόν να τολμήσεις ν’ ανοίξεις την ψυχή σου; Οι Έλληνες είναι ένας λαός με ψυχοσύνθεση μικρού παιδιού: Καλόκαρδοι, αυθόρμητοι, παρορμητικοί, επιπόλαιοι, μπορούν χωρίς ντροπή να θάβουν το λαό τους και τη χώρα τους σε ατέλειωτες συζητήσεις και καυγάδες, αλλά από έναν ξένο, και ειδικά από έναν Μαύρο, όπως εκείνος, δεν θ’ ανέχονταν ποτέ το παραμικρό σχόλιο. Το είχε καταλάβει ευτυχώς νωρίς αυτό, κι έτσι είχε καταφέρει να χτίσει στη φιλόξενη κατά τα άλλα αυτή χώρα, μια καρριέρα, μια ζωή- στη σιωπή. 

Καθώς πήγαινε προς το Πανεπιστήμιο, το μυαλό του γύρισε στα οστά που είχε μόλις περισυνελέξει. Η πείρα του είχε βγάλει ήδη όλα σχεδόν τα συμπεράσματα που θα έγραφε στη Έκθεσή του: Άντρας. χωρίς αμφιβολία, νεαρός, χωρίς αμφιβολία, έφηβος, κατά πάσα πιθανότητα. Λιγότερο από τρία χρόνια ζαρντινιερισμένος. Πολλαπλά κατάγματα προ του θανάτου. Βίαιος θάνατος, με μεγάλη ενέργεια κρούσης, πιθανότατα κάποιο τροχαίο «ατύχημα». Ταίριαζε και με τον τόπο του εγκλήματος. «Εγκλήματος», ναι, και μάλιστα χωρίς εισαγωγικά- έτσι θα έπρεπε κανονικά να λέγονται όλοι αυτοί οι φρικτοί φόνοι στην άσφαλτο, που στη χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλιάς είχαν βαφτιστεί «ατυχήματα». 

…

συνεχίΖεται >>

15 Μαρ 2013



Ό,τι και να μού πεις δε Σε πιστεύω
γιατί ο Ήλιος στο βασίλεμα ματώνει

το αίμα του σκορπά μέσα στη Σκόνη
και το πρωί γεννιέται από πληγές.


{( //τόσοι Φόνοι
και το φονιά να επαινούν
ατις Εκκλησιές// )}

<μ<

ΜΙά ΦΟρά μόΝο




«Θέλω να κάνουμε Έρωτα. Μια φορά ακόμα. Μόνο.»

Τής τό ‘πε μέσα στο αυτί, και την ένιωσε ν’ αναρριγά ολόκληρη, στο άγγιγμα των χειλιών του, στο άκουσμα της φωνής του. Ήταν δέκα χρόνια που δεν είχαν ειδωθεί.

Αυγουστιάτικο ελληνικό νησί. Ηλιοβασίλεμα. Μια μηχανή με δύο νέους έρχεται από τη Δύση. Το κορίτσι έχει γείρει το κεφάλι του πάνω στο αγόρι, και σιγοτραγουδάει. Τα μακριά της μαλλιά ανεμίζουν. Δε φορούν κράνη. Μα ο αστυνομικός στο μπλόκο δεν τολμά να τους σταματήσει. Πώς αλλιώς;

Την παρακολουθούσε από την αρχή, αθέατος, από μακριά- ήξερε πως διορίστηκε, πως παντρεύτηκε, πως έκανε παιδί, παιδιά. Ήξερε ακόμα και πού δούλευε κάθε χρονιά, κι ας μην επεδίωξε ποτέ να τη συναντήσει, κι ας μην είχαν καν ποτέ μιλήσει στο τηλέφωνο, από Τότε. Λες όμως τελικά να είχε δίκιο η Φαιδρή Φίδη, που τού ‘λεγε με πίκα πως είναι ακόμα κολλημένος μ’ Εκείνη; Ποιος ξέρει. Τόσα χρόνια που πέρασαν αγάπησε πολλές. Μα δεν ερωτεύτηκε ξανά, ποτέ, καμμίαν άλλη.

Βροχερή νύχτα στην Πόλη. Το αμάξι παρκαρισμένο σ’ ένα απόμερο σημείο, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουν. Τα τζάμια θολά από τη θέρμη τους. Το στέρεο παίζει ένα δίσκο που Εκείνος έγραψε ειδικά για Εκείνη. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Χαϊδεύονται. Κλαίνε. Πώς αλλιώς;

Το τηλέφωνο χτυπά. Δίνουν ραντεβού. Έρχεται αμίλητη, χλωμή. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Κλαίνε.

Κάνουν ολοκληρωτικό έρωτα, όπως τότε.

Τα μάτια της φρουμάζουν στη θέα του Μαχαιριού. Μεγάλο, σαφώς πάνω από τα όρια του Νόμου. Αστραφτερό. Παγωμένο. Θανατηφόρο.

«Μη φοβάσαι», της λέει. «Δεν είναι για σένα».

Αυλή στρατοπέδου. Ο Λοχίας εκπαιδεύει τους νεοσύλλεκτους, που είναι καθισμένοι γύρω γύρω,  στη χρήση της ξιφολόγχης. Τον διαλέγει για μοντέλο. Σηκώνεται όρθιος, κάνει δυό βήματα μπροστά,  και ο Λοχίας τον αγκαλιάζει  από πίσω, κι όπως τον έχει εκεί  ακινητοποιημένο,  με τα χέρια κάτω από τις μασχάλες του, κάνει πως τού μπήγει την ξιφολόγχη: ανάποδα,, από μπροστά προς τα πίσω, από κάτω προς τα πάνω. «Κάτω από τα πλευρά πρέπει, με κατεύθυνση και φορά προς την καρδιά.» Πώς αλλιώς;

Εκείνη έχει φύγει. Για πάντα, πια. Η λάμα αστράφτει. Παγωμένη. Θανατηφόρα. Ανάποδη, από μπροστά προς τα πίσω, από κάτω προς τα πάνω, με κατεύθυνση και φορά προς την καρδιά.

Πώς αλλιώς;


<μ<

11 Μαρ 2013

ποσειΔώνιο κολυμβητήΡιο





Ο σκυλάκος με το λουράκι απαυτώνει τη σκυλίτσα με το γιλεκάκι, κι είναι αστείο, αλλά κάτι έχει αλλάξει, στο ακόμα πιο αστείο- το παληκαράκι κρατάει από το χέρι την κοπελίτσα, κι είναι πάντα όμορφο, μα κάτι έχει αλλάξει, στο ακόμα πιο όμορφο- ο ήλιος λιώνει στη δύση σε χίλια χρώματα, κι είναι πάντα εντυπωσιακό, αλλά κάτι έχει αλλάξει- στο μεγαλειώδες


Μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ήταν ένας Χειμώνας, κρύος, βαρύς, γκρίζος, θλιμμένος- κι ήρθε και τον βρήκε μια Άνοιξη γλυκιά, ανθισμένη, χρωματιστή- και γέννησαν ένα ζεστό- Καλοκαίρι- μια φορά κι έναν καιρό- ήταν ένας Χειμώνας αβάσταχτος- κι ήρθε και τον βρήκε μια Άνοιξη- λαφριά-


κι έκαναν δυό παιδιά- το Καλοκαίρι-λες;


και το Φθινόπωρο

<μ< — στην τοποθεσία Thessaloníki.

22 Φεβ 2013

νύΧτα καταιΓίδας





κι όταν το ποτάμι του χρόνου γυρίσει πίσω
κι όταν η βροχή του πόνου γυρίσει
στον ουρανό
κι όταν η ομίχλη του μόνου ξαναμπεί
στον Ωκεανό
κι όταν η θέρμη του Ήλιου ξανακλειδώσει
στο χημικό της Δεσμό


τότε κι εγώ θα πάψω
να σ’ Αγαπώ

6 Φεβ 2013

χάσΜα




Εσύ αυτόχθων - λέει - στον Παράδεισο
εγώ πρόσφυγας στην Κόλαση

<μ<