5 Απρ 2013

νυχτεριΝό




"έλπιζε κάθε βράδυ σ' ένα όνειρο 
πάλευε το πρωί μ' έναν ακόμα
εφιάλτη" 

<μ<


Eugène Thivier (1845-1920), "Le Cauchemar"
musée des Augustins, Toulouse

2 Απρ 2013

Το ΣΧέΔΙο




Ο προ-μακαρίτης ο Σάκης ο Καραμπουρναλίδης ήταν ευτυχισμένος. Όλα ήταν όμορφα και χαλαρά εκείνο το Σαββατόβραδο, όπως παλιά- η Σούλα δίπλα του κατάξανθη. Το σιντί, που έπαιζε το τελευταίο σουξέ του Μάκη, και το πρώτο του Παντελή, στη διαπασών. Τα γκάζια, στην παραλιακή, τσίτα. Τα πρώτα (πεντέξι) ουισκάκια, στο πρώτο μαγαΖί της βραδιάς, καραμπόμπα. Ο δρόμος μπροστά, για το δεύτερο, το μεταμεσονύκτιο μαγαΖί, ορθάνοιχτος, και τα σκυλιά εντελώς δεμένα. Όπως παλιά. Τελείως παλιά. Πριν τα Μνημόνια, πριν την Κρίση, πριν την Τρόικα, πριν την απόλυση του Σάκη, πριν την μετακόμιση στο σπίτι των σκατόγερων, πριν τη συρρίκνωση, πριν την ανασφάλεια, πριν την μιζέρια, πριν τη φτώχεια, πριν τη μαύρη εργασία από δω κι από κει, για ένα χαρτζηλίκι. 

Απόψε όμως όλα ήταν όπως παλιά. Είχε δανειστεί το αμάξι του μικρού, του «προκομμένου», είχε κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο του μαγαΖί στο Αεροδρόμιο, όπως παλιά, η Σούλα είχε ντυθεί και στολιστεί σαν Σαλονικιά, δηλαδή στον υπέρτατο δυνατό βαθμό, όπως παλιά, το χαρτζηλίκι που είχε μαζέψει επαρκούσε, όχι όπως παλιά, αλλά σίγουρα για να περάσουν μια βραδιά σαν Άρχοντες, όπως παλιά, η βενζίνη ήταν ακόμα άκαφτη, και το βράδυ προβλέπονταν καυτό. Όπως παλιά. Κι ας πήγαινε να γαμηθεί η γαμημένη η Τρόικα.

«Τί σού κάνω Μέρκελ μου», είπε με νόημα στο αυτί της Σούλας, που λύθηκε στα χαχανητά, κι εκείνος έχωσε πάλι το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της. Τον  δυσκόλευε λίγο το σφιχτό της κολλάν, κι εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που χρειαζόταν για να το υπερνικήσει, έχασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου τον έλεγχο του τιμονιού, γεγονός που προκάλεσε την παρέκκλιση του αμαξιού του κατά ένα κλάσμα της μοίρας, γεγονός ασήμαντο γενικώς για τη Συμπαντική Αρμονία και το Χωροχρονικό Συνεχές, σημαντικό όμως όταν είναι Σαββατόβραδο και τρέχεις με 130 στη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, κάνοντας κόντρες και ελιγμούς ανάμεσα στους υπόλοιπους ξενύχτηδες και έχεις πιει και πεντέξι Τζώνηδες. 

Η συνάντηση με τη ζαρντινιέρα ήταν κι αυτή τη φορά μοιραία. Άτιμες ζαρντινιέρες. Το ‘χει λες η πόλη;

…..

Η Αστυνόμος Νόπη Παπαδοπούλου έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος τελευταία. Σάββατο βράδυ, και το αστυνομικό δελτίο πλούσιο και κουραστικό, όχι όπως παλιά, με εγκλήματα πάθους και καυγάδες και διαταράξεις- τώρα πιο πολύ ήταν οι διαρρήξεις και οι κλοπές και οι αλλοδαποί. Πλούσιο και κουραστικό και πολύ πιο άχαρο από παλιά ήταν ήδη το Σαββατόβραδο. Βάλε και τον κουτσουρεμένο της μισθό, που την ανάγκαζε να δουλεύει – άκου λέει! – καθαρίστρια στη ζούλα, ολόκληρη Αστυνόμος, κι από απλά άχαρο γινόταν ανυπόφορο. Και τώρα, κερασάκι στη τούρτα, αυτό. 

Η Τροχαία είχε ήδη απομακρύνει το τσαλακωμένο σαράβαλο, αλλά ο λόγος που είχε αφήσει το ζεστό της γραφείο εκείνο το κρύο και υγρό Σαββατόβραδο, και που δεν είχε πάψει να βλαστημάει, από την ώρα που δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ζητά, ήταν ακόμα εκεί: Μια μεγάλη τσιμεντένια ζαρντινιέρα του Δήμου, από αυτές  που έχουν σχήμα υπερφυσικού μπουλονιού, κομματιασμένη από τη σύγκρουση, κι ανοιγμένη σαν γαρύφαλλο. 

Το γεγονός κανονικά δεν θα ήταν ούτε στο ελάχιστο αξιομνημόνευτο, τόσες ζαρντινιέρες χάνουν κάθε μέρα τη ζωή τους στο μάταιο αυτόν κόσμο. Συμβαίνει όμως οι περισσότερες από αυτές να μην έχουν σκελετό, όπως η συγκεκριμένη: Γιατί τα φώτα του περιπολικού που την περίμενε, στραμμένα προς το επίμαχο σημείο, φώτιζαν λευκά, ανθρώπινα οστά, διάσπαρτα στο μαύρο, πηχτό, σβωλιασμένο χώμα. 

….

Ο Ιατροδικαστής Μπιμπάντα Εντμόντ έβαλε τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών στο πορτ μπαγκάζ και ξεκίνησε, γανιασμένος. Πάντα αυτόν τύχαιναν οι βρωμοδουλειές. Εκτός από εκείνο το πτώμα στο βόθρο, που είχε λάχει στον ίδιο τον  κύριο Καθηγητή, η γκαντεμιά του ήταν παροιμοιώδης. Και να τον ξημερώματα Κυριακής να σκαλίζει ζαρντινιέρες για να μαζέψει ανθρώπινα οστά, και μάλιστα σε σακκούλα που είχε αναγκαστεί να φέρει από το σπίτι. Ούτε στην Αφρική, σκέφτηκε, δεν θα είχε αναγκαστεί να βάλει από τη τσέπη του για σακκούλες. Τέτοια κατάντια! Όλα ήταν σε θλιβερή έλλειψη τον τελευταίο καιρό, κι ας είχαν υπάρξει σε βλάσφημη περίσσεια για τα πολλά πολλά χρόνια που προηγήθηκαν. Η χριστιανική του συνείδηση επαναστατούσε με πολλά που έβλεπε στην κατ’ όνομα χριστιανική χώρα που τον φιλοξενούσε, αλλά τα κρατούσε όλα μέσα του- πώς να μιλήσεις όταν είσαι ξένος, σε ποιόν να τολμήσεις ν’ ανοίξεις την ψυχή σου; Οι Έλληνες είναι ένας λαός με ψυχοσύνθεση μικρού παιδιού: Καλόκαρδοι, αυθόρμητοι, παρορμητικοί, επιπόλαιοι, μπορούν χωρίς ντροπή να θάβουν το λαό τους και τη χώρα τους σε ατέλειωτες συζητήσεις και καυγάδες, αλλά από έναν ξένο, και ειδικά από έναν Μαύρο, όπως εκείνος, δεν θ’ ανέχονταν ποτέ το παραμικρό σχόλιο. Το είχε καταλάβει ευτυχώς νωρίς αυτό, κι έτσι είχε καταφέρει να χτίσει στη φιλόξενη κατά τα άλλα αυτή χώρα, μια καρριέρα, μια ζωή- στη σιωπή. 

Καθώς πήγαινε προς το Πανεπιστήμιο, το μυαλό του γύρισε στα οστά που είχε μόλις περισυνελέξει. Η πείρα του είχε βγάλει ήδη όλα σχεδόν τα συμπεράσματα που θα έγραφε στη Έκθεσή του: Άντρας. χωρίς αμφιβολία, νεαρός, χωρίς αμφιβολία, έφηβος, κατά πάσα πιθανότητα. Λιγότερο από τρία χρόνια ζαρντινιερισμένος. Πολλαπλά κατάγματα προ του θανάτου. Βίαιος θάνατος, με μεγάλη ενέργεια κρούσης, πιθανότατα κάποιο τροχαίο «ατύχημα». Ταίριαζε και με τον τόπο του εγκλήματος. «Εγκλήματος», ναι, και μάλιστα χωρίς εισαγωγικά- έτσι θα έπρεπε κανονικά να λέγονται όλοι αυτοί οι φρικτοί φόνοι στην άσφαλτο, που στη χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλιάς είχαν βαφτιστεί «ατυχήματα». 


συνεχίΖεται >>