23 Απρ 2012

ΊμεΡος και ΛιβιΔώ 3.01π.μ.


αφιερωμένο

Απόψε ο Ίμερός μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε κι ίδρωνε και μού κοπανούσε την καρδιά, δυνατά, από μέσα- "τακ τακ, τακ τακ", πλημμύριζε τον καυλό μου ορμητικά ματωμένα κύματα,  αφιόνιζε το μυαλό μου με λάγνα, ίμερα ψέμματα. 


Ξέφυγε ξαφνικά από το ιδρωμένο, αναστατωμένο μου κορμί, και πέταξε σε σένα- αρπάχτηκε από τα μακρυά σου μυρωμένα μαλλιά, γλύστρησε σαν σαλιγκαράκι στ'αυτάκια σου, πιπίλισε ένα έναν τους λοβούς, χάιδεψε απαλά τα μάγουλά σου, φίλησε, ρούφηξε και δάγκωσε τα χείλη σου. Μπήκε στο στόμα σου, εξερεύνησε την οδοντοστοιχία σου, αναμετρήθηκε με τη γλώσσα σου και τά'χασε- έτρεξε να κρυφτεί στο λακάκι του λαιμού σου, πριν καταλήξει να πιπιλά και να ρουφά τις σκληρές ρόδινές σου ρώγες. Στριφογύρισε ύστερα γύρω από τον αφαλό σου, πριν κατηφορίσει προς το επίκεντρο του σεισμού. Φίλησε και δάγκωσε απαλά το εσωτερικό των μηρών σου, έγλειψε και ρούφηξε τα μεγάλα σου χείλη, ύστερα τα μικρά, μετά την κλειτορίδα σου- στάθηκε ώρα εκεί, πριν τρυπώσει στην υγρή και ζεστή σου Λιβιδώ. 


Μέσα και έξω. Ξανά και ξανά. Στην αρχή αργά και απαλά. Μετά δυνατά, πιό δυνατά. Και πιο γρήγορα.  Μετά πάλι αργά και απαλά. Κι ακόμα πιό δυνατά, κι ακόμα πιό γρήγορα. Ως το ηχηρό κι αστραδενό το Τέλος. Και μετά πάλι απ' την αρχή, και πάλι, και ξανά, και ξανά. 

Κι ύστερα, μεθυσμένος από την ηδονή, εξαϋλωμένος από τη μέθειξη, παρανάλωμα της ίδιας του της ορμής,

σε πήρε στην αγκαλιά του

κι αποκοιμήθηκε


<μ<
photo by Imogen Cunningham

3 σχόλια:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Εξαιρετικό. Πολύ ωραίο κείμενο.

Ntina Kitsou είπε...

Θα μπορούσες να το κάνεις πιο σκοτεινό. Ο ερωτισμός σου, πάντως, δεν περνάει απαρατήρητος.

ΖΑΒΑΡΑΚΑΤΡΑΝΕΜΙΑ είπε...

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.