31 Αυγ 2011

ΚαλοσύΝη στο ΜερσίνΙ, ΤριΚυμία στα ΚρΑνία



Παναπεί, όταν πέφτουν οι Άνεμοι βασανίζονται τα Πνεύματα- τα πνεύματα λέμε, όχι τα οινοπνεύματα, ούτε τα ρακόμελα, άκου εκεί «Αμ-όργιο». Κι αν δεν με κατάλαβες, όταν ηρεμούν οι Διάολοι, διαολίζονται οι Άγγελοι. Σπάνια, η Θάλασσα ανάμεσα στις Μικρές Κυκλάδες και τη Νάξο γαληνεύει, και γίνεται Ένα με τον ουρανό, και δεν έχεις πιά Κύμα και Άνεμο να πολεμήσεις, και τότε, ε, πολεμάς τον εαυτό σου.

Θυμάσαι, λοιπόν, Μυρτούλα, που σε χάιδευα παντού, σε μιαν αμμουδιά σαν κι αυτή- σίγουρα το θυμάσαι, όσο κι αν δεν «επιθυμείς» να σού το θυμίζω. Εγώ, που ακόμα προσπαθώ ν’ αποκρυπτογραφήσω ναυάγια στο βυθό του Κέδρου, και θαλασσινά βράχια, σμιλεμένα πριν το προπατορικό αμάρτημα- δες, ένα άλογο εδώ, μια μορφή εκεί- μα στο λέω, αν ο Χριστός είχε βρει την καρπερή «μου» συκιά στην Αρκεσίνη, κι όχι εκείνη την καταραμένη την άκαρπη  στην Παλαιστίνη, ίσως όλα να είχαν έρθει πιο στρωτά και πιο ερωτικά στην έρμη την Ανθρωπότητα. Γιατί ακόμα κι ο Θησέας την παράτησε λέει την Αριάδνη, στη Δονούσα, πάσα στο Διόνυσο, εξ ού και τ’ όνομα της Δονούσας- μα το ίδιο ισχυρίζονται κι οι Ναξιώτες τόσα χρόνια, τί νάν’ Αλήθεια; Να θέταμε το ζήτημα σε ψηφοφορία; Ε, τότε όλα θα ήταν απλά, πενήντα-εξήντα όλοι κι όλοι οι Δονούσιοι, καμμιά εικοσαριά χιλιάδες οι Νάξιοι, μάλλον δεδομένο το αποτέλεσμα. Ακούγεται πολύ Δημοκρατικό, αλλά επιστημονικά- άστο καλύτερα. Μα λες ανάμεσα σε κείνους τους γυμνούς στο Λιβάδι να είναι και η Φαίδρα; Για φαντάσου, τόσες ακυρώσεις, και να ‘ταν λεέι τώρα εδώ τυχαία. Α μπα, απίθανο. Πάντως εκείνη σίγουρα θα ήξερε.

Όλες αυτές οι αλογόμυγες θα έπρεπε ν’ απαγορευτούν διά Νόμου (όπως και το κατούρημα στη θάλασσα, και οι λυτοί σκύλοι στην παραλία)- όχι πως θα έπαυαν να υπάρχουν, αλλά θα ήταν τουλάχιστον μια παρηγοριά, την ώρα που σε δαγκώνουν, να ξέρεις πως είναι παράνομες, βρε αδερφέ. Κι η άσφαλτος, εδώ που τα λέμε, πρέπει να εφευρέθηκε από σαδιστές, ή/και από τσαγκάρηδες:. Αδύνατον να την περπατήσεις ξυπόλυτος ένα καλοκαιρινό μεσημέρι.

Όλα του βίου δύσκολα, το Ραχίδι μου και το Ξυλοκερατίδι μου μέσα. ΌΛΑ.


μ
Δονούσα, 31 Αυγούστου 2011


ΣΣ: Λιβάδι, Κέδρος, Μερσίνι: Παραλίες και οικισμός της Δονούσας
Αρκεσίνη, Ραχίδι, Ξυλοκερατίδι: οικισμοί της Αμοργού

27 Αυγ 2011

ΚαΤάΠΟΛΑ-ΧώΡΑ



Άνεμε, που μ' εμποδίζεις ν' ανεβώ την ανηφόρα
μόλις περάσω τη φουρκέτα, πίσω μου, θα με βοηθάς
άντε γαμήσου! δεν χρειάζομαι ούτε το ένα
ούτε τ' άλλο.

μ
Αμοργός


Πήγες να με χαϊδέψεις, το χάδι σου- σκόνταψε πάνω σε παλιές πληγές- "μη φοβάσαι", σού είπα- έχει ακόμα χώρο για καινούργιες...




μ
26 Αυγούστου 2011
photo by Armene

25 Αυγ 2011

ΑΣΤΡΙΚό



Όταν θα δύσει ο Αντάρης
θέλω να έρθεις να με βρεις
στην αγκαλιά μου να κρυφτείς-

θέλω να έρθεις να με πάρεις
στην αγκαλιά σου σαν Παιδί
και να μού πεις ψιθυριστά,
σ’ όλο το Σύμπαν ν’ ακουστεί:

«έπρεπε νά μαστ' από Πάντα
Αγάπη μου παλιά, μαζί»

\μ/
Αμοργός, 25 Αυγούστου 2011


Τα θεμέλια


Έχτισα πάνω στην άμμο
Κι όλα γκρεμίστηκαν
Έχτισα πάνω στο βράχο
Κι όλα γκρεμίστηκαν
Τώρα για να χτίσω ξεκινώ
Από τον καπνό της καμινάδας.



Léopold Staff
(1878 - 1957)

Μετάφραση Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης - Θαλασσινός

23 Αυγ 2011

αγάΠη



Δεν έγινε τίποτα, τίποτα, μη φοβάσαι, τίποτα, μη μού φοβάσαι- κούρνιασε στην αγκαλιά μου, δες, δε μίκρυνε ο κόσμος, είναι το ίδιο μεγάλος, όπως τότε, όπως πάντα, μη μού κλαις- δες, δε χάθηκε το Φως, νύχτωσε μόνο, γρήγορα, ναι, μα θα ξημερώσει, θα φωτίσει πάλι- ναι, μίκρυνε η μέρα, μα είν' ακόμα πιο μεγάλη, πιο μεγάλη, δες, από τη Λύπη- και προλαβαίνουμε, ναι, μη μού φοβάσαι, μη μού κλαις- προλαβαίνουμε, Αγάπη.


μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης - Θαλασσινός
Αμοργός, 23 Αυγούστου 2011
art by myneverendingstory.deviantart.com

22 Αυγ 2011

LoCo De Ti


Soy loco de ti
solo de ti...
solo de ti


μ

ΤΟ ΤέΡΑΣ



ΤΟ ΤέΡΑΣ

Φως. Τεράστιο. Κινείται. Θάνατος. Τρέχω...

Το Τέρας ήταν κρυμμένο κάτω από το πατάκι. Μόλις το σήκωσα άρχισε να τρέχει πέρα δώθε σαν τρελλό, κουνώντας υστερικά τα φρικτά, πολλαπλά του ποδαράκια, και τις απαίσιες, μακριές του κεραίες. Ήταν μια από εκείνες τις τεράστιες κατάμαυρες κατσαρίδες, μεγάλη σαν γιγάντια ελιά ή σαν μικρό δαμάσκηνο. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν, φυσικά, να την πολτοποιήσω με τη σόλα μου.

Τρέχω. Φώς. Κινείται. Θάνατος. Τρέχω να κρυφτώ. Τεράστιο. Θάνατος. Τρέχω…

Κι ύστερα σκέφτηκα πως γι’ αυτό το μικροσκοπικό, ναι, και άκακο, ναι, πλασματάκι, που τρέφεται με φρούτα και ψίχουλα, εγώ είμαι το τέρας. Σκέφτηκα πως τρέχει γιατί είναι τρομοκρατημένο, γιατί φοβάται, με φοβάται, γιατί ξέρει, με τον τρόπο του, πως αν τα καταφέρω να το πιάσω, αν δεν τρέξει αρκετά γρήγορα να κρυφτεί, θα το λιώσω. Τρέχει να σωθεί.

Τρέχω. Θάνατος. Τρέχω. Σκοτάδι. Ασφάλεια. Στοπ.

Ζήσε, τέρας. Κι ας έκανες το τεράστιο λάθος να βρίσκεσαι εκεί που δεν πρέπει: κάτω από το πατάκι του μπάνιου μου. Στο κατάλυμά μου. Στη φωλιά του Τέρατος…

μ

19 Αυγ 2011

ΔέΚα ΤελευΤαία ΛεπΤά



ΔέΚα ΤελευΤαία ΛεπΤά

19 Αυγούστου. Λέει (έλεγε) το χαρτάκι. Ώρα 13.21. Υποκατάστημα Συντάγματος. Υπόλοιπο λογαριασμού: 97,1 ευρώ. 

Τί να πρωτοπληρώσεις με 97,1 ευρώ; Το νοίκι του μαγαζιού, που έπρεπε στις 15; Τους προμηθευτές, που έχουν (είχαν) αγριέψει τελευταία; Το νοίκι του σπιτιού, που έπρεπε την 1η του μηνός, και καλά που μού (τού) έχουν (είχαν) κόψει κόψει το κινητό, γιατί θα με (τον) είχε ταράξει στα τηλέφωνα, η καρακάξα η ιδιοκτήτρια; Τη ΔΕΗ; Τα κοινόχρηστα, που βλέπω (έβλεπε) το διαχειριστή από μακριά και τρέχω (έτρεχε) να κρυφτώ (κρυφτεί);

Μπαίνω (μπήκε) λοιπόν στην Τράπεζα και ζητάω (ζήτησε) όλα μου (του) τα λεφτά. Μέχρι τελευταίας δεκάρας. Σε μισόευρα.

Περνάω (πέρασε) απέναντι και πιάνω (έπιασε) την Ερμού. Αλήθεια, πώς κατάντησε έτσι η Ερμού… πού είναι (ήταν) εκείνος ο πεντακάθαρος, λαμπερός δρόμος της Αθήνας των Ολυμπιακών, με τα κατάφωτα μαγαζιά, και τους χαμογελαστούς, καλοντυμένους, περήφανους, αισιόδοξους ανθρώπους… Τώρα όλοι είναι (ήταν) κατσούφηδες, περπατάνε (περπατούσαν) σκυφτοί, βιαστικοί, αγέλαστοι… Τώρα είναι (ήταν) κάθε μέτρο και ζητιάνος. Νέοι, γέροι, παιδιά, άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, ξανθοί, μελαμψοί, με αναπηρίες, με CD, με μπιχλιμπίδια, με γαρύφαλα, με χαρτομάντηλα, με λαχεία, με σκυλάκια, με βιολιά, με ακορντεόν, με τίποτα… κι όλοι με το χέρι απλωμένο: Ό,τι πρέπει (έπρεπε) για τα μισόευρά μου (του)!

Άρχιζω (άρχισε) λοιπόν να μοιράζω (μοιράζει) στ’ απλωμένα χέρια τα μισόευρά μου (του), ξεκινώντας από την Πλατεία, και κατηφορίζοντας την Ερμού, μέχρι να φτάσω (φτάσει) στο Μοναστηράκι, μέσα σ’ ένα δεκάλεπτο, τα μοιράζω (μοίρασε) όλα. Όλα;

Όλα, εκτός από το δεκάλεπτο. Το κοιτάζω (κοίταξε) καλά καλά, το φιλώ (φίλησε), το βάζω (έβαλε) κάτω από τη γλώσσα μου (του), και πηδάω (πήδηξε) από τη γέφυρα του τραίνου.

Που δεν προλαβαίνει (πρόλαβε), φυσικά, να φρενάρει.


…..

Μόλις φρενάρισε το τραίνο, πολλοί άνθρωποι έτρεξαν προς το μέρος του αυτόχειρα. Οι πρώτοι ήδη που προσέγγισαν το διαμελισμένο πτώμα, άρχισαν να χτυπιούνται μεταξύ τους. Η μάχη ήταν βουβή κι αλύπητη, οι αγκωνιές, οι κλωτσιές κι οι μπουνιές έπεφταν σύννεφο, μαζί με κάποιες κλεφτές δαγκωνιές.

Σύντομα ένας γεροδεμένος ψηλός κουρελής κατάφερε να επιβληθεί, και να βγάλει εκτός συναγωνισμού τους υπόλοιπους, που απέμειναν να τον κοιτούν με φθόνο, εκείνον και τη στραπατσαρισμένη λεία του, από απόσταση ασφαλείας, τρίβοντας ο καθένας τους κάποιο πονεμένο μέλος. Τότε εκείνος, έχοντας το νου του μην τυχόν και του επιτεθεί κανείς εκ νέου, άνοιξε με προσοχή το καταματωμένο πρώην στόμα, του στραπατσαρισμένου πρώην ανθρώπου, έψαξε λίγο, βρήκε αυτό που έψαχνε, ένα κίτρινο δεκάλεπτο, το έβαλε στη τσέπη του, κι απομακρύνθηκε γρυλλίζοντας.

Κανείς δεν τόλμησε να διεκδικήσει το τρόπαιό του.


μ


Στο ΠανηΓύρι τοΥ άΗ-ΚαρΔιά



Σαν εκκλησάκι φωτισμένο μες στη Νύχτα
που γιορτάζει μιαν αρχαία αναφορά
έτσι γλυκαίνεται η καρδιά μου με χαρά
σαν σε θυμάται

μ

17 Αυγ 2011

ΩταΚουΣτέΣ


"Α, μικρό, ασήμαντο,
τιποτένιο πλασματάκι"
είπε ο άνθρωπος στο μερμήγκι

τ' άκουσε η Θάλασσα και κάγχασε
τ' άκουσε η Γη και σείστηκε
τ΄ άκουσε κι ο Ήλιος, ο Ήλιος, κι ούτε
που νοιάστηκε.



μ

14 Αυγ 2011

ΥπεΡΦυΣικό


υπάΡχουΝ δρόΜοι στοιΧειωμΈνοι
είνΑι οι δΡόμοι ποΥ δεν πήΡαμε

γιΑ πάΝτα ανεΞερεύνηΤοι
γΙα πάντΑ σκοτεΙνοί.


μ

photo: "Take Me To The Northern Lights" 

13 Αυγ 2011

ΦΕΓΓΑΡόΠΛΗΚΤΟΣ



όπου κι αν πάω η Σελήνη θα με βρει
όπου και  να κρυφτώ θα είναι κει, να με δικάσει

και θά 'ναι η Τιμωρία μια Ευχή
που θά 'χει πιάσει!


μ
Πανσέληνος Αυγούστου 2011

12 Αυγ 2011

ΣχεδόΝ ΠανσέΛηνοΣ



Πρώτα έδιωξα τις παλιές μου Αγάπες:
εισέβαλαν ξεδιάντροπα στον ύπνο μου και ξαναζούσαν
φύτευαν Όνειρα στον ξύπνιο μου, μού κουβαλούσαν
 Παιδιά μου που ποτέ δεν θα γεννούσαν

Ύστερα σχόλασα τους φίλους που μού είχαν απομείνει
ούτε που το κατάλαβαν, είχαν από καιρό μακρύνει,
χαμένος ο καθένας στις ιδιωτικές του έγνοιες

Τέλος, σουτάρισα τους συγγενείς μου
δεν ήταν δύσκολο, εδώ αδέρφια σφάζονται,
παιδιά δολοφονούν γονείς, κι αντίστροφα
-δεν είναι μίσος πιό βαθύ από το ίδιο αίμα 

...
Μόνο η Μάνα μου δεν έλεγε να φύγει
έκλαιγε και χτυπιόταν, και με μάλωνε:

«Σε γέννησα Ελπίδα, όχι Θάνατο
σε βύζαξα Λιοντάρι, όχι Ασβό
σ' ανάθρεψα να πολεμήσεις για το Φώς!»

«Μητέρα, άφησε με- δυστυχώς
είμαστε λίγοι και δειλοί- η Σελήνη πάντα λειψή
κι ο Ήλιος είν' εχθρός- φύγε κι εσύ
άσε με να πεθάνω  ως αρμόζει,
Μοναχός»

μ
Photo: "Love_you_to_death" by alephunky

INSόMNIA



Χτες βράδυ το κρεβάτι μου κουνούσε όλη νύχτα
σαν πλώρη καραβιού στην τρικυμία

έπεσε κάτω μια στιγμή το μαξιλάρι μου
το μάζεψα και ήταν μούσκεμα- μ’ ιδρώτα
και με δάκρυα.

μ


photo: "Barcos IV" by noyereve

ΣΙΒΥΛΛΙΚόΝ





Σε μιαν απροσδιόριστη Έποχή, σε κάποιο Νησί σου, θα δεχτείς να με φιλοξενήσεις- θά’ναι Δροσερά στον Κήπο σου, το ιταμό Κορμί σου, γεμάτο απρόσμενες Ηδονές- μα είναι Γραμμένο σε πανάρχαια, Ματωμένα Βιβλία, πως τα μεγάλα Θαύματα του Ίμερου κρατάνε Νύχτες τρεις- την τέταρτη Μέρα θα με προδώσεις, και θα με διώξεις σα Σκυλί- την τέταρτη Νύχτα θα με παρακαλάς να Επιστρέψω- όπως Είμαι- και θ’αρνηθώ, κι εσύ θα Φρίξεις- κι όταν δεχτώ, δε θά ‘σαι πια Εσύ- μα μην ακούς, ό,τι Ραγίσει ξανακολλάει, μην Τους ακούς- κι είμαστε μείς η Κόλλα, ή ένα Παιδί, μπορεί- δε σού τα λέω όλ' αυτά για να σε τρομάξω- για να μ’Αγαπήσεις σού τα λέω- μπας και Ξημερώσεις Φώς.


μ


photo by sophonisba@deviantart

11 Αυγ 2011

σΤο ΝαυάΓιο τηΣ ΕπανωΜής



Σαρανταένα χρόνια πριν, είχε διαφορά
"Φορτηγίδα Άγιος Αντώνιος, Λ.Θ. 2012" και "ναυάγιο"
μα σήμερα, ακόμα περισσότερη
"σωρός από παλιοσίδερα" και "Ναυάγιο"


μ

10 Αυγ 2011

Το ΧρώΜα ΤοΥ ΘανάΤοΥ



-«Τί χρώμα είναι ο Έρωτας;» ρώτησε η Λουκία τον Γαβριήλ, τότε, που μόλις είχαν ερωτευτεί. 
-«Κατακόκκινος, αγάπη μου», απάντησε ο Γαβριήλ
-«Και τί χρώμα είναι ο Θάνατος;»  
-«Μαύρος, φυσικά, αγάπη μου, κατράμι- μα τί ερώτηση είναι αυτή, Δασκαλίτσα μου γλυκιά!»

Έκανε λάθος.


Ρε το μαλάκα τον ξεκωλιάρη. Μα καλά, μαλάκας είναι ο μαλάκας; «Έλα ρε μαλλλάκα, καλά ρε μαλλλάκα, μαλλλάκας είσαι, ρε πούστη μου; Τί σού είπα ρε μαλλλάκα; Να ρυθμίσεις την τουρμπίνα στο εργαλλλείο στις 2.500 στροφές ρε μαλλλάκα σού είπα, όχι στις 3.000 ρε μαλλλάκα, δεν πιάνω ούτε τα 280 ρε πούστη <<<ΜΠΑΜ>>>  -Όχι ρε πούστη δεν είπα τίποτα ρε μαλλλάκα, κάτι χτύπησα ρε μαλλλάκα, γαμώ την πουτάνα μου γαμώ- πού να ξέρω, δεν πρόλαβα να το δω- σε κλείνω ρε μαλλλάκα, έπαθα μεγάλη ζημιά σε λλλέω, έσπασε και το ψυγείο, όχι ρε πούστη μου, με περιμένει και το μωρό να την πάω βόλλλτα, γαμώ την ατυχία μου ρε πούστη γαμ-»



Ο Θάνατος ήταν ένα κίτρινο σπορ αυτοκίνητο, που έτρεχε σαν τρελλό στην Παραλιακή, ένα δειλινό Σαββάτου. Ένα κίτρινο σπορ αυτοκίνητο, με πειραγμένο κινητήρα, και διαταραγμένο οδηγό, που έτρεχε σαν δαιμονισμένο στην Παραλιακή, την ώρα που περνούσε απέναντι ο κυρ Γαβριήλ, ο γέρο Δάσκαλος, και η κυρία Λουκία, η ισόβια «Δασκαλίτσα» του. Είχαν αγοράσει με το εφάπαξ τους ένα διαμέρισμα κοντά στην Νέα Παραλία, και κατέβαιναν κάθε απόγευμα στη θάλασσα, να δουν τη Δύση του ήλιου, χεράκι χεράκι, όπως τότε, που σπούδαζαν ερωτευμένοι. Ήταν όμορφα να βλέπεις τα δυό κατάλευκα, κυρτά γεροντάκια, να κοιτάζουν το ηλιοβασίλεμα από το παγκάκι τους, κρατημένα χεράκι χεράκι. Κι εκείνα, είχαν μάθει όλα τα χρώματα του Δειλινού, γερνώντας μαζί, εκεί, στη Νέα Παραλία. Μα το χρώμα του Θανάτου τους, δεν το ήξεραν, ούτε ο κυρ Γαβριήλ, ούτε η κυρία Λουκία.

Ο κυρ Γαβριήλ, και η κυρία Λουκία, οι συνταξιούχοι Δάσκαλοι, που όλοι στη γειτονιά τους φώναζαν απλά «κυρ Δάσκαλε», και «κυρά Δασκάλα», που 35 χρόνια πέρασαν από τα χέρια τους εκατοντάδες παιδιά, κι όλα τους αγαπούσαν και τους θυμόταν, και τους χαιρετούσαν με αγάπη κάθε φορά που τους συναντούσαν, τόσα χρόνια μετά.

Ήξερε πολλά ο γέρο-Δάσκαλος, δεν ήξερε όμως το χρώμα του Θανάτου.

Το χρώμα του Θανάτου-του.

8 Αυγ 2011

όΛΑ



Όλα είν' εδώ,
αρκεί να τα προσέξεις

Όλα μπροστά σου
τολμάς να κοιτάξεις;
όλα δικά σου
αν δεν τα τρομάξεις

...

Όλα περνούν
αρκεί να τ΄αντέξεις

μ

7 Αυγ 2011

Η ωραίΑ μΑς Πόλη




Ρε φίλε, "η όμορφή μας πόλη" και "η μαγική μας πόλη" και "η ερωτική μας πόλη"- ποιά πόλη και ποιών "σας"; Η ίδια είναι  η δική μου και η δική σου πόλη; Η πόλη σου, ρε, βρωμάει μούχλα, ανθρώπινα κάτουρα και σκυλίσια κόπρανα- η πόλη σου βρωμάει αγωνία, δυστυχία, απελπισία- η πόλη σου ζέχνει αδιαφορία και υποκρισία και  σκληρότητα.              "Όσοι το χάλκεον χέρι 
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσι-
θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία."
Κι αν δε με πιστεύεις, έλα να σού δείξω τα κοπάδια των εξαθλιωμένων αδέσποτων σκύλων που τσακώνονται κάθε βράδυ γωνία Κυκλώπων και Κενταύρων- άθλια στενάκια και τα δύο. Έλα να σού δείξω τα κοπάδια των άθλιων δεσποζόμενων ανθρώπων,  που τσακώνονται κάθε μέρα σε κάθε διασταύρωση των Λαμαρινένιων Ποταμών αυτής της πόλης. Έλα να σού δείξω τα κλειστά μαγαζιά και τις εγκατελειμμένες βιοτεχνίες, τα ρημαγμένα εργοστάσια- τις φτωχογειτονιές με τα τσιμεντένια δέντρα και τις οχταόροφες μπετονένιες φρίκες, τα καμμένα βουνά γύρω γύρω, τη βρώμικη θάλασσα

"κι αν έπεσεν ο πτερωθείς
κι επνίγη θαλασσωμένος,
αφ' υψηλά όμως έπεσε
κι απέθανεν ελεύθερος"

Έλα να σού δείξω τους ανάξιους αιρετούς Άρχοντες και τους καθ' όλα αντάξιούς τους ψηφοφόρους τους. Τους διεφθαρμένους Φύλακες και τους δειλούς και μοιραίους Φυλασσόμενους, με  "βαρύ" το "χάλκεον χέρι του φόβου" να τους πλακώνει. Αυτή είναι ρε η πόλη σου. Η πόλη σου, και πόλη μου, ναι, η πόλη μας- δυστυχώς, πολύ δυστυχώς, τί ντροπή, αυτό το "μας". Αλλά ξέχασα, εσύ θεωρείς ντροπή τα τσαντήρια των Αγανακτισμένων στην Πλατεία- χαλούσαν βλέπεις την λεπτεπίλεπτη αισθητική σου, και τί θα έλεγαν και οι τουρίστες, για σκέψου, τί φρίκη. 


Για την ωραία μας πόλη. 

"...νόμιζε
φρικτόν τον τάφον."


μ

6 Αυγ 2011



Κι όσο πολεμώ τη Φθορά
τόσο η Φθορά με πολεμά
κι ακόμα λίγο

ευτυχώς, δεν υπάρχει αγωνία
για την έκβαση της Μάχης-


μ
6/8/2011
photo by Ollapus@deviantart (edited)

4 Αυγ 2011

ΝέμεΣις





…ύστερα, πίσω από το Αρχαίο τους Κάστρο, βγήκε τελικά ένα αποτρόπαιο κάτι, σαν Φεγγάρι- τόσο μεγάλο, τόσο κόκκινο, τόσο λερό, σαν χαλασμένο αίμα, που όλοι πίστεψαν πως ήρθε πια στα σίγουρα το Τέλος, και άρχισαν να πέφτουν στα γόνατα, και να μετανιώνουν για τις ασήμαντες πράξεις τους, και για τις αξιογέλαστες παραλείψεις τους, και να κλαίνεκαι να παρακαλάνε για Έλεος- όταν όμως πέρασαν οι ώρες, και δε φάνηκε κανένας Άγγελος Τιμωρός, και δεν έλαμψε καμμία Πύρινη Ρομφαία, και δεν ξέσπασε κανένα Θεϊκό Μένος, κι από την Ανατολή άρχισε δειλά δειλά να σπάει το Σκοτάδι, και να χαράζει η Νέα Μέρα, τότε αλάφιασαν τελείως, κι άρχισαν, Δίκαιοι και Άδικοι, να βυθίζουν οι ίδιοι τα μαχαίρια τους στο στήθος τους, και στο στήθος των παιδιών τους, κι έπεφταν σαν ποντίκια όλοι μαζί από τις ψηλές επάλξεις, κι από τους άγριους γκρεμούς, κι έβαζαν στο λαιμό τους θηλιές, και μόνοι τους κρεμιόταν- ώσπου δεν έμεινε πιά σχεδόν κανένας τους Ζωντανός, μόνο κάτι μωρά, που σπαρταρούσαν στο κλάμα 

τόσο πολλή ανάγκη είχαν, οι άνθρωποι εκείνοι, λίγη Δικαιοσύνη
μια κάποια Τιμωρία

μ