19 Αυγ 2011

ΔέΚα ΤελευΤαία ΛεπΤά



ΔέΚα ΤελευΤαία ΛεπΤά

19 Αυγούστου. Λέει (έλεγε) το χαρτάκι. Ώρα 13.21. Υποκατάστημα Συντάγματος. Υπόλοιπο λογαριασμού: 97,1 ευρώ. 

Τί να πρωτοπληρώσεις με 97,1 ευρώ; Το νοίκι του μαγαζιού, που έπρεπε στις 15; Τους προμηθευτές, που έχουν (είχαν) αγριέψει τελευταία; Το νοίκι του σπιτιού, που έπρεπε την 1η του μηνός, και καλά που μού (τού) έχουν (είχαν) κόψει κόψει το κινητό, γιατί θα με (τον) είχε ταράξει στα τηλέφωνα, η καρακάξα η ιδιοκτήτρια; Τη ΔΕΗ; Τα κοινόχρηστα, που βλέπω (έβλεπε) το διαχειριστή από μακριά και τρέχω (έτρεχε) να κρυφτώ (κρυφτεί);

Μπαίνω (μπήκε) λοιπόν στην Τράπεζα και ζητάω (ζήτησε) όλα μου (του) τα λεφτά. Μέχρι τελευταίας δεκάρας. Σε μισόευρα.

Περνάω (πέρασε) απέναντι και πιάνω (έπιασε) την Ερμού. Αλήθεια, πώς κατάντησε έτσι η Ερμού… πού είναι (ήταν) εκείνος ο πεντακάθαρος, λαμπερός δρόμος της Αθήνας των Ολυμπιακών, με τα κατάφωτα μαγαζιά, και τους χαμογελαστούς, καλοντυμένους, περήφανους, αισιόδοξους ανθρώπους… Τώρα όλοι είναι (ήταν) κατσούφηδες, περπατάνε (περπατούσαν) σκυφτοί, βιαστικοί, αγέλαστοι… Τώρα είναι (ήταν) κάθε μέτρο και ζητιάνος. Νέοι, γέροι, παιδιά, άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, ξανθοί, μελαμψοί, με αναπηρίες, με CD, με μπιχλιμπίδια, με γαρύφαλα, με χαρτομάντηλα, με λαχεία, με σκυλάκια, με βιολιά, με ακορντεόν, με τίποτα… κι όλοι με το χέρι απλωμένο: Ό,τι πρέπει (έπρεπε) για τα μισόευρά μου (του)!

Άρχιζω (άρχισε) λοιπόν να μοιράζω (μοιράζει) στ’ απλωμένα χέρια τα μισόευρά μου (του), ξεκινώντας από την Πλατεία, και κατηφορίζοντας την Ερμού, μέχρι να φτάσω (φτάσει) στο Μοναστηράκι, μέσα σ’ ένα δεκάλεπτο, τα μοιράζω (μοίρασε) όλα. Όλα;

Όλα, εκτός από το δεκάλεπτο. Το κοιτάζω (κοίταξε) καλά καλά, το φιλώ (φίλησε), το βάζω (έβαλε) κάτω από τη γλώσσα μου (του), και πηδάω (πήδηξε) από τη γέφυρα του τραίνου.

Που δεν προλαβαίνει (πρόλαβε), φυσικά, να φρενάρει.


…..

Μόλις φρενάρισε το τραίνο, πολλοί άνθρωποι έτρεξαν προς το μέρος του αυτόχειρα. Οι πρώτοι ήδη που προσέγγισαν το διαμελισμένο πτώμα, άρχισαν να χτυπιούνται μεταξύ τους. Η μάχη ήταν βουβή κι αλύπητη, οι αγκωνιές, οι κλωτσιές κι οι μπουνιές έπεφταν σύννεφο, μαζί με κάποιες κλεφτές δαγκωνιές.

Σύντομα ένας γεροδεμένος ψηλός κουρελής κατάφερε να επιβληθεί, και να βγάλει εκτός συναγωνισμού τους υπόλοιπους, που απέμειναν να τον κοιτούν με φθόνο, εκείνον και τη στραπατσαρισμένη λεία του, από απόσταση ασφαλείας, τρίβοντας ο καθένας τους κάποιο πονεμένο μέλος. Τότε εκείνος, έχοντας το νου του μην τυχόν και του επιτεθεί κανείς εκ νέου, άνοιξε με προσοχή το καταματωμένο πρώην στόμα, του στραπατσαρισμένου πρώην ανθρώπου, έψαξε λίγο, βρήκε αυτό που έψαχνε, ένα κίτρινο δεκάλεπτο, το έβαλε στη τσέπη του, κι απομακρύνθηκε γρυλλίζοντας.

Κανείς δεν τόλμησε να διεκδικήσει το τρόπαιό του.


μ


1 σχόλιο:

Ασπρομαυρο είπε...

Ουτε ενα μηνα αργοτερα-στις 8 σεπτεμβριου ετυχε να δω στο σταθμο του μετρο στο συνταγμα ενα παρομοιο περιστατικο.Ευτυχως το τρενο σταματησε..φανταζομαι τι να ειχε στο μυαλο του αυτο το παλικαρι