8 Νοε 2008

"ΚΥΛίΣΤΗΚΑΝ ΠάΝΩ ΣΤό ΣΤΡώΜΑ... ΓύΡΕΥΕ ΕΚΕίΝΗ ΚΙ ΕΚΕίΝΟΣ ΓύΡΕΥΕ, ΑΛΛά"...

.

…Εκεί κύλησαν οι ώρες, ώρες που ανάσαιναν με μια πνοή, που οι καρδιές τους χτυπούσαν με μια καρδιά, ώρες που ο Κ. κατατρυχόταν από το αίσθημα ότι χάνεται, ή ότι περιπλανιέται σε μια παράξενη χώρα, πιο πέρα από εκεί που περιπλανήθηκε ποτέ του άνθρωπος, μια χώρα τόσο παράξενη, που ο αέρας της δεν είχε τίποτα κοινό με τον γνωστό του αέρα, όπου μπορούσες να πεθάνεις από την αίσθηση του παράξενου, και που ωστόσο η μαγεία της ήταν τέτοια, ώστε δεν μπορούσες παρά να προχωρείς και να χάνεσαι όλο και περισσότερο…


… κυλίστηκαν πάνω στο στρώμα. Απόμειναν πλαγιασμένοι εκεί, αλλά δεν ξαναβρήκαν τη λησμονιά της πρώτης νύχτας. Γύρευε εκείνη κι εκείνος γύρευε, αγρίεψαν, παραμορφώθηκαν τα πρόσωπά τους, έχωναν τα κεφάλια τους ο ένας στον κόρφο του άλλου, γύρευαν, και τα σφιχταγκαλιάσματά τους, και οι σπασμοί των κορμιών τους, δεν μπορούσαν να τους κάνουν να λησμονήσουν, παρά μονάχα τους θύμιζαν εκείνο που γύρευαν. Σαν τα σκυλιά που απεγνωσμένα σκάβουν το χώμα, έσκαβαν ο ένας το κορμί του άλλου, και συχνά, ανέλπιδα ξεγελασμένοι, σε μια τελική προσπάθεια να φτάσουν στην ευτυχία, οσφραίνονταν κι έγλυφαν ο ένας το πρόσωπο του αλλουνού. Ο κάματος τους καταπράυνε τέλος, και τους έκανε να νιώσουν αμοιβαία ευγνωμοσύνη .

Franz Kafka, "Ο Πύργος", Εκδόσεις Γαλαξία
Μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά (με μικρές τροποποιήσεις)

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

και την άλλη μέρα περιφέρονταν στην πόλη μεταξύ τους άγνωστοι η κατά συνθήκη φίλοι όπως και πριν, μα τι παράξενο είχαν ακόμα κατι προσθέσει σε κείνη τη λίστα με τα υποχρεωτικά θέματα γιά λησμονιά που θα προσπαθούσαν να ξεχάσουν στον επόμενο αγώνα τους με τα σεντόνια -εκείνον τον μοναχικό-
τις νύχτες της απελπισίας,evissa

Ανώνυμος είπε...

ή αλλιώς"αφιερωμένο σε σένα που μου πρόσφερες συναισθήματα λύπης και χαράς"( η παντοτε λιγότερη από οσο απαιτούσαν οι περιστάσεις evissa)

Ανώνυμος είπε...

τον αγκάλιαζε .τον φιλούσε παντού τρυφερά κι ύστερα βίαια ,βύθιζε τα δοντιά της στη σάρκα του απελπισμένα και ξανά πάλι τον άγγιζε προσεκτικά σαν φίνο μετάξι,τον γύρευε απελπισμένα κι ας. ήταν εκεί .απουσία μέσα στην απόλυτη παρουσία του μέσα της.Ικέτευε για τα λόγια που δεν άκουσε ποτέ και που δεν έμελλε να ακούσει,σιωπηλή προσευχή που κανένας δεν άκουσε ούτε καν ο πλησιέστερος ξαπλωμένος δίπλα θεός της.Τον γύρευε κι ούτε που ανάσαινε μην τον ξυπνήσει και χαθεί γιατί έτσι και αλλιώς μόνο στο όνειρά της υπήρχε.Τον γύρευε και παγίδευε τις στιγμές μήπως και δεν περάσουν γιατί μέσα της το ήξερε πως δεν θα υπάρξουν άλλες κι αυτές οι τελευταίες δανεικές ήταν, κάτι σαν ύστατη μεγαλοθυμία του "θεού"της.Τον γύρευε στα μαλλιά της που δεν άγγιξε στα φιλιά του που δεν στάθηκαν στα χείλη της,στο βλέμμα του το σκοτεινό που γλίστραγε κενό πάνω της σαν σε παγοδρόμιο΄΄Εμεινε ξάγρυπνη σαν σε θρησκευτική αγρυπνία, μην τύχει και χάσει μια στιγμή .Και εκει κοντά στα ξημερώματα αλλοπαρμένη ,χαμένη στον κόσμο της αποκαμωμένη από την αγωνία να ανταμώσει το δικό του ,του δωσε το τελευταίο της φιλί Τον γύρευε κι ήθελε να μπορεί να διαλέξει εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή του θανάτου της . έτσι κι αλλιώς η ελπίδα πέθανε οριστικά μέσα της εκείνο το βράδυ μέσα στα λόγια της κούρασής του πολύ πριν την αγγίξει απο μεγαλοθυμία,Κι άλλο πια δεν τον γύρεψε.....
καληνύχτα

anepidoti είπε...

αλλά απάλλαξαν αλλήλους
απ' την απουσία τους!

ζουζουνακι είπε...

Τους έκανε να νιώσουν αμοιβαία ευγνωμοσύνη;...!!! ουφ, τώρα!
Του έεερωτα τα πάααθη είναι για μεγάααλα βάααθη!

Ανώνυμος είπε...

έχεις τέτοιες γυναίκες στην αυλή σου, συγνώμη στο blog σου ηθελα να πω, και δεν μας τις γνωρίζεις! Ντροπή σου μαύρε γάτε... Αν είναι και όμορφη δεσμεύομαι αμέσως

Γουΐκα είπε...

Δε θέλω να καταπραϋνω τις πληγές. Θέλω να με σκάψει μέχρι να βρει από πού πηγάζει η Ζωή μου. Αυτό θα πει έρωτας.